erotas-thanatos.net
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΠΟΙΗΣΗ
    • ΠΟΙΗΜΑΤΑ I ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
    • ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΙΙ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
    • ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΙΙI ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
    • ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΙV ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
    • Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ ποιήματα
    • Αλεξάκης Ορέστης ποιήματα
    • Αναγνωστάκης Μανώλης
    • Αναγνωστοπούλου Γιόλα-Παύλ. Σιδηρόπουλος
    • Βαγενάς Νάσος ποιήματα
    • Βαρβέρης Γιάννης ποιήματα
    • Γεραλής Γιώργος ποιήματα
    • Δημουλά Κική ποιήματα >
      • Δημουλά Κική ποιήματα Ανθολόγηση I
      • Δημουλά Κική ποιήματα Ανθολόγηση ΙΙ
      • Δημουλά η Υπαρξιακή Ποιήτρια
    • Ελύτης Οδυσσέας >
      • Οδυσσέας Ελύτης Άξιον Εστί
      • Ελύτης Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό
      • Eλύτης ερωτικά ποιήματα
      • Ελύτης Ήλιος ο Πρώτος
      • Ελύτης Ιδιωτική οδός
      • Ελύτης Προσανατολισμοί
      • Ελύτης Το Μονόγραμμα
    • Καβάφης Κωνσταντίνος >
      • Καβάφης Ερωτικά Ηδονικά ποιήματα
      • Καβάφης Ιστορικά: Μακεδόνες Αθηναίοι Σπαρτιά&ta
      • Καβάφης: Ιστορικά Πτολεμαίοι Ρωμαίοι
      • Καβάφης Ιστορικά Αντίοχοι Σελευκίδες Πέρσ&eps
      • Καβάφης Φιλοσοφικά Στοχαστικά Διδαχτικά
      • Καβάφης Χριστιανοί Εθνικοί Ιουλιανός
    • Καρυωτάκης Κώστας ποιήματα >
      • Καρυωτάκης Σεφέρης
      • Καρυωτάκης Αριστερά.
    • Κουράκης Τάσος ποιήματα
    • Κωσταβάρας Θανάσης ποιήματα
    • Μανουσάκης Γιώργης ποιητής
    • Νέοι της Σιδώνας
    • Νικηφόρου Τόλης ποιήματα.
    • Ουράνης Κώστας ποιήματα
    • Παπαντωνίου Ζαχαρίας ποιήματα
    • Πατρίκιος Τίτος ποιήματα
    • Πολέμης Ιωάννης Ποιήματα
    • Πορφύρης Τάσος ποιήματα
    • Ρίτσος Γιάννης ποιήματα
    • Ρουμελιωτάκης Χρίστος
    • Σεφέρης Γιώργος >
      • Γιώργος Σεφέρης Ποιήματα
      • Μαρώ Σεφέρη-Σεφέρης Γιώργος
      • Σεφέρης Κίχλη
      • Σεφέρης ΜΙΑ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΚΙΧΛΗ"
      • Σεφέρης Μια Σκηνοθεσία για την Κίχλη, Τα Αντί
      • Ερωτικός λόγος Γιώργος Σεφέρης
      • Ο Ερωτευμένος Σεφέρης
      • Σεφέρης ερωτικά ποιήματα και ψήγματα.
    • Χατζηδάκη Ρένα (Μαρίνα) Κατάσταση Πολιορκίας
    • Χατζηλαζάρου Μάτση ποιήματα
  • ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ >
      • Βενέζης Ηλίας Αιολική Γη
      • Διβάνη Λένα, Οι γυναίκες της Ζωής της
      • Πανσέληνος Αλέξης Σκοτεινές Επιγραφές
      • Χάκκας Μάριος - Ο Μπιντές
    • ΞΕΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ >
      • Αρουντάτι Ρόι - Ο Θεός των Μικρών Πραγμάτων
      • Βιρτζίνια Γουλφ Η κυρία Νταλογουέι
      • Bιρ. Γουλφ Η κυρία Νταλογουέι Ανθολόγηση
      • Γιασουνάρι Καβαμπάτα Η χώρα του Χιονιού
      • Γιασ. Καβαμπάτα Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσι&
      • Λάσλο Κρασναχορκάι - Πόλεμος και πόλεμος
      • Μαρσέλ Προυστ Αναζητώντας το χαμένο χρόνο >
        • Από τη μεριά του Σουάν- 1. Κομπραί
        • Από τη μεριά τού Σουάν-2. Ένας έρωτας τού Σουάν
        • Από τη μεριά τού Σουάν. 3. Ονόματα τόπων: το όνομα.
      • Κνουτ Χάμσουν Η Πείνα
      • Μίλαν Κούντερα Η Αθανασία
      • Μίλαν Κούντερα Ωτοστόπ
      • Μουρακάμι Χαρούκι Το κουρδιστό πουλί
      • Όσκαρ Γουάιλντ, το πορτρέτο τού Ντόριαν Γκρέυ
      • Πάτρικ Ζίσκιντ Το άρωμα
      • Σιμό Τι λέει η Λιλά
      • Τζούλιαν Μπάρνς Ένα κάποιο τέλος
      • Τζούλιαν Μπάρνς περί Ανέμων...
      • Φερντινάν Σελίν Ταξίδι στην άκρη της νύχτας
  • ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
    • Αγαπημένες ταινίες >
      • Γυμνός Naked Μάικ Λι (Mike Light)
      • Η Ψυχή στο Στόμα, Οικονομίδης
      • Μετά την πρόβα Μπέργκμαν
      • Μικρή Ιστορία για ένα έρωτα. A Short Film About Love
      • Ο Μελισσοκόμος ταινία
      • Οι Ώρες The Hours (2002)
      • Ποιος Φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ; Who ᾿s Afraid of Virginia Woolf?
      • Πριν το Ξημέρωμα Before Sunrise
      • Requiem for a dream
      • Saraband Μπέργκμαν
      • Σεξ Ψέματα και Βιντεοταινίες-Sex Lies and Videotapes
      • Σκηνές από ένα Γάμο - Scenes from a Marriage
      • Σπιρτόκουτο ταινία - Matchbox movie
      • Talk Radio movie
      • Tape (2001)
      • Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι Last Tango in Paris
    • Καλές ταινίες >
      • (500) Μέρες με τη Σάμερ-(500) Days of Summer
      • Bad Timing (1980), Η Δύναμη της Σάρκας
      • Bilitis David Hamilton
      • Ένας άνδρας και μια γυναίκα
      • Ένας Χωρισμός A Separation
      • Fish Tank
      • Ken Park - Lary Klark.
      • Λάουρα Laura David Hamilton
      • Μια χρονιά ακόμα Another year
      • Μοναχικές καρδιές Α love song for Bobby Long
      • Ο Θάνατος και η Κόρη Death and the Maiden
      • Όταν ο Χάρι Γνώρισε την Σάλι... When Harry Met Sally... (1989)
      • Red Road, Άντρέα Άρνολντ
      • Σαρκική Εξάρτηση Intimacy
      • Tο παιγνίδι της αποπλάνησης Cracks
      • Το παρελθόν, Le Passe
      • Χειμωνιάτικο Φως Winter Light
    • Μέτριες ταινίες >
      • Η Κόλαση Μέσα μας L`Enfer
      • Μια βραδιά στο Νότινγκ Χιλ Notting Hill
      • Κλίματα Αγάπης Iklimler
      • Νυκτόβια Πλάσματα Nocturnal Animals
      • Σκοτεινός κόσμος Havoc
      • Στημένο παιγνίδι Hard Candy
      • Τι λέει η Λιλά - Lila says
      • Το Δέντρο της Ζωής The Tree of Life
      • Τσακισμένα Λουλούδια Broken Flowers
    • Κακές Ταινίες >
      • First Reformed Ακρότητες ταινία
      • Αγάπη σαν Ναρκωτικό Love and Other Drugs
      • Εξ Επαφής - Closer
      • Love (2015) movie.
      • Να Με Φωνάζεις με τ` Όνομα σου
      • Πίσω Από τους Λόφους-Beyond the Hills
      • Ζυλ και Τζιμ Jules et Jim
    • Οι χειρότερες ταινίες >
      • You Were Never Really Here - Δεν ήσουν Ποτέ Εδώ
      • Ο αστακός-The lobster
      • Ο Θάνατος τού Ιερού Ελαφιού
    • ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ GREEK PAINTERS >
      • GREEK PAINTERS-ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ I ΑΠΟ (A-I) >
        • Αδριανός Σωτήρης - Adrianos Sotiris Painter
        • Aστεριάδης Αγήνορας - Asteriadis Aginor Painter
        • Βακαλό Γεώργιος - Vakalo Georgios Painter
        • Βαλσαμάκης Πάνος - Balsamakis Panos Painter
        • Βαρλάμος Γιώργος - Varlamos Giorgos Painter
        • Βασιλείου Σπύρος - Vassiliou Spyros Painter
        • Βέργη Χρύσα - Vergi Chrιssa Painter
        • Βυζάντιος Περικλής - Vizantios Periklis Painter
        • Γαλάνης Δημήτριος - Galanis Dimitrios Painter
        • Γουναρόπουλος Γιώργος - Gounaropoulos Georgios Painter
        • Γράββαλος Παναγιώτης - Gravvalos Panagiotis Painter
        • Γραμματόπουλος Κώστας - Grammatopoulos Kostas painder
        • Γύζης Νικόλαος - Gizis Nikolaos Painter
        • Διονυσόπουλος Παύλος – Pavlos Dionysopoulos painter
        • Δραγούμης Νίκος - Dragoumis Nikos Painter
        • Εμμανουηλίδου Ράνια - Emmanouilidou Rania Painter
        • Θωμόπουλος ​Επαμεινώνδας – Thomopoulos Epaminondas Painter
        • Ιακωβίδης Γεώργιος – Iakovidis George
      • GREEK PAINTERS-ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ IΙ ΑΠΟ (K-M) >
        • Κανακάκις Λευτέρης – Kanakakis Lefteris
        • Κανέλλης Ορέστης – Kanellis Orestis
        • Κοτσώνης Γιώργος - George Kotsonis painter
        • Κουβάτσου Δέσποινα – Kouvatsou Despina painter
        • Κουκόπουλος Στάθης – Koukopoulos Stathis painter
        • Κούτρικας Γιάννης – Koutrikas Yiannis Painter
        • Λύτρας Νικόλαος - Nikolaos Lytras painter
        • Μαλάμος Κώστας – Malamos Kostas
        • Μαλέας Κωνσταντίνος – Maleas Konstantinos
        • Μαλλιαράκης Αντώνης – Malliarakis Antonis ( Mayo)
        • Μηταράκης Γιάννης – Mitarakis Yiannis
        • Μόραλης Γιάννης – Yiannis Moralis
        • Μπαδόλα Ειρήνη – Badola Irene painder
        • Μπάικας Ραφαήλ - Rafail Baikas painter
        • Μποκόρος Χρήστος – Bokoros Christos
        • Μυταράς Δημήτρης –Mytaras Dimitris
      • GREEK PAINTERS-ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ IΙΙ ΑΠΟ (Ν-P) >
        • Νάτση Κλειώ – Natsi Kleio Painter
        • Νικολάου Ανδρέας – Andreas Nikolaou painter
        • Νικολάου Νίκος – Nikolaou Nikos Painter
        • Ντούτσουλη Σταματίνα - Doutsouli Stamatina painter
        • Ξιφαρά Ιόλη - Ksifara Ioli painter
        • Οικονόμου Μιχαήλ – Michail Εkonomou painter
        • Οικονόμου Οδυσσέας – Ekonomou Odysseas Painter
        • Παλλαντζάς Χρήστος – Pallantzas Christos Painter
        • Παναγιώτου Άγγελος – Panayiotou Angelos Painter
        • Πανουργιάς Σπύρος - Panourgias Spyros painter
        • Πανταζής Περικλής – Periklis Pantazis painter
        • Πανταλέων Θεόδωρος - Pantaleon Theodoros painter
        • Παπά Αγλαϊα – Papa Aglaia Painter
        • Παπαλουκάς Σπύρος – Spyros Papaloukas Painter
        • Παπούλια Σμαράγδα - Papoulia Smaragda painter
        • Παρθένης Κωνσταντίνος – Parthenis Konstantinos Painter
        • Πλακωτάρης Κώστας – Costas Plakotaris painter
        • Πρέκας Πάρις – Prekas Paris Painter
        • Ρέγκος Πολύκλειτος – Rengos Polykleitos Painter
        • Ρήνας Βαγγέλης – Rinas Vangelis Painter
        • Ρόρρης Γιώργος - Rorris Giorgos painter
        • GREEK PAINTERS-ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ IΙΙΙ ΑΠΟ (Σ-Ω) >
          • Σάμιος Παύλος – Pavlos Samios Painter
          • Σεμερτζίδης Βάλιας – Valias Semertzidis Painter
          • Σικελιώτης Γιώργος- Sikeliotis George Painter
          • Σπυρόπουλος Γιάννης – Giannis Spyropoulos Painter
          • Σταθόπουλος Γεώργιος – Georgios Stathopoulos Painter
          • Στέρης Γεράσιμος – Gerasimos Steris Painter
          • Στυλιανού Αυγούστα - Augusta Stylianou painter
          • Τάσσος (Αναστάσιος Αλεβίζος) – Tassos (Anastasios Alevizos), Engraver
          • Τέτσης Παναγιώτης – Panayotis Tetsis Painter
          • Τσαρούχης Γιάννης – Yannis Tsarouchis Painter
          • Τσίγκος Θανάσης – Thanasis Tsingos Painter
          • Τσιρογιάννης Απόστολος– Tsirogiannis Apostolos painter
          • Φασιανός Αλέκος – Alekos Fasianos Painter
          • Φειδάκης Πάνος - Fidakis Panos painter
          • Φλωρά-Καραβία Θάλια – Thalia Flora-Karavia
          • Χαμπίδης Παύλος – Pavlos Habidis Painter
          • Χάρος Μανώλης – Manolis Charos Painter
          • Χατζηκυριάκος-Γκίκας Νίκος – Nikos Hadjikyriakos Ghikas Painter
          • Χρήστου Σάντρα ζωγράφος – Sandra Christou painter
          • Ψυχοπαίδης Γιάννης – Giannis Psychopedis Painter
  • Έλληνες ζωγράφοι γυμνό - Greek Painters Nude
  • Photo - Artistic Nude
    • Photo - Artistic nude: Actresses >
      • Adele Exarchopoulos actress
      • Alicia Vikander Actress
      • Amira Casar (Zanganeh) actress, model
      • Angelina Jolie
      • Anne Hathaway actress
      • Astrid Berges- Frisbey actress
      • Audrey Tautou actress
      • Charlize Theron
      • Charlotte Rampling
      • Demi Moore actress
      • Emma Watson actress
      • Emmanuelle Beart actress
      • Erin Wasson actress-model
      • Eva Green actress
      • Jane Birkin
      • Jessica Alba actress
      • Jessica Chastain actress
      • Julia Roberts
      • Julianne Moore actress
      • karolina wydra model
      • Kate Beckinsale actress
      • Keira Knightly actress
      • Kristen Stewart actress
      • Laetitia Casta
      • Lea Seydoux actress
      • Lou Doillon actress
      • Madonna
      • Marie Gillain actress
      • Marine Vacth Actress
      • Marion Cotillard actress
      • Melia Kreiling actress
      • Milla Jovovich
      • Monica Bellucci
      • Natalie Portman actress
      • Olga Kurylenko
      • Olivia Wilde actress
      • Penelope Cruz
      • Rachel Weisz actress
      • Salma Hayek actress
      • Sylvia Sakellaridis Actress
      • Uma Thurman
      • Virginie Ledoyen
      • Winona Ryder actress
      • Actresses - photo, nude I
      • Actresses - photo, nude II
      • Actresses - photo, nude III
      • Actresses - photo, nude IV
      • Actresses - photo, nude V
      • Actresses - photo, nude VI
      • Actresses - photo, nude VII
    • Photo - Artistic Nude models >
      • Abbey Lee Kershaw model
      • Adriana Lima
      • Alanna Arrington model
      • Alessandra Ambrosio
      • Alexandra Agoston Model
      • Alexandra Chashchina model
      • Alexandra Martynova model
      • Alexandra Micu model
      • Alexandria Jade model
      • Ali Michael model
      • Aline Weber
      • Alla Kostromichova model
      • Alyssa Miller model
      • Am Montoya model
      • Amanda Murphy Model
      • Amanda Wellsh model
      • Amber Valleta Model
      • Ana Beatriz Barros model
      • Ana Buljevic model
      • Anais Mali model
      • Anais Pouliot model
      • Anastasia Khodkina model
      • Andrea Margaret Model
      • Andreea Diaconu model
      • Angela Lindvall model
      • Anja Rubik model
      • Anna Christine Speckhart model
      • Anna Cleveland model
      • Anna de Rijk model
      • Anna Ewers model
      • Anna Feok model
      • Anna Huber model
      • Anna Mila Guyenz model
      • Anne-Marie Van Dijk model
      • Ansley Gulielmi model
      • Anthea Page model
      • Anya Lyagoshina model
      • Arizona Muse model
      • Audrey Marnay model
      • Aurelie Claudel Model
      • Ava Smith model
      • Aymeline Valade model
      • Bailee Mykell model
      • Bambi Northwood-Blyth model
      • Bar Refaeli model
      • Barbara Fialho model
      • Barbara Palvin model
      • Beegee Margenyte model
      • Behati Prinsloo model
      • Bella Hadid model
      • Bette Franke model
      • Bianca Balti model
      • Birgit Kos model
      • Blanca Padilla model
      • Bo Don model
      • Bree Addams model
      • Bregje Heinen model
      • Brenda Schad model
      • Bridget Hall model
      • Brooke Lynne Model
      • Cameron Russell model
      • Camille Rowe model
      • Candice Swanepoel model
      • Cara Delevingne model
      • Carla Bruni
      • Carlotte Carey model
      • Carmen Kass Model
      • Carola Remer model
      • Caroline Corinth model
      • Carolyn-Murphy model
      • Carre Otis model actress
      • Caterina Ravaglia model
      • Catherine McNeil model
      • Celia Hammond model
      • Charlee Fraser Model
      • Charlotte Tomas model
      • Charon Cooijmans model
      • Chiara Baschetti model
      • Chiara Scelsi model
      • Chloe Lecareux model
      • Chloe Sevigny actress model
      • Christy Turlington
      • Cindy Bruna model
      • Cindy Crawford
      • Conie Vallese model
      • Constance Jablonski model
      • Cordula Reyer model
      • Crista Cober Model
      • Cristina Kravic model
      • Cristina Piccone model
      • Crystal Renn model
      • Daria Strokous model
      • Daria Werbowy model
      • Debbie Deitering model
      • Diana Dondoe model
      • Diane Kruger model actress
      • Doutzen Kroes model
      • Drake Burnette model
      • Dree Hemingway model
      • Edie Campbell model
      • Edita Vilkeviciute model
      • Elina Vasilkovskaya model
      • Elisa Sednaoui model
      • Eliza Cummings model
      • Eliza Sys model
      • Elise Crombez model
      • Elle Macpherson model
      • Elsa Hosk model
      • Emily Didonato model
      • Emily Ratajkowski
      • Eniko Mihalik model
      • Erin O'Connor model
      • Erin Shea Model
      • Esther Canadas model
      • Eugenia Volodina model
      • Eva Herzigova
      • Fei Fei Sun model
      • Flavia Lucini model
      • Frankie Rayder model
      • Freja Beha Erichsen
      • Frida Gustavsson by
      • Georgia Fowler model
      • Georgia Hilmer model
      • Gia Carangi model
      • Giedre Dukauskaite model
      • Gigi hadid model
      • Gisele Bundchen Model
      • Grace Elizabeth model
      • Guinevere Van Seenus model
      • Hana Jirickova model
      • Hanna Sorheim model
      • Hannah Ferguson model
      • Heather Kemesky model
      • Helena Christensen Model
      • Helena Severin model
      • Hilary Rhoda model
      • Iana Godnia model
      • Iekeliene Stange model
      • Irina Shayk model
      • Isabeli Fontana model
      • Iselin Steiro model
      • Izabel Goulart model
      • Jac Monika Jagaciak model
      • Jacquelyn Jablonski model
      • Jade Mezard model
      • Jamie Bochert model
      • Jean Shrimpton model
      • Jerry Hall model
      • Jessica Lee Buchanan model
      • Jessica Miller model
      • Jessica Stam model
      • Joan Smalls model
      • Josephine Le Tutour model
      • Josephine Skriver model
      • Juli Foster model
      • Julia - Daniel Bauer
      • Julia Bergshoeff model
      • Julia Hafstrom model
      • Julia Liepa Model
      • Julia Stegner model
      • Julia Valimaki model
      • Julia van Os model
      • Kaia Gerber model
      • Kara Neko model
      • Kara Young model
      • Karen Elson model
      • Karlie Kloss model
      • Karlina Caune model
      • Karmen Pedaru model
      • Kasia Smutniak model-actor
      • Kasia Struss model
      • Kate Bogurcharskaia model
      • Kate Moss
      • Kati Nescher model
      • Katlin Aas model
      • Katlyn Lacoste model
      • Katrin Thormann model
      • Keira Grant Model
      • Kelly Cunningham Model
      • Kelsey Dylan model
      • Kendall Jenner model
      • Kinga Rajzak model
      • Kristen McMenamy model
      • Kyotocat model
      • Lara Mullen model
      • Lara Stone model
      • Larissa Hofmann model
      • Lauren Hutton Model
      • Lauren Marshall model
      • Lee Miller model, photographer
      • Lesly Masson model
      • Lily Aldridge model
      • Lily Stewart model
      • Linda Evangelista
      • Lise Olsen model
      • Liu Wen model
      • Liv Tyler actress-model
      • Liya Kebede model
      • Luma Grothe model
      • Luna Bijl Model
      • Magdalena Frackowiak model
      • Magdalena Klebanska model
      • Maggie Rizer model
      • Malgosia Bela model
      • Mali Koopman model
      • Manon Leloup model
      • Mara Darmousli Model
      • Maria Barlin Μodel
      • Mariacarla Boscono model
      • Marie Piovesan model
      • Marikka Juhler model
      • Marilhea Peillard model
      • Marine Deleeuw Model
      • Marique Schimmel model
      • Marloes Horst model
      • Marte Mei Van Haaster model
      • Martha Hunt model
      • Maud Le Fort model
      • Melissa Troutt model
      • Mica Arganaraz model
      • Ming Xi Model
      • Mini Anden model actress
      • Mirte Maas model
      • Missy Rayder model
      • Moa Aberg model
      • Myrtille Revemont model
      • Nadja Auermann Model
      • Nadja Bender model
      • Natalia Vodianova model
      • Natasha Poly model
      • Naty Chabanenko model
      • Nettie Harris Model
      • Ophelie Guillermand model
      • Othilia Simon Model
      • Patricia Van Der Vliet model
      • Patrycja Gardygajlo model
      • Pauline Moulettes model
      • Paz De La Huerta model, actor
      • Penelope Machine model
      • Rachel Williams model
      • Raica Oliveira model
      • Rebecca Tun model
      • Renata Sozzi model
      • Rianne Van Rompaey model
      • Roarie Yum Model
      • Ronja Furrer model
      • Roos Van Eik model
      • Ros Georgiou model
      • Rose Gilroy model
      • Rose Smith model
      • Rosie Huntington model
      • Sabrina Ioffreda model
      • Sam Rollinson model
      • Samantha Gradoville model
      • Sara Blomqvist model
      • Sara Pavan Model
      • Sara Sampaio model
      • Sarah Brannon model
      • Sasha Luss model
      • Sasha Pivovarova
      • Saskia de Brauw model
      • Sekaa model of naked
      • Shalom Harlow model
      • Shanina Shaik model
      • Sigrid Agren model
      • Sofia Fanego model
      • Sophia Ahrens model
      • Sophie Touchet model
      • Steffy Argelich model
      • Stella Maxwell model
      • Stella Tennant model
      • Stephanie Seymour model
      • Suvi Koponen model
      • Tasha Tilberg model
      • Tatjana Patitz Model
      • Taylor Hill model
      • Tiiu Kuik model
      • Toni Garrn model
      • Trish Davis model
      • Valerija Kelava model
      • Valery Kaufman model
      • Vanessa Axente model
      • Vanessa Moody model
      • Viki Koulianou model
      • Vittoria Ceretti model
      • Vivien Solari Model
      • Yasmin Le Bon model
      • Zlata Mangafic model
      • Zoi Aggeliki Mantzakanis
      • Zuzanna Bijoch model
    • Photo - Artistic Nude photographers >
      • Adam Franzino photographer
      • Adolfo Valente photographer
      • Adrian Sztruks photographer
      • Agata Pospieszynska photographer
      • Alasdair McLellan Photographer
      • Albert Watson Photographer
      • Alex Cayley photographer
      • Alex Freund photographer
      • Alexander Neumann photographer
      • Alexandra Nataf photographer
      • Alexi Lubomirski photographer
      • Alina Lebedeva Photographer
      • Alique Photographer
      • An Le Phptographer
      • Andre Carrara photographer
      • Αndre de Dienes
      • Andreas Ortner photographer
      • Angelo Pennetta photographer
      • Annemarieke Van Drimmelen
      • Annie Leibovitz photographer
      • Art T Photographers
      • ART T - Photos
      • Arthur Elgort photographer
      • Attilio D'Agostino photographer
      • Ben Weller photographer
      • Benjamin Lennox photographer
      • Benny Horne photographer
      • Bettina Rheims Photographer
      • Billy Kidd photographer
      • Bjorn Iooss photographer
      • Boe Marion photographer
      • Boo George photographer
      • Bruce Weber Photographer
      • Bryan Adams Photographer
      • Cameron Hammond photographer
      • Camilla Akrans Photographer
      • Carlotta Manaigo photographer
      • Carter Smith photographer
      • Cass Bird Photographer
      • Cedric Buchet photographer
      • Chadwick Tyler photographer
      • Chip Willis photographer
      • Chris Colls photographer
      • Chris Von Wangenheim photographer
      • Christian Coigny photographer
      • Christian MacDonald photographer
      • Collier Schorr Photographer
      • Craig McDean
      • Dahmane Benanteur Photographer
      • Dan Martensen Photographer
      • Daniel Bauer
      • Daniel Jackson Photographer
      • Daniele & Iango photographers
      • Daniella Rech photographer
      • Darren Ankenman Photographer
      • Darren McDonald photographer
      • David Bailey Photographer
      • David Bellemere Photographer
      • David Hamilton
      • David Hilton photographer
      • David Roemer Photographer
      • David Sims photographer
      • Dean Freeman photographer
      • Dmitriy Chapala Photographer
      • Drew Jarrett Photographer
      • Driu & Tiago photographers
      • Edward Weston Photographer
      • Ellen Von Unwerth Photographer
      • Emma Tempest Photographer
      • Emmet Gowin Photographer
      • Eric Guillemain photographer
      • Fabrizio Ferri Photographer
      • Fred Meylan Photographer
      • Gabriele Rigon photographer
      • Gabriel Amano Photographer
      • George Holz photographer
      • George Pitts photographer
      • Giampaolo Sgura Photographer
      • Gianluca Fontana photographer
      • Gilles Bensimon Photographer
      • Glen Luchford Photographer
      • Greg Kadel Photographer
      • Greg Swales photographer
      • Gregory Harris photographer
      • Günter Rössler photographer
      • Hannes Caspar photographer
      • Hans Neumann photographer
      • Hasse Nielsen photographer
      • Hedi Slimane Photographer
      • Helmut Newton
      • Henrique Gendre photographer
      • Herbert Matter Photographer
      • Herb Ritts
      • Hugh Lippe photographer
      • Hyea W. Kang photographer
      • Igor Vasiliadis
      • Inez and Vinoodh Photographers
      • Irving Penn photographer
      • Jack Welpott photographer
      • Jacques Bourboulon photographer
      • Jan Cibula photographer
      • Jan Welters photographer
      • jason kibbler photographer
      • Jason Kim photographer
      • Jason Lee Parry photigrapher
      • Javier Vallhonrat photographer
      • Jean Francois Jonvelle Photographer
      • Jean Jacques André
      • Jeanloup Sieff photographer
      • Jean Baptiste Mondino Photographer
      • Jiri Ruzek Photographer
      • Jock Sturges photographer
      • Josh Olins Photographer
      • Juergen Teller Photographer
      • Karim Sadli photographer
      • Karl Lagerfeld
      • Klaus Ender Photographer
      • Lachlan Bailey Photographer
      • Lina Scheynius photographer
      • Liz Collins photographer
      • Luigi & Iango Photographer
      • Man Ray Photographer
      • Manolo Campion photographer
      • Manu Madelaine Photographer
      • Marc Rivière Photographer
      • Marcin Tyszka photographer
      • Marcus Ohlsson photographer
      • Mariano Vivanco photographer
      • Mario Sorrenti Photographer
      • Mario Testino Photographer
      • Mark Abrahams photographer
      • Mark Segal Photographer
      • Matt Easton photographer
      • Matteo Montanari photographer
      • Matthew Brookes photographer
      • Mert Alas & Marcus Piggott Photographers
      • Michael Brus Photographer
      • Michael Cordiez Photographer
      • Michael Schwartz photographer
      • Michel Comte Photographer
      • Michelangelo Di Battista photographer
      • Miguel Reveriego photographer
      • Mikael Jansson
      • Mike Dowson photographer
      • Mikey McMichaels photographer
      • Naomi Yang Photographer
      • Nathaniel Goldberg photographer
      • Nick Dorey photographer
      • Nick Hudson photographer
      • Nico Bustos photographer
      • Nicolas Guerin Photographer
      • Nicole Bentley photographer
      • Nobuyoshi Arakie photographer
      • Pamela Hanson photographer
      • Paola Kudacki photographer
      • Paolo Roversi Photographer
      • Patrick Demarchelier Photographer
      • Paul Schmidt photographer
      • Peter Basch photographer
      • Peter Lindmbergh Photographer
      • Phil Poynter photographer
      • Philip Gay photographer
      • Olivia Frolich photographer
      • Quentin de Briey
      • Raf Stahelin photographer
      • Rankin photographer
      • Regan Cameron photographer
      • Riccardo Vimercati photographer
      • Richard Avedon photographer
      • Rokas Darulis photographer
      • Rory Payne photographer
      • Russell James photographer
      • Sante D’Orazio Photographer
      • Santiago & Mauricio Sierra photographers
      • Sean & Seng photographers
      • Sebastian Faena photographer
      • Sebastian Kim Photographer
      • Selina Mayer Photographer
      • Signe Vilstrup photographer
      • Simon Upton photographer
      • Sofia Sanchez & Mauro Mongiello photographers
      • Solve Sundsbo Pfotographer
      • Sonia Szostak photographer
      • Stas Komarovski photographer
      • Stefano Galuzzi photographer
      • ​Stephane Coutelle photographer
      • Steven Klein photographer
      • Steven Meisel Photographer
      • Steven Pan photographer
      • Sylvie Lancrenon Photographer
      • Takis Diamantopoulos
      • Terry O'Neill Photographer
      • Terry Richardson
      • Thanassis Krikis photographer
      • Theo Wenner photographer
      • Thomas Lohr photographer
      • Thomas Whiteside photographer
      • Tom Craig Photographer
      • Tom Munro photographer
      • Tom Schirmacher Photographer
      • Tony Potts Photographer
      • Txema Yeste Photographer
      • Victor Demarchelier photographer
      • Vincent Peters Photographer
      • Ward Ivan Rafik photographer
      • Will Davidson photographer
      • Will Vendramini photographer
      • Willy Vanderperre photographer
      • Xavi Gordo photographer
      • Xevi Muntane photographer
      • Yelena Yemchuk Photographer
      • Yiorgos Mavropoulos photographer
      • Yu Tsai photographer
      • Yulia Gorbachenko photographer
      • Zee Nunes photographer
      • Zoey Grossman Photographer
      • Zoltan Tombor photographer
      • Artistic Nude Photographers
  • ΑΘΕΪΑ
    • Αδελφοί Καραμαζώφ
    • Επίκουρος Λουκρήτιος
    • Ο άνθρωπος δημιούργησε το Θεό
    • Σαντ Ρομαντισμός
    • Το Κακό μέσα σε μια Φύση χωρίς Θεό.
    • Τυχαίο Τυχαιότητα
  • Δανέζης Μάνος - matrix
  • ΦΙΛΟΖΩΊΑ - ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
    • Ηλίας Βενέζης Από την Αιολική Γη, Το Καμηλάκι
    • Λογοτεχνία και ζώα
    • Τζον Κούτσι και τα Ζώα
    • Το Κακό μέσα στη Φύση.
  • Προσωπικά εκ βαθέων
  • Κρητική μουσική. Αφιέρωμα στα Συρτά
    • Κρητικά Συρτά οι Δημιουργοί 1
    • Κρητικά Συρτά οι Δημιουργοί 2
    • Τα Συρτά πριν τον Σκορδαλό
    • Κρητικά Συρτά Οι Δεξιοτέχνες 1
    • Κρητικά Συρτά Οι Δεξιοτέχνες 2
  • Κρητική μουσική Αφιέρωμα στις Κοντυλιές.
  • Η γυναίκα στην Κρητική μουσική και το τραγούδι
  • Τα καλύτερα τραγούδια της καψούρας
  • Πολιτική Απορρήτου
  • Contact Form
  • Κρητικά Συρτά οι Δημιουργοί 3 1
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΠΟΙΗΣΗ
    • ΠΟΙΗΜΑΤΑ I ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
    • ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΙΙ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
    • ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΙΙI ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
    • ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΙV ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
    • Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ ποιήματα
    • Αλεξάκης Ορέστης ποιήματα
    • Αναγνωστάκης Μανώλης
    • Αναγνωστοπούλου Γιόλα-Παύλ. Σιδηρόπουλος
    • Βαγενάς Νάσος ποιήματα
    • Βαρβέρης Γιάννης ποιήματα
    • Γεραλής Γιώργος ποιήματα
    • Δημουλά Κική ποιήματα >
      • Δημουλά Κική ποιήματα Ανθολόγηση I
      • Δημουλά Κική ποιήματα Ανθολόγηση ΙΙ
      • Δημουλά η Υπαρξιακή Ποιήτρια
    • Ελύτης Οδυσσέας >
      • Οδυσσέας Ελύτης Άξιον Εστί
      • Ελύτης Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό
      • Eλύτης ερωτικά ποιήματα
      • Ελύτης Ήλιος ο Πρώτος
      • Ελύτης Ιδιωτική οδός
      • Ελύτης Προσανατολισμοί
      • Ελύτης Το Μονόγραμμα
    • Καβάφης Κωνσταντίνος >
      • Καβάφης Ερωτικά Ηδονικά ποιήματα
      • Καβάφης Ιστορικά: Μακεδόνες Αθηναίοι Σπαρτιά&ta
      • Καβάφης: Ιστορικά Πτολεμαίοι Ρωμαίοι
      • Καβάφης Ιστορικά Αντίοχοι Σελευκίδες Πέρσ&eps
      • Καβάφης Φιλοσοφικά Στοχαστικά Διδαχτικά
      • Καβάφης Χριστιανοί Εθνικοί Ιουλιανός
    • Καρυωτάκης Κώστας ποιήματα >
      • Καρυωτάκης Σεφέρης
      • Καρυωτάκης Αριστερά.
    • Κουράκης Τάσος ποιήματα
    • Κωσταβάρας Θανάσης ποιήματα
    • Μανουσάκης Γιώργης ποιητής
    • Νέοι της Σιδώνας
    • Νικηφόρου Τόλης ποιήματα.
    • Ουράνης Κώστας ποιήματα
    • Παπαντωνίου Ζαχαρίας ποιήματα
    • Πατρίκιος Τίτος ποιήματα
    • Πολέμης Ιωάννης Ποιήματα
    • Πορφύρης Τάσος ποιήματα
    • Ρίτσος Γιάννης ποιήματα
    • Ρουμελιωτάκης Χρίστος
    • Σεφέρης Γιώργος >
      • Γιώργος Σεφέρης Ποιήματα
      • Μαρώ Σεφέρη-Σεφέρης Γιώργος
      • Σεφέρης Κίχλη
      • Σεφέρης ΜΙΑ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΚΙΧΛΗ"
      • Σεφέρης Μια Σκηνοθεσία για την Κίχλη, Τα Αντί
      • Ερωτικός λόγος Γιώργος Σεφέρης
      • Ο Ερωτευμένος Σεφέρης
      • Σεφέρης ερωτικά ποιήματα και ψήγματα.
    • Χατζηδάκη Ρένα (Μαρίνα) Κατάσταση Πολιορκίας
    • Χατζηλαζάρου Μάτση ποιήματα
  • ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ >
      • Βενέζης Ηλίας Αιολική Γη
      • Διβάνη Λένα, Οι γυναίκες της Ζωής της
      • Πανσέληνος Αλέξης Σκοτεινές Επιγραφές
      • Χάκκας Μάριος - Ο Μπιντές
    • ΞΕΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ >
      • Αρουντάτι Ρόι - Ο Θεός των Μικρών Πραγμάτων
      • Βιρτζίνια Γουλφ Η κυρία Νταλογουέι
      • Bιρ. Γουλφ Η κυρία Νταλογουέι Ανθολόγηση
      • Γιασουνάρι Καβαμπάτα Η χώρα του Χιονιού
      • Γιασ. Καβαμπάτα Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσι&
      • Λάσλο Κρασναχορκάι - Πόλεμος και πόλεμος
      • Μαρσέλ Προυστ Αναζητώντας το χαμένο χρόνο >
        • Από τη μεριά του Σουάν- 1. Κομπραί
        • Από τη μεριά τού Σουάν-2. Ένας έρωτας τού Σουάν
        • Από τη μεριά τού Σουάν. 3. Ονόματα τόπων: το όνομα.
      • Κνουτ Χάμσουν Η Πείνα
      • Μίλαν Κούντερα Η Αθανασία
      • Μίλαν Κούντερα Ωτοστόπ
      • Μουρακάμι Χαρούκι Το κουρδιστό πουλί
      • Όσκαρ Γουάιλντ, το πορτρέτο τού Ντόριαν Γκρέυ
      • Πάτρικ Ζίσκιντ Το άρωμα
      • Σιμό Τι λέει η Λιλά
      • Τζούλιαν Μπάρνς Ένα κάποιο τέλος
      • Τζούλιαν Μπάρνς περί Ανέμων...
      • Φερντινάν Σελίν Ταξίδι στην άκρη της νύχτας
  • ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
    • Αγαπημένες ταινίες >
      • Γυμνός Naked Μάικ Λι (Mike Light)
      • Η Ψυχή στο Στόμα, Οικονομίδης
      • Μετά την πρόβα Μπέργκμαν
      • Μικρή Ιστορία για ένα έρωτα. A Short Film About Love
      • Ο Μελισσοκόμος ταινία
      • Οι Ώρες The Hours (2002)
      • Ποιος Φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ; Who ᾿s Afraid of Virginia Woolf?
      • Πριν το Ξημέρωμα Before Sunrise
      • Requiem for a dream
      • Saraband Μπέργκμαν
      • Σεξ Ψέματα και Βιντεοταινίες-Sex Lies and Videotapes
      • Σκηνές από ένα Γάμο - Scenes from a Marriage
      • Σπιρτόκουτο ταινία - Matchbox movie
      • Talk Radio movie
      • Tape (2001)
      • Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι Last Tango in Paris
    • Καλές ταινίες >
      • (500) Μέρες με τη Σάμερ-(500) Days of Summer
      • Bad Timing (1980), Η Δύναμη της Σάρκας
      • Bilitis David Hamilton
      • Ένας άνδρας και μια γυναίκα
      • Ένας Χωρισμός A Separation
      • Fish Tank
      • Ken Park - Lary Klark.
      • Λάουρα Laura David Hamilton
      • Μια χρονιά ακόμα Another year
      • Μοναχικές καρδιές Α love song for Bobby Long
      • Ο Θάνατος και η Κόρη Death and the Maiden
      • Όταν ο Χάρι Γνώρισε την Σάλι... When Harry Met Sally... (1989)
      • Red Road, Άντρέα Άρνολντ
      • Σαρκική Εξάρτηση Intimacy
      • Tο παιγνίδι της αποπλάνησης Cracks
      • Το παρελθόν, Le Passe
      • Χειμωνιάτικο Φως Winter Light
    • Μέτριες ταινίες >
      • Η Κόλαση Μέσα μας L`Enfer
      • Μια βραδιά στο Νότινγκ Χιλ Notting Hill
      • Κλίματα Αγάπης Iklimler
      • Νυκτόβια Πλάσματα Nocturnal Animals
      • Σκοτεινός κόσμος Havoc
      • Στημένο παιγνίδι Hard Candy
      • Τι λέει η Λιλά - Lila says
      • Το Δέντρο της Ζωής The Tree of Life
      • Τσακισμένα Λουλούδια Broken Flowers
    • Κακές Ταινίες >
      • First Reformed Ακρότητες ταινία
      • Αγάπη σαν Ναρκωτικό Love and Other Drugs
      • Εξ Επαφής - Closer
      • Love (2015) movie.
      • Να Με Φωνάζεις με τ` Όνομα σου
      • Πίσω Από τους Λόφους-Beyond the Hills
      • Ζυλ και Τζιμ Jules et Jim
    • Οι χειρότερες ταινίες >
      • You Were Never Really Here - Δεν ήσουν Ποτέ Εδώ
      • Ο αστακός-The lobster
      • Ο Θάνατος τού Ιερού Ελαφιού
    • ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ GREEK PAINTERS >
      • GREEK PAINTERS-ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ I ΑΠΟ (A-I) >
        • Αδριανός Σωτήρης - Adrianos Sotiris Painter
        • Aστεριάδης Αγήνορας - Asteriadis Aginor Painter
        • Βακαλό Γεώργιος - Vakalo Georgios Painter
        • Βαλσαμάκης Πάνος - Balsamakis Panos Painter
        • Βαρλάμος Γιώργος - Varlamos Giorgos Painter
        • Βασιλείου Σπύρος - Vassiliou Spyros Painter
        • Βέργη Χρύσα - Vergi Chrιssa Painter
        • Βυζάντιος Περικλής - Vizantios Periklis Painter
        • Γαλάνης Δημήτριος - Galanis Dimitrios Painter
        • Γουναρόπουλος Γιώργος - Gounaropoulos Georgios Painter
        • Γράββαλος Παναγιώτης - Gravvalos Panagiotis Painter
        • Γραμματόπουλος Κώστας - Grammatopoulos Kostas painder
        • Γύζης Νικόλαος - Gizis Nikolaos Painter
        • Διονυσόπουλος Παύλος – Pavlos Dionysopoulos painter
        • Δραγούμης Νίκος - Dragoumis Nikos Painter
        • Εμμανουηλίδου Ράνια - Emmanouilidou Rania Painter
        • Θωμόπουλος ​Επαμεινώνδας – Thomopoulos Epaminondas Painter
        • Ιακωβίδης Γεώργιος – Iakovidis George
      • GREEK PAINTERS-ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ IΙ ΑΠΟ (K-M) >
        • Κανακάκις Λευτέρης – Kanakakis Lefteris
        • Κανέλλης Ορέστης – Kanellis Orestis
        • Κοτσώνης Γιώργος - George Kotsonis painter
        • Κουβάτσου Δέσποινα – Kouvatsou Despina painter
        • Κουκόπουλος Στάθης – Koukopoulos Stathis painter
        • Κούτρικας Γιάννης – Koutrikas Yiannis Painter
        • Λύτρας Νικόλαος - Nikolaos Lytras painter
        • Μαλάμος Κώστας – Malamos Kostas
        • Μαλέας Κωνσταντίνος – Maleas Konstantinos
        • Μαλλιαράκης Αντώνης – Malliarakis Antonis ( Mayo)
        • Μηταράκης Γιάννης – Mitarakis Yiannis
        • Μόραλης Γιάννης – Yiannis Moralis
        • Μπαδόλα Ειρήνη – Badola Irene painder
        • Μπάικας Ραφαήλ - Rafail Baikas painter
        • Μποκόρος Χρήστος – Bokoros Christos
        • Μυταράς Δημήτρης –Mytaras Dimitris
      • GREEK PAINTERS-ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ IΙΙ ΑΠΟ (Ν-P) >
        • Νάτση Κλειώ – Natsi Kleio Painter
        • Νικολάου Ανδρέας – Andreas Nikolaou painter
        • Νικολάου Νίκος – Nikolaou Nikos Painter
        • Ντούτσουλη Σταματίνα - Doutsouli Stamatina painter
        • Ξιφαρά Ιόλη - Ksifara Ioli painter
        • Οικονόμου Μιχαήλ – Michail Εkonomou painter
        • Οικονόμου Οδυσσέας – Ekonomou Odysseas Painter
        • Παλλαντζάς Χρήστος – Pallantzas Christos Painter
        • Παναγιώτου Άγγελος – Panayiotou Angelos Painter
        • Πανουργιάς Σπύρος - Panourgias Spyros painter
        • Πανταζής Περικλής – Periklis Pantazis painter
        • Πανταλέων Θεόδωρος - Pantaleon Theodoros painter
        • Παπά Αγλαϊα – Papa Aglaia Painter
        • Παπαλουκάς Σπύρος – Spyros Papaloukas Painter
        • Παπούλια Σμαράγδα - Papoulia Smaragda painter
        • Παρθένης Κωνσταντίνος – Parthenis Konstantinos Painter
        • Πλακωτάρης Κώστας – Costas Plakotaris painter
        • Πρέκας Πάρις – Prekas Paris Painter
        • Ρέγκος Πολύκλειτος – Rengos Polykleitos Painter
        • Ρήνας Βαγγέλης – Rinas Vangelis Painter
        • Ρόρρης Γιώργος - Rorris Giorgos painter
        • GREEK PAINTERS-ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ IΙΙΙ ΑΠΟ (Σ-Ω) >
          • Σάμιος Παύλος – Pavlos Samios Painter
          • Σεμερτζίδης Βάλιας – Valias Semertzidis Painter
          • Σικελιώτης Γιώργος- Sikeliotis George Painter
          • Σπυρόπουλος Γιάννης – Giannis Spyropoulos Painter
          • Σταθόπουλος Γεώργιος – Georgios Stathopoulos Painter
          • Στέρης Γεράσιμος – Gerasimos Steris Painter
          • Στυλιανού Αυγούστα - Augusta Stylianou painter
          • Τάσσος (Αναστάσιος Αλεβίζος) – Tassos (Anastasios Alevizos), Engraver
          • Τέτσης Παναγιώτης – Panayotis Tetsis Painter
          • Τσαρούχης Γιάννης – Yannis Tsarouchis Painter
          • Τσίγκος Θανάσης – Thanasis Tsingos Painter
          • Τσιρογιάννης Απόστολος– Tsirogiannis Apostolos painter
          • Φασιανός Αλέκος – Alekos Fasianos Painter
          • Φειδάκης Πάνος - Fidakis Panos painter
          • Φλωρά-Καραβία Θάλια – Thalia Flora-Karavia
          • Χαμπίδης Παύλος – Pavlos Habidis Painter
          • Χάρος Μανώλης – Manolis Charos Painter
          • Χατζηκυριάκος-Γκίκας Νίκος – Nikos Hadjikyriakos Ghikas Painter
          • Χρήστου Σάντρα ζωγράφος – Sandra Christou painter
          • Ψυχοπαίδης Γιάννης – Giannis Psychopedis Painter
  • Έλληνες ζωγράφοι γυμνό - Greek Painters Nude
  • Photo - Artistic Nude
    • Photo - Artistic nude: Actresses >
      • Adele Exarchopoulos actress
      • Alicia Vikander Actress
      • Amira Casar (Zanganeh) actress, model
      • Angelina Jolie
      • Anne Hathaway actress
      • Astrid Berges- Frisbey actress
      • Audrey Tautou actress
      • Charlize Theron
      • Charlotte Rampling
      • Demi Moore actress
      • Emma Watson actress
      • Emmanuelle Beart actress
      • Erin Wasson actress-model
      • Eva Green actress
      • Jane Birkin
      • Jessica Alba actress
      • Jessica Chastain actress
      • Julia Roberts
      • Julianne Moore actress
      • karolina wydra model
      • Kate Beckinsale actress
      • Keira Knightly actress
      • Kristen Stewart actress
      • Laetitia Casta
      • Lea Seydoux actress
      • Lou Doillon actress
      • Madonna
      • Marie Gillain actress
      • Marine Vacth Actress
      • Marion Cotillard actress
      • Melia Kreiling actress
      • Milla Jovovich
      • Monica Bellucci
      • Natalie Portman actress
      • Olga Kurylenko
      • Olivia Wilde actress
      • Penelope Cruz
      • Rachel Weisz actress
      • Salma Hayek actress
      • Sylvia Sakellaridis Actress
      • Uma Thurman
      • Virginie Ledoyen
      • Winona Ryder actress
      • Actresses - photo, nude I
      • Actresses - photo, nude II
      • Actresses - photo, nude III
      • Actresses - photo, nude IV
      • Actresses - photo, nude V
      • Actresses - photo, nude VI
      • Actresses - photo, nude VII
    • Photo - Artistic Nude models >
      • Abbey Lee Kershaw model
      • Adriana Lima
      • Alanna Arrington model
      • Alessandra Ambrosio
      • Alexandra Agoston Model
      • Alexandra Chashchina model
      • Alexandra Martynova model
      • Alexandra Micu model
      • Alexandria Jade model
      • Ali Michael model
      • Aline Weber
      • Alla Kostromichova model
      • Alyssa Miller model
      • Am Montoya model
      • Amanda Murphy Model
      • Amanda Wellsh model
      • Amber Valleta Model
      • Ana Beatriz Barros model
      • Ana Buljevic model
      • Anais Mali model
      • Anais Pouliot model
      • Anastasia Khodkina model
      • Andrea Margaret Model
      • Andreea Diaconu model
      • Angela Lindvall model
      • Anja Rubik model
      • Anna Christine Speckhart model
      • Anna Cleveland model
      • Anna de Rijk model
      • Anna Ewers model
      • Anna Feok model
      • Anna Huber model
      • Anna Mila Guyenz model
      • Anne-Marie Van Dijk model
      • Ansley Gulielmi model
      • Anthea Page model
      • Anya Lyagoshina model
      • Arizona Muse model
      • Audrey Marnay model
      • Aurelie Claudel Model
      • Ava Smith model
      • Aymeline Valade model
      • Bailee Mykell model
      • Bambi Northwood-Blyth model
      • Bar Refaeli model
      • Barbara Fialho model
      • Barbara Palvin model
      • Beegee Margenyte model
      • Behati Prinsloo model
      • Bella Hadid model
      • Bette Franke model
      • Bianca Balti model
      • Birgit Kos model
      • Blanca Padilla model
      • Bo Don model
      • Bree Addams model
      • Bregje Heinen model
      • Brenda Schad model
      • Bridget Hall model
      • Brooke Lynne Model
      • Cameron Russell model
      • Camille Rowe model
      • Candice Swanepoel model
      • Cara Delevingne model
      • Carla Bruni
      • Carlotte Carey model
      • Carmen Kass Model
      • Carola Remer model
      • Caroline Corinth model
      • Carolyn-Murphy model
      • Carre Otis model actress
      • Caterina Ravaglia model
      • Catherine McNeil model
      • Celia Hammond model
      • Charlee Fraser Model
      • Charlotte Tomas model
      • Charon Cooijmans model
      • Chiara Baschetti model
      • Chiara Scelsi model
      • Chloe Lecareux model
      • Chloe Sevigny actress model
      • Christy Turlington
      • Cindy Bruna model
      • Cindy Crawford
      • Conie Vallese model
      • Constance Jablonski model
      • Cordula Reyer model
      • Crista Cober Model
      • Cristina Kravic model
      • Cristina Piccone model
      • Crystal Renn model
      • Daria Strokous model
      • Daria Werbowy model
      • Debbie Deitering model
      • Diana Dondoe model
      • Diane Kruger model actress
      • Doutzen Kroes model
      • Drake Burnette model
      • Dree Hemingway model
      • Edie Campbell model
      • Edita Vilkeviciute model
      • Elina Vasilkovskaya model
      • Elisa Sednaoui model
      • Eliza Cummings model
      • Eliza Sys model
      • Elise Crombez model
      • Elle Macpherson model
      • Elsa Hosk model
      • Emily Didonato model
      • Emily Ratajkowski
      • Eniko Mihalik model
      • Erin O'Connor model
      • Erin Shea Model
      • Esther Canadas model
      • Eugenia Volodina model
      • Eva Herzigova
      • Fei Fei Sun model
      • Flavia Lucini model
      • Frankie Rayder model
      • Freja Beha Erichsen
      • Frida Gustavsson by
      • Georgia Fowler model
      • Georgia Hilmer model
      • Gia Carangi model
      • Giedre Dukauskaite model
      • Gigi hadid model
      • Gisele Bundchen Model
      • Grace Elizabeth model
      • Guinevere Van Seenus model
      • Hana Jirickova model
      • Hanna Sorheim model
      • Hannah Ferguson model
      • Heather Kemesky model
      • Helena Christensen Model
      • Helena Severin model
      • Hilary Rhoda model
      • Iana Godnia model
      • Iekeliene Stange model
      • Irina Shayk model
      • Isabeli Fontana model
      • Iselin Steiro model
      • Izabel Goulart model
      • Jac Monika Jagaciak model
      • Jacquelyn Jablonski model
      • Jade Mezard model
      • Jamie Bochert model
      • Jean Shrimpton model
      • Jerry Hall model
      • Jessica Lee Buchanan model
      • Jessica Miller model
      • Jessica Stam model
      • Joan Smalls model
      • Josephine Le Tutour model
      • Josephine Skriver model
      • Juli Foster model
      • Julia - Daniel Bauer
      • Julia Bergshoeff model
      • Julia Hafstrom model
      • Julia Liepa Model
      • Julia Stegner model
      • Julia Valimaki model
      • Julia van Os model
      • Kaia Gerber model
      • Kara Neko model
      • Kara Young model
      • Karen Elson model
      • Karlie Kloss model
      • Karlina Caune model
      • Karmen Pedaru model
      • Kasia Smutniak model-actor
      • Kasia Struss model
      • Kate Bogurcharskaia model
      • Kate Moss
      • Kati Nescher model
      • Katlin Aas model
      • Katlyn Lacoste model
      • Katrin Thormann model
      • Keira Grant Model
      • Kelly Cunningham Model
      • Kelsey Dylan model
      • Kendall Jenner model
      • Kinga Rajzak model
      • Kristen McMenamy model
      • Kyotocat model
      • Lara Mullen model
      • Lara Stone model
      • Larissa Hofmann model
      • Lauren Hutton Model
      • Lauren Marshall model
      • Lee Miller model, photographer
      • Lesly Masson model
      • Lily Aldridge model
      • Lily Stewart model
      • Linda Evangelista
      • Lise Olsen model
      • Liu Wen model
      • Liv Tyler actress-model
      • Liya Kebede model
      • Luma Grothe model
      • Luna Bijl Model
      • Magdalena Frackowiak model
      • Magdalena Klebanska model
      • Maggie Rizer model
      • Malgosia Bela model
      • Mali Koopman model
      • Manon Leloup model
      • Mara Darmousli Model
      • Maria Barlin Μodel
      • Mariacarla Boscono model
      • Marie Piovesan model
      • Marikka Juhler model
      • Marilhea Peillard model
      • Marine Deleeuw Model
      • Marique Schimmel model
      • Marloes Horst model
      • Marte Mei Van Haaster model
      • Martha Hunt model
      • Maud Le Fort model
      • Melissa Troutt model
      • Mica Arganaraz model
      • Ming Xi Model
      • Mini Anden model actress
      • Mirte Maas model
      • Missy Rayder model
      • Moa Aberg model
      • Myrtille Revemont model
      • Nadja Auermann Model
      • Nadja Bender model
      • Natalia Vodianova model
      • Natasha Poly model
      • Naty Chabanenko model
      • Nettie Harris Model
      • Ophelie Guillermand model
      • Othilia Simon Model
      • Patricia Van Der Vliet model
      • Patrycja Gardygajlo model
      • Pauline Moulettes model
      • Paz De La Huerta model, actor
      • Penelope Machine model
      • Rachel Williams model
      • Raica Oliveira model
      • Rebecca Tun model
      • Renata Sozzi model
      • Rianne Van Rompaey model
      • Roarie Yum Model
      • Ronja Furrer model
      • Roos Van Eik model
      • Ros Georgiou model
      • Rose Gilroy model
      • Rose Smith model
      • Rosie Huntington model
      • Sabrina Ioffreda model
      • Sam Rollinson model
      • Samantha Gradoville model
      • Sara Blomqvist model
      • Sara Pavan Model
      • Sara Sampaio model
      • Sarah Brannon model
      • Sasha Luss model
      • Sasha Pivovarova
      • Saskia de Brauw model
      • Sekaa model of naked
      • Shalom Harlow model
      • Shanina Shaik model
      • Sigrid Agren model
      • Sofia Fanego model
      • Sophia Ahrens model
      • Sophie Touchet model
      • Steffy Argelich model
      • Stella Maxwell model
      • Stella Tennant model
      • Stephanie Seymour model
      • Suvi Koponen model
      • Tasha Tilberg model
      • Tatjana Patitz Model
      • Taylor Hill model
      • Tiiu Kuik model
      • Toni Garrn model
      • Trish Davis model
      • Valerija Kelava model
      • Valery Kaufman model
      • Vanessa Axente model
      • Vanessa Moody model
      • Viki Koulianou model
      • Vittoria Ceretti model
      • Vivien Solari Model
      • Yasmin Le Bon model
      • Zlata Mangafic model
      • Zoi Aggeliki Mantzakanis
      • Zuzanna Bijoch model
    • Photo - Artistic Nude photographers >
      • Adam Franzino photographer
      • Adolfo Valente photographer
      • Adrian Sztruks photographer
      • Agata Pospieszynska photographer
      • Alasdair McLellan Photographer
      • Albert Watson Photographer
      • Alex Cayley photographer
      • Alex Freund photographer
      • Alexander Neumann photographer
      • Alexandra Nataf photographer
      • Alexi Lubomirski photographer
      • Alina Lebedeva Photographer
      • Alique Photographer
      • An Le Phptographer
      • Andre Carrara photographer
      • Αndre de Dienes
      • Andreas Ortner photographer
      • Angelo Pennetta photographer
      • Annemarieke Van Drimmelen
      • Annie Leibovitz photographer
      • Art T Photographers
      • ART T - Photos
      • Arthur Elgort photographer
      • Attilio D'Agostino photographer
      • Ben Weller photographer
      • Benjamin Lennox photographer
      • Benny Horne photographer
      • Bettina Rheims Photographer
      • Billy Kidd photographer
      • Bjorn Iooss photographer
      • Boe Marion photographer
      • Boo George photographer
      • Bruce Weber Photographer
      • Bryan Adams Photographer
      • Cameron Hammond photographer
      • Camilla Akrans Photographer
      • Carlotta Manaigo photographer
      • Carter Smith photographer
      • Cass Bird Photographer
      • Cedric Buchet photographer
      • Chadwick Tyler photographer
      • Chip Willis photographer
      • Chris Colls photographer
      • Chris Von Wangenheim photographer
      • Christian Coigny photographer
      • Christian MacDonald photographer
      • Collier Schorr Photographer
      • Craig McDean
      • Dahmane Benanteur Photographer
      • Dan Martensen Photographer
      • Daniel Bauer
      • Daniel Jackson Photographer
      • Daniele & Iango photographers
      • Daniella Rech photographer
      • Darren Ankenman Photographer
      • Darren McDonald photographer
      • David Bailey Photographer
      • David Bellemere Photographer
      • David Hamilton
      • David Hilton photographer
      • David Roemer Photographer
      • David Sims photographer
      • Dean Freeman photographer
      • Dmitriy Chapala Photographer
      • Drew Jarrett Photographer
      • Driu & Tiago photographers
      • Edward Weston Photographer
      • Ellen Von Unwerth Photographer
      • Emma Tempest Photographer
      • Emmet Gowin Photographer
      • Eric Guillemain photographer
      • Fabrizio Ferri Photographer
      • Fred Meylan Photographer
      • Gabriele Rigon photographer
      • Gabriel Amano Photographer
      • George Holz photographer
      • George Pitts photographer
      • Giampaolo Sgura Photographer
      • Gianluca Fontana photographer
      • Gilles Bensimon Photographer
      • Glen Luchford Photographer
      • Greg Kadel Photographer
      • Greg Swales photographer
      • Gregory Harris photographer
      • Günter Rössler photographer
      • Hannes Caspar photographer
      • Hans Neumann photographer
      • Hasse Nielsen photographer
      • Hedi Slimane Photographer
      • Helmut Newton
      • Henrique Gendre photographer
      • Herbert Matter Photographer
      • Herb Ritts
      • Hugh Lippe photographer
      • Hyea W. Kang photographer
      • Igor Vasiliadis
      • Inez and Vinoodh Photographers
      • Irving Penn photographer
      • Jack Welpott photographer
      • Jacques Bourboulon photographer
      • Jan Cibula photographer
      • Jan Welters photographer
      • jason kibbler photographer
      • Jason Kim photographer
      • Jason Lee Parry photigrapher
      • Javier Vallhonrat photographer
      • Jean Francois Jonvelle Photographer
      • Jean Jacques André
      • Jeanloup Sieff photographer
      • Jean Baptiste Mondino Photographer
      • Jiri Ruzek Photographer
      • Jock Sturges photographer
      • Josh Olins Photographer
      • Juergen Teller Photographer
      • Karim Sadli photographer
      • Karl Lagerfeld
      • Klaus Ender Photographer
      • Lachlan Bailey Photographer
      • Lina Scheynius photographer
      • Liz Collins photographer
      • Luigi & Iango Photographer
      • Man Ray Photographer
      • Manolo Campion photographer
      • Manu Madelaine Photographer
      • Marc Rivière Photographer
      • Marcin Tyszka photographer
      • Marcus Ohlsson photographer
      • Mariano Vivanco photographer
      • Mario Sorrenti Photographer
      • Mario Testino Photographer
      • Mark Abrahams photographer
      • Mark Segal Photographer
      • Matt Easton photographer
      • Matteo Montanari photographer
      • Matthew Brookes photographer
      • Mert Alas & Marcus Piggott Photographers
      • Michael Brus Photographer
      • Michael Cordiez Photographer
      • Michael Schwartz photographer
      • Michel Comte Photographer
      • Michelangelo Di Battista photographer
      • Miguel Reveriego photographer
      • Mikael Jansson
      • Mike Dowson photographer
      • Mikey McMichaels photographer
      • Naomi Yang Photographer
      • Nathaniel Goldberg photographer
      • Nick Dorey photographer
      • Nick Hudson photographer
      • Nico Bustos photographer
      • Nicolas Guerin Photographer
      • Nicole Bentley photographer
      • Nobuyoshi Arakie photographer
      • Pamela Hanson photographer
      • Paola Kudacki photographer
      • Paolo Roversi Photographer
      • Patrick Demarchelier Photographer
      • Paul Schmidt photographer
      • Peter Basch photographer
      • Peter Lindmbergh Photographer
      • Phil Poynter photographer
      • Philip Gay photographer
      • Olivia Frolich photographer
      • Quentin de Briey
      • Raf Stahelin photographer
      • Rankin photographer
      • Regan Cameron photographer
      • Riccardo Vimercati photographer
      • Richard Avedon photographer
      • Rokas Darulis photographer
      • Rory Payne photographer
      • Russell James photographer
      • Sante D’Orazio Photographer
      • Santiago & Mauricio Sierra photographers
      • Sean & Seng photographers
      • Sebastian Faena photographer
      • Sebastian Kim Photographer
      • Selina Mayer Photographer
      • Signe Vilstrup photographer
      • Simon Upton photographer
      • Sofia Sanchez & Mauro Mongiello photographers
      • Solve Sundsbo Pfotographer
      • Sonia Szostak photographer
      • Stas Komarovski photographer
      • Stefano Galuzzi photographer
      • ​Stephane Coutelle photographer
      • Steven Klein photographer
      • Steven Meisel Photographer
      • Steven Pan photographer
      • Sylvie Lancrenon Photographer
      • Takis Diamantopoulos
      • Terry O'Neill Photographer
      • Terry Richardson
      • Thanassis Krikis photographer
      • Theo Wenner photographer
      • Thomas Lohr photographer
      • Thomas Whiteside photographer
      • Tom Craig Photographer
      • Tom Munro photographer
      • Tom Schirmacher Photographer
      • Tony Potts Photographer
      • Txema Yeste Photographer
      • Victor Demarchelier photographer
      • Vincent Peters Photographer
      • Ward Ivan Rafik photographer
      • Will Davidson photographer
      • Will Vendramini photographer
      • Willy Vanderperre photographer
      • Xavi Gordo photographer
      • Xevi Muntane photographer
      • Yelena Yemchuk Photographer
      • Yiorgos Mavropoulos photographer
      • Yu Tsai photographer
      • Yulia Gorbachenko photographer
      • Zee Nunes photographer
      • Zoey Grossman Photographer
      • Zoltan Tombor photographer
      • Artistic Nude Photographers
  • ΑΘΕΪΑ
    • Αδελφοί Καραμαζώφ
    • Επίκουρος Λουκρήτιος
    • Ο άνθρωπος δημιούργησε το Θεό
    • Σαντ Ρομαντισμός
    • Το Κακό μέσα σε μια Φύση χωρίς Θεό.
    • Τυχαίο Τυχαιότητα
  • Δανέζης Μάνος - matrix
  • ΦΙΛΟΖΩΊΑ - ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
    • Ηλίας Βενέζης Από την Αιολική Γη, Το Καμηλάκι
    • Λογοτεχνία και ζώα
    • Τζον Κούτσι και τα Ζώα
    • Το Κακό μέσα στη Φύση.
  • Προσωπικά εκ βαθέων
  • Κρητική μουσική. Αφιέρωμα στα Συρτά
    • Κρητικά Συρτά οι Δημιουργοί 1
    • Κρητικά Συρτά οι Δημιουργοί 2
    • Τα Συρτά πριν τον Σκορδαλό
    • Κρητικά Συρτά Οι Δεξιοτέχνες 1
    • Κρητικά Συρτά Οι Δεξιοτέχνες 2
  • Κρητική μουσική Αφιέρωμα στις Κοντυλιές.
  • Η γυναίκα στην Κρητική μουσική και το τραγούδι
  • Τα καλύτερα τραγούδια της καψούρας
  • Πολιτική Απορρήτου
  • Contact Form
  • Κρητικά Συρτά οι Δημιουργοί 3 1

Όσκαρ Γουάιλντ, το πορτρέτο τού Ντόριαν Γκρέυ

Picture
Picture
Να ένα βιβλίο που ξεχειλίζει από εξυπνάδα. Η χαρά τού αναγνώστη. Ένα βιβλίο στο οποίο η ευφυής παραδοξολογία του  σε εκπλήσσει κάθε τόσο, σε στριμώχνει στο τοίχο,  το ζηλεύεις  κάθε στιγμή. Βιβλίο κατ᾿ εξοχήν ύφους. Ένα βιβλίο παραμύθι - μυθιστόρημα παραδοξολογίας. Η σημασία τού μύθου: Το αιώνιο, καθολικό  και ανέλπιδο  αίτημα  τής αναζήτησης, τής νοσταλγίας τής νεότητας. Στο συγκεκριμένο βιβλίο αναζήτηση γίνεται με κάθε τρόπο πουλώντας και τη "ψυχή" στο "διάβολο" όπως και ο Φάουστ τού Γκαίτε.
Ο μύθος τού βιβλίου: Ο Ντόριαν Γκρέυ είναι ένας νέος εκπληκτικής ομορφιάς. Ο  ζωγράφος Μπάζιλ Χόλγουορντ, (ένας βαθιά ηθικός άνδρας, που πέφτει θύμα τής γοητείας τού Ντόριαν), γοητευμένος  από την ομορφιά τού νέου, ζωγραφίζει το πορτρέτο του και θεωρεί ότι ο πίνακας αυτός δίδει μια νέα κατεύθυνση στην τέχνη του. Το πορτρέτο τού Ντόριαν Γκρέυ είναι  πράγματι ένα θαύμα ομορφιάς. Ο φίλος τού ζωγράφου ο λόρδος Χένρυ Γουότον ένας υπερόπτης, παραδοξολόγος και  δανδής, συναντά τον Ντόριαν κατά τη διάρκεια δημιουργίας τού πίνακα  και ενθουσιάζεται  από  την ομορφιά του  και την ομορφιά τού πορτρέτου. Εξαιρετικά πνευματώδης, αντιπροσωπεύει  το κριτικό πνεύμα τής κουλτούρας τής Βικτωριανής εποχής στα τέλη τού 19ου αιώνα, φθάνοντας την κριτική του με το δηλητηριώδες χιούμορ του, ως τον αμοραλισμό,  με κύρια βάση τον ηδονισμό. Θεωρεί ότι το μόνο πράγμα στην ζωή άξιο αναζήτησης είναι η Ομορφιά και η ολοκλήρωση των αισθήσεων.  Μαγεύει το  Ντόριαν  με τις  παράδοξες ιδέες του, τις γεμάτες ευφυΐα και ο νεαρός συνειδητοποιώντας ότι μια μέρα η ομορφιά του θα χαθεί, εκφράζει την επιθυμία να παραμείνει ο ίδιος πάντα νέος  και το πορτραίτο του  να απορροφά όλες τις φθορές εξαιτίας τού  χρόνου και τής έκλυτης ζωής  του μέσα στην  ακολασία των ηδονών, γερνώντας αυτό   αντί εκείνου. Η ευχή τού Ντόριαν εκπληρώνεται, όπως στα παραμύθια και το πορτραίτο απορροφά  τον  αντίκτυπο που έχει κάθε πράξη στην ψυχή του, στο κυνήγι των αισθήσεων, και  το κάθε αμάρτημα παραμορφώνει τις  γραμμές τού προσώπου και  τού σώματός τού πορτρέτου.
Ο Όσκαρ Γουάιλντ είχε πει σε συνέντευξή του.  «Ο Μπάζιλ Χόλγουορντ είναι αυτό που νομίζω ότι είμαι εγώ· ο λόρδος Χένρυ είναι αυτό που ο κόσμος νομίζει ότι είμαι· ο Ντόριαν είναι αυτό που θα ᾿θελα να είμαι - σε άλλες εποχές ίσως».

Ένα μικρό βιογραφικό τού Όσκαρ Γουάιλντ

Picture
Ο Όσκαρ Γουάιλντ γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1854 και πέθανε στο  Παρίσι το  1900. Σπούδασε στην Οξφόρδη και επηρεάστηκε από  τις απόψεις  περί αισθητικής τού Τζον Ράσκιν (John Ruskin, 1819 - 1900) - αν και δεν δέχτηκε ποτέ τη θεωρία του για την ηθική βάση τής τέχνης - και τού Γουόλτερ Πέιτερ (Walter Pater, 1839–1894). Μετά το πανεπιστήμιο, ο Ουάιλντ μετακόμισε στο Λονδίνο όπου εντάχθηκε στους ανώτερους πνευματικούς και κοινωνικούς κύκλους. Ως εκπρόσωπος τού κινήματος τού Αισθητισμού ασχολήθηκε με όλες τις μορφές τής  διανόησης: εξέδωσε μία ποιητική συλλογή, έδωσε ομιλίες στις Η.Π.Α. και στον Καναδά σχετικά με τον «Αγγλικό Διαφωτισμό στην Τέχνη» και έπειτα επέστρεψε στο Λονδίνο όπου έγραψε μεγάλο αριθμό άρθρων ως δημοσιογράφος. Γνωστός για το οξυδερκές πνεύμα, τις εξεζητημένες εμφανίσεις και τούς πνευματώδεις διαλόγους του, ο Ουάιλντ έγινε μια από τις διασημότερες προσωπικότητες τής εποχής του. Ταξίδεψε πολλές φορές στο Παρίσι, όπου σπούδασε ζωγραφική. Για ένα ορισμένο διάστημα, μιμήθηκε την επιτήδευση των Γάλλων παρνασσικών ποιητών και τού Γκωτιέ.
Η ευγλωττία του, η ανθρωπιά και η ευγένειά του τον έκαναν αγαπητό τόσο στα σαλόνια όσο και στον υπόκοσμο, όπου τού άρεσε να συχνάζει.
Μεταξύ 1885 και 1891 επιδόθηκε στη συγγραφή παραμυθιών, τα οποία συγκέντρωσε στα βιβλία του "Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλα παραμύθια" (1888) και "Το σπίτι με τα ρόδια"(1891)·
Στην ίδια περίοδο ανήκει και το μυθιστόρημα "Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ", που  εκδόθηκε το  1891.
Στο Παρίσι έγραψε στα γαλλικά, για την ηθοποιό Σάρα Μπερνάρ, το δράμα Σαλώμη. Μετέφερε στην αγγλική σκηνή με μεγάλη επιτυχία ένα είδος διαλόγου που τον χαρακτήριζε γνήσιο παριζιάνικο πνεύμα, με τις κωμωδίες "Η βεντάλια της λαίδης Γονίντερμιρ" (1892), "Μια γυναίκα χωρίς σημασία"  (1893), "Ένας ιδανικός σύζυγος" και "Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός" (1895).
Το 1884 παντρεύτηκε την Κόνστανς Λόυντ και μαζί απέκτησαν δύο γιους. Από το 1893, όμως, η ιδιωτική του ζωή  είχε αρχίσει να τού στερεί την εύνοια τής υψηλής κοινωνίας. Το 1895 υπέβαλε μήνυση στον μαρκήσιο τού Κουίνσμπερι Τζον Ντάγκλας για συκοφαντία. Ο Μαρκήσιος ήταν ο πατέρας τού εραστή τού Ουάιλντ, τού Λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας. Στην διάρκεια τής δίκης παρουσιάστηκαν αποδείξεις οι οποίες ανάγκασαν τον Ουάιλντ να αποσύρει τη μήνυση και οδήγησαν στη σύλληψή του με την κατηγορία τού σοδομισμού (η ομοφυλοφιλία ήταν τότε ποινικό αδίκημα στην Αγγλία και  την καταδίκη του σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα. Καρπός της φυλάκισής του ήταν το έργο "Εκ βαθέων"  (De Profundis), ένα μέρος του οποίου δημοσιεύτηκε το 1905 (και ολόκληρο όχι πριν από το 1949), καθώς και "Η μπαλάντα της φυλακής τού Ρέντινγκ" , που δημοσιεύτηκε το 1898. Μετά την αποφυλάκισή του, ο Γουάιλντ εγκαταστάθηκε στο Παρίσι  όπου και  πέθανε από μηνιγγίτιδα, στις 30 Νοεμβρίου 1900.
Συγγραφέας με μεγάλο ταλέντο,  ευφυής, παραδοξολόγος ,εκπρόσωπος τού ρεύματος των εστέτ και των παρακμιακών.

Ανθολόγηση τού κειμένου

Ακολουθεί μια μυθιστορηματική ανθολόγηση τού κειμένου, με ελάχιστες παραλείψεις γιατί το κείμενο είναι τόσο πνευματώδες και δεν σού κάνει παραχωρήσεις για ξεσκαρτάρισμα, σε αντίθεση με πολλά μυθιστορήματα  που λόγω βαριεμάρας που προκαλούν, μια ανθολόγηση θα κατέληγε σε ένα διήγημα καλό ή κακό, όπως από την αρχή έπρεπε να είχε γραφεί: σαν διήγημα αντί για μυθιστόρημα.
Μια και λοιπόν το κείμενο δεν μάς κάνει εκπτώσεις, αποφάσισα να τις κάνει η ανθολόγηση  στον αναγνώστη (αν βρεθεί ). Το κέρδος από τις εκπτώσεις σε ένα κείμενο προφανέστατα είναι ο χρόνος.  Έτσι λοιπόν όπως και στις πραγματικές εκπτώσεις οι τιμές διαφοροποιούνται: Η πρώτη κλίμακα είναι για τούς πολύ βιαστικούς. Διαβάζουν μόνο το με πράσινο χρώμα σηματοδοτημένο κείμενο, στο οποίο είναι κρυμμένη η σημασία  τής μυθοπλασίας ή ό,τι διευκολύνει γι αυτή.
Η δεύτερη κλίμακα είναι για τους λάτρεις τής παραδοξολογίας,  είναι  μαρκαρισμένο με Bold μαύρους χαραχτήρες,   και το κείμενο πολύ γαλαντόμο θα τούς ανταμείψει πλουσιοπάροχα.
Η τρίτη κατηγορία διαβάζει ολόκληρο το κείμενο με τούς κανονικούς, τούς Bold και τούς πράσινους χαραχτήρες και θα δει τι κερδίζει σε χρόνο πάντοτε, στη συνέχεια.
Σ᾿ αυτούς που δε γίνεται καμιά έκπτωση, είναι αυτοί που θα διαβάσουν και τις σημειώσεις που είναι με μπλέ χρώμα. Αυτοί που δεν θα τούς γίνει καμιά έκπτωση είναι  παράδοξα  και οι κερδισμένοι σε αντίθεση με τις πραγματικές εμπορικές εκπτώσεις.
(Ας μού συγχωρέσει ο αναγνώστης -στρια  αν βρεθεί  είπαμε αυτό το παιγνιδάκι).
Η ανθολόγηση έγινε κατά βάση από την έκδοση τού βιβλίου από τα "Γράμματα" και την "Κυριακάτικη ελευθεροτυπία ", στην οποία μεταφράστρια είναι η Τίνα Στεφανοπούλου, γιατί από αυτή την έκδοση είχα  κρατήσει σε σημειώσεις τις παραδοξολογίες τού βιβλίου. Σε πολλά σημεία όμως, όπου  υπήρχε κάποια σκοτεινάδα ή έλλειψη καθαρού νοήματος συμβουλευόμουνα και την έκδοση από το "Μεταίχμιο" στην οποία μεταφράστρια είναι η Γωγώ Αρβανίτη. 

Πρόλογος (1)

  • Ο καλλιτέχνης είναι ο δημιουργός ωραίων πραγμάτων.
  • Σκοπός τής τέχνης είναι να αποκαλύπτει τον εαυτό της και να κρύβει τον καλλιτέχνη.
  • Κριτικός είναι αυτός που μπορεί να μεταφράζει με έναν άλλο τρόπο ή σ᾿  ένα νέο υλικό την εντύπωση που τού δημιουργούν τα ωραία πράγματα.
  • Η υψηλότερη, όπως και η κατώτερη, μορφή κριτικής είναι ένας τρόπος  αυτοβιογραφίας.
  • Εκείνοι που βρίσκουν άσχημα νοήματα σε ωραία πράγματα είναι διεφθαρμένοι χωρίς να είναι γοητευτικοί. Αυτό είναι ελάττωμα.
  • Εκείνοι που βρίσκουν ωραία νοήματα σε ωραία πράγματα είναι οι καλλιεργημένοι. Γι᾿  αυτούς υπάρχει ελπίδα.
  • Υπάρχουν οι εκλεκτοί για τούς οποίους τα ωραία πράγματα σημαίνουν μόνο Ομορφιά.
  • Δεν υπάρχουν ηθικά ή ανήθικα βιβλία. Τα βιβλία είναι καλογραμμένα ή κακογραμμένα. Αυτό είναι όλο.
  • Η αντιπάθεια τού δέκατου ένατου αιώνα για το Ρεαλισμό είναι η λύσσα τού Κάλιμπαν (2) που βλέπει το πρόσωπό του στον καθρέφτη.
  • Η αντιπάθεια τού δέκατου ένατου αιώνα για το Ρομαντισμό είναι η λύσσα τού Κάλιμπαν που δε βλέπει το πρόσωπό του στον καθρέφτη.
  • Η ηθική ζωή τού ανθρώπου αποτελεί μέρος τού υλικού που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης, αλλά η ηθικότητα τής τέχνης συνίσταται στην τέλεια χρήση ενός μέσου που δεν είναι τέλειο. Κανένας καλλιτέχνης δεν επιθυμεί να αποδείξει κάτι. Ακόμη και τα πράγματα που είναι αληθινά, μπορούν να αποδειχτούν.
  • Κανένας καλλιτέχνης δεν έχει ηθικές συμπάθειες. Μια ηθική συμπάθεια σ᾿  έναν καλλιτέχνη αποτελεί ασυγχώρητη επιτήδευση ύφους.
  • Ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί ποτέ να είναι νοσηρός. Ο καλλιτέχνης μπορεί να εκφράσει τα πάντα.
  • Η σκέψη και η γλώσσα είναι για τον καλλιτέχνη εργαλεία για την τέχνη του.
  • Η κακία και η αρετή είναι για τον καλλιτέχνη υλικό για την τέχνη του.
  • Από την άποψη τής μορφής, το αρχέτυπο  για όλες τις τέχνες είναι η τέχνη τής μουσικής. Από την άποψη τού αισθήματος, αρχέτυπο είναι η τέχνη τού ηθοποιού.
  • Όλη η τέχνη είναι συγχρόνως επιφάνεια και σύμβολο.
  • Εκείνοι που προχωρούν πέρα από την επιφάνεια, το κάνουν με δικό τους κίνδυνο.
  • Εκείνοι που διαβάζουν το σύμβολο, το κάνουν με δικό τους κίνδυνο.
  • Είναι ο θεατής, και όχι η ζωή, αυτό που αντικαθρεφτίζει στην πραγματικότητα η τέχνη.
  • Ο διχασμός των απόψεων πάνω σ᾿  ένα έργο τέχνης δείχνει ότι το έργο είναι νέο, πολυσύνθετο και σφριγηλό.
  • Όταν οι κριτικοί διαφωνούν, ο καλλιτέχνης βρίσκεται σε συμφωνία με τον εαυτό του.
  • Μπορούμε να συγχωρήσουμε έναν άνθρωπο γιατί έκανε ένα χρήσιμο πράγμα, στο βαθμό που δεν το θαυμάζει. Η μόνη δικαιολογία για να κάνει κάποιος ένα άχρηστο πράγμα είναι να το θαυμάζει απεριόριστα.
  • Όλη η τέχνη είναι εντελώς άχρηστη.
Όσκαρ Γουάιλντ

Σημειώσεις
(1) Μια πολυσυζητημένη περίληψη των αισθητικών απόψεων τού Γουάιλντ. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Δεκαπενθήμερη επιθεώρηση, στο τεύχος τού Μαρτίου τού 1981 [Σ]
[Σ]: Από εδώ και πέρα Τίνα Στεφανοπούλου σχόλια τής μεταφράστριας στην έκδοση τού βιβλίου από τα "Γράμματα" και την Ελευθεροτυπία (2006)
(2) Κάλιμπαν: Ο τερατόμορφος χαρακτήρας στην "Τρικυμία" τού Σαίξπηρ, υπηρέτης τού Πρόσπερο , ιθαγενής στο νησί που έχει εξοριστεί ο Πρόσπερο, Δούκας του Μιλάνου,  όταν χάνει τον θρόνο του, από τον αδελφό του  Αντόνιο, και καταλήγει σε ένα ερημονήσι μαζί με τη μικρή του κόρη, Μιράντα.


[Α]: από εδώ και πέρα Γωγώ Αρβανίτη μεταφράστρια στην έκδοση τού "Μεταίχμιου".

1

Το ατελιέ ήταν γεμάτο με την πλούσια μυρωδιά των ρόδων, κι όταν ο ελαφρός καλοκαιριάτικος αέρας φυσούσε ανάμεσα στα δέντρα τού κήπου, απ᾿  την ανοιχτή πόρτα έμπαινε το βαρύ άρωμα τής πασχαλιάς, ή η λεπτότερη μυρωδιά τής λουίζας.
Από τη γωνιά τού περσικού ντιβανιού με τα δερμάτινα μαξιλάρια όπου ήταν ξαπλωμένος, καπνίζοντας, σύμφωνα με τη συνήθειά του, αμέτρητα τσιγάρα, ο λόρδος Χένρυ Γουότον  μόλις που διέκρινε τη λάμψη των μελένιων και ευωδιαστών ανθών τού αγιοκλήματος, που τα τρεμουλιαστά κλαριά του έμοιαζε να σηκώνουν με δυσκολία το φορτίο μιας ομορφιάς τόσο πύρινης σαν τη δική τους. Που και που, η φανταστική σκιά των πουλιών που πετούσαν, διαγραφόταν φευγαλέα πάνω στη μεταξωτή κουρτίνα που κάλυπτε το τεράστιο παράθυρο, δημιουργώντας μια στιγμιαία εντύπωση γιαπωνέζικης ζωγραφιάς. Τού έφερναν στο νου εκείνους τούς ωχρούς ζωγράφους τού Τόκιο, με τα χαρακτηριστικά που μοιάζουν σκαλισμένα σε νεφρίτη· μέσα από την τέχνη τους, που είναι αναγκαστικά ακίνητη, προσπαθούν να μεταδώσουν την αίσθηση τής ταχύτητας και τής κίνησης. Το πνιγμένο βουητό των μελισσών που πετούσαν μες στο μακρύ, ακούρευτο γρασίδι, ή περιτριγύριζαν με μονότονη επιμονή τα σκονισμένα χρυσαφιά λουλούδια τού αναρριχώμενου αγιοκλήματος, έμοιαζε να κάνει την ησυχία ακόμη πιο καταθλιπτική. Ο αχνός απόηχος τού Λονδίνου ακουγόταν σαν τις βαθιές νότες ενός μακρινού εκκλησιαστικού οργάνου.
Στο κέντρο του δωματίου, προσαρμοσμένο σ᾿  έναν όρθιο τρίποδα, βρισκόταν το ολόσωμο πορτρέτο ενός νέου εξαιρετικής ομορφιάς, και μπροστά του, λίγο πιο κει, καθόταν ο ίδιος ο καλλιτέχνης, ο Μπάζιλ Χόλγουορντ, που η αιφνίδια εξαφάνισή του πριν από μερικά χρόνια προκάλεσε, τότε, μεγάλη αναταραχή κι  έδωσε λαβή σ᾿  ένα σωρό παράξενες εικασίες.
Καθώς ο καλλιτέχνης κοίταζε τη χαριτωμένη και ωραία μορφή που με τόση τέχνη είχε αποτυπώσει στον πίνακα, ένα χαμόγελο ευχαρίστησης πέρασε από το πρόσωπό του, και φάνηκε πως ήθελε να μείνει μόνιμα ζωγραφισμένο εκεί. Ξαφνικά όμως, ανακάθισε απότομα, και κλείνοντας τα μάτια, ακούμπησε τα δάχτυλα πάνω στα βλέφαρά του, λες κι ήθελε να κρατήσει φυλακισμένο μες στο μυαλό του κάποιο περίεργο όνειρο που φοβόταν ότι θα έχανε ξυπνώντας.
«Είναι το καλύτερο έργο σου, Μπάζιλ, το πιο όμορφο που ζωγράφισες ποτέ» είπε ο λόρδος Χένρυ νωχελικά. «Πρέπει οπωσδήποτε να το στείλεις τού χρόνου στην γκαλερί Γκρόσβενορ. Η Ακαδημία είναι πάρα πολύ μεγάλη και πολύ μπανάλ. Όσες φορές πήγα εκεί, είτε είχε τόσο κόσμο, που δεν μπορούσα να δω τούς πίνακες, πράγμα απαίσιο, είτε είχε τόσο πολλούς πίνακες, που δεν μπορούσα να δω τον κόσμο, πράγμα πολύ χειρότερο. Η Γκρόσβενορ είναι ο μοναδικός κατάλληλος χώρος».
«Νομίζω ότι δε θα το στείλω πουθενά» απάντησε ο καλλιτέχνης, ρίχνοντας πίσω το κεφάλι μ᾿  εκείνο τον παράδοξο τρόπο που έκανε τούς φίλους του να τον κοροϊδεύουν στην Οξφόρδη. «Όχι, δε θα τον στείλω πουθενά».
«Δε θα το στείλεις πουθενά; Αγαπητέ μου, γιατί; Έχεις συγκεκριμένο λόγο; Τι περίεργοι τύποι που είσαστε εσείς οι ζωγράφοι! Κάνετε το παν για να αποκτήσετε φήμη, και μόλις την αποκτήσετε, κάνετε το παν για να την καταστρέψετε.   Είναι πολύ ανόητο εκ μέρους σου, γιατί ένα μόνο είναι χειρότερο από το να μιλούν όλοι για σένα, κι αυτό είναι το να μη μιλούν καθόλου. Ένα πορτρέτο σαν αυτό θα σε τοποθετούσε στην κορυφή όλων των νέων ζωγράφων της Αγγλίας,  και θα ᾿κανε τούς γέρους ζωγράφους να σε ζηλέψουν, αν βέβαια οι γέροι είναι ικανοί για οποιοδήποτε συναίσθημα».
«Ξέρω ότι θα με κοροϊδέψεις» αποκρίθηκε ο άλλος, «αλλά πραγματικά δεν μπορώ να τον εκθέσω.  Έχω βάλει πάρα πολλά απ᾿  τον εαυτό μου».
Ο λόρδος Χένρυ τεντώθηκε πάνω στο ντιβάνι και γέλασε.
«Ναι, το ήξερα ότι θα γελούσες, αλλά αυτή είναι η αλήθεια».
«Έχεις βάλει πάρα πολλά από τον εαυτό σου! Στο λόγο μου, Μπάζιλ, δε φανταζόμουν ότι είσαι τόσο ματαιόδοξος, και πραγματικά δεν μπορώ να βρω την παραμικρή ομοιότητα ανάμεσα σ᾿  εσένα, με τα δυνατά και αδρά χαρακτηριστικά και τα κατάμαυρα μαλλιά σου, κι αυτόν το νεαρό Άδωνη, που μοιάζει καμωμένος από φίλντισι και ροδοπέταλα. Για τ᾿  όνομα του Θεού, αγαπητέ μου Μπάζιλ, αυτός είναι ένας Νάρκισσος, κι εσύ - εντάξει, φυσικά διαθέτεις έκφραση διανοουμένου κι όλα τα σχετικά.  Αλλά η ομορφιά, η αληθινή ομορφιά, τελειώνει εκεί που αρχίζει η έκφραση τής πνευματικότητας. Το ίδιο το πνεύμα είναι από τη φύση του μια υπερβολή και καταστρέφει κάθε αρμονία σ᾿  ένα πρόσωπο. Τη στιγμή που κάποιος κάθεται να σκεφτεί, γίνεται όλος μύτη ή όλος μέτωπο, ή κάτι άλλο εξίσου φριχτό. Κοίτα τούς επιτυχημένους άντρες κάθε επαγγέλματος που απαιτεί γνώση. Είναι απαίσιοι! Εκτός, φυσικά, από τούς λειτουργούς τής Εκκλησίας. Αλλά οι κληρικοί δε σκέφτονται. Ένας επίσκοπος εξακολουθεί να λέει αυτά που άκουγε όταν ήταν δεκαοχτώ χρονών παιδί, και σαν φυσική συνέπεια διατηρεί πάντοτε μια υπέροχη όψη. Ο μυστηριώδης νεαρός σου φίλος, που το όνομά του δε μού είπες ποτέ,  αλλά που το πορτρέτο του πραγματικά με μαγεύει, δε σκέφτεται ποτέ. Είμαι εντελώς σίγουρος. Είναι ένα άμυαλο, όμορφο πλάσμα, που θα ᾿πρεπε να το έχουμε κοντά μας το χειμώνα όταν δεν υπάρχουν λουλούδια να κοιτάζουμε, όπως επίσης και το καλοκαίρι, όταν χρειαζόμαστε κάτι για να δροσίζει το πνεύμα μας. Μην κολακεύεις τον εαυτό σου, Μπάζιλ, δεν έχεις την παραμικρή ομοιότητα με τον πίνακά σου».
«Δε με κατάλαβες, Χάρυ» αποκρίθηκε ο καλλιτέχνης. «Φυσικά και δεν τού μοιάζω καθόλου. Το ξέρω πολύ καλά. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα λυπόμουν αν του έμοιαζα. Δε με πιστεύεις; Σού λέω την αλήθεια.   Υπάρχει κάτι μοιραίο σε κάθε σωματική ή πνευματική υπεροχή, αυτό το μοιραίο που σαν σκυλί μοιάζει ν᾿  ακολουθεί σ᾿  όλη την πορεία τής ιστορίας τα διστακτικά βήματα των βασιλιάδων. Καλύτερα να μη διαφέρεις από τούς συνανθρώπους σου. Οι άσχημοι και οι ανόητοι είναι οι τυχεροί αυτού τού κόσμου. Μπορούν να κάθονται με την ησυχία τους και να χαζεύουν το έργο που παίζεται μπροστά στα μάτια τους. Μπορεί να μην ξέρουν τι θα πει νίκη, αλλά τουλάχιστον γλιτώνουν από τη γνώση τής ήττας. Ζουν όπως θα ᾿πρεπε να ζούμε όλοι, ατάραχοι. κι αδιάφοροι, δίχως ανησυχίες.  Δεν καταστρέφουν τούς άλλους, ούτε οδηγούνται στο χαμό από τα χέρια των άλλων. Η κοινωνική θέση και τα πλούτη σου Χάρυ, το δικό μου το μυαλό, το όποιο μου μυαλό - η τέχνη μου, ό,τι κι αν αξίζει, η ομορφιά τού Ντόριαν Γκρέυ - όλοι θα υποφέρουμε γι᾿  αυτά που μάς έδωσαν οι θεοί, θα υποφέρουμε τρομερά». «Ντόριαν Γκρέυ; Αυτό είναι τ᾿  όνομά του;» ρώτησε ο λόρδος Χένρυ, διασχίζοντας το ατελιέ και πλησιάζοντας τον Μπάζιλ Χόλγουορντ.
«Ναι, αυτό είναι τ᾿  όνομά του. Δε σκόπευα να σού το αποκαλύψω».
«Για ποιο λόγο όμως;»
«Α, δεν μπορώ να σού εξηγήσω. Όταν μού αρέσει πολύ κάποιος, δεν αποκαλύπτω σε κανέναν το όνομά του. Μού φαίνεται ότι λέγοντάς το, παραχωρώ στους ξένους ένα κομμάτι του.  Έχω καταλήξει να αγαπώ τη μυστικότητα. Μού φαίνεται ότι είναι το μόνο που μπορεί να κάνει τη σύγχρονη ζωή μας μυστηριώδη ή υπέροχη. Το πιο κοινό πράγμα γίνεται καταπληκτικό, αρκεί να το κρύψεις. Όταν φεύγω απ᾿  την πόλη, δε λέω ποτέ στους φίλους μου πού πηγαίνω. Αν το έκανα, θα έχανα κάθε ευχαρίστηση. Είναι μια ανόητη συνήθεια, μπορώ να πω, αλλά μού φαίνεται ότι φέρνει πολύ ρομαντισμό στη ζωή μας. Φαντάζομαι ότι με θεωρείς εντελώς ανόητο, έτσι δεν είναι;»
«Καθόλου» αποκρίθηκε ο λόρδος Χένρυ, «καθόλου, αγαπητέ μου Μπάζιλ.  Ξεχνάς, μού φαίνεται, ότι είμαι παντρεμένος, και η μοναδική γοητεία τού γάμου είναι ότι κάνει τη συνεχή απάτη και μυστικότητα αναγκαία και για τις δύο πλευρές. Δεν ξέρω ποτέ πού είναι η γυναίκα μου, και η γυναίκα μου ποτέ δεν ξέρει τι κάνω. Όταν συναντιόμαστε - συναντιόμαστε μερικές φορές, όταν βγαίνουμε έξω για φαγητό ή όταν πηγαίνουμε στου δούκα - λέμε ο ένας στον άλλον με κάθε σοβαρότητα τα πιο γελοία ψέματα. Η γυναίκα μου τα καταφέρνει πολύ καλά σ᾿  αυτό το παιχνίδι - πολύ καλύτερα από μένα, πρέπει να πω. Ποτέ δεν μπερδεύει τις μέρες και τις ώρες στα ψέματα που μού λέει, πράγμα που εγώ παθαίνω συνέχεια. Μα κι όταν ανακαλύπτει τα ψέματα που τής λέω εγώ, δεν κάνει τον παραμικρό καβγά. Μερικές φορές θα ᾿θελα να θυμώσει, αυτή όμως τίποτα. Το μόνο που κάνει είναι να γελάει μαζί μου».
«Απεχθάνομαι τον τρόπο που μιλάς για την έγγαμη ζωή σου, Χάρυ» είπε ο Μπάζιλ Χόλγουορντ, προχωρώντας αργά προς την πόρτα που έβγαζε στον κήπο. «Πιστεύω ότι είσαι ένας πολύ καλός σύζυγος, μα ντρέπεσαι ως το μεδούλι για τις ίδιες σου τις αρετές. Είσαι πολύ περίεργος τύπος. Δε λες ποτέ κάτι ηθικό, δεν κάνεις όμως και ποτέ κάτι ανήθικο. Ο κυνισμός σου δεν είναι παρά μια πόζα».
«Το να είσαι φυσικός είναι πόζα, και μάλιστα η πιο εξοργιστική πόζα που ξέρω» φώναξε ο λόρδος Χένρυ γελώντας, και οι δύο νέοι βγήκαν μαζί στον κήπο και κάθισαν στον μακρύ πάγκο από μπαμπού κάτω απ᾿  τη σκιά μιας ψηλής δάφνης. Το φως τού ήλιου γλιστρούσε μέσ᾿  απ᾿  τα γυαλιστερά φύλλα. Στο γρασίδι τρέμιζαν οι άσπρες μαργαρίτες.
Ύστερα από μια παύση, ο λόρδος Χένρυ έβγαλε το ρολόι του. «Νομίζω ότι πρέπει να πηγαίνω, Μπάζιλ» μουρμούρισε· «και πριν φύγω, επιμένω να μού απαντήσεις στην ερώτηση που σού έκανα λίγο πριν».
«Τι με ρώτησες;» είπε ο ζωγράφος, με τα μάτια καρφωμένα στο χώμα.
«Ξέρεις πολύ καλά».
«Δεν ξέρω, Χάρυ».
«Πολύ καλά, θα σού πω αμέσως. Θέλω να μού εξηγήσεις γιατί δε θέλεις να εκθέσεις το πορτρέτο τού Ντόριαν Γκρέυ. Θέλω τον πραγματικό λόγο».
«Σού τον είπα».
«Όχι, δε μού τον είπες. Είπες ότι έχεις περάσει πολλά απ᾿  τον εαυτό σου στον πίνακα. Αυτά είναι παιδιάστικα πράγματα».
«Χάρυ» είπε ο Μπάζιλ Χόλγουορντ, κοιτάζοντάς τον κατάματα,   «κάθε πορτρέτο που ζωγραφίστηκε με αληθινό αίσθημα, είναι πορτρέτο τού καλλιτέχνη κι όχι του μοντέλου του. Το μοντέλο είναι κάτι τυχαίο, η αφορμή μόνο. Δεν αποκαλύπτει αυτόν ο καλλιτέχνης. Πάνω στον ζωγραφισμένο μουσαμά, ο καλλιτέχνης αποκαλύπτει τον ίδιο του τον εαυτό. Δε θα εκθέσω τον πίνακα, γιατί φοβάμαι πως μέσα του υπάρχει το μυστικό της ψυχής μου».
Ο λόρδος Χένρυ γέλασε. «Και ποιο είν᾿  αυτό;» ρώτησε.
«Θα σού πω» είπε ο Χόλγουορντ, όμως μια έκφραση αμηχανίας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.
«Είμαι όλος αυτιά, Μπάζιλ» συνέχισε ο σύντροφός του κοιτάζοντας τον.
«Α, δεν έχω και τόσο πολλά να πω, Χάρυ» απάντησε ο ζωγράφος, «και φοβάμαι ότι δε θα τα καταλάβεις. Ίσως και να μην τα πιστέψεις».
Ο λόρδος Χένρυ χαμογέλασε, και σκύβοντας, έκοψε μια μαργαρίτα με ρόδινα πέταλα και την εξέτασε προσεκτικά. «Είμαι σίγουρος ότι θα τα καταλάβω» αποκρίθηκε, κοιτάζοντας επίμονα τον μικρό χρυσαφένιο δίσκο με τα άσπρα φτερά,  «κι όσο για την ικανότητά μου να πιστεύω αυτά που ακούω, μπορώ να πιστέψω τα πάντα, φτάνει να είν᾿  απίστευτα».
«Η ιστορία είναι η εξής» είπε ο ζωγράφος μετά από μια παύση. «Πριν από δυο μήνες πήγα σε μία δεξίωση τής λαίδης Μπράντον. Ξέρεις ότι εμείς οι φτωχοί καλλιτέχνες από καιρό σε καιρό πρέπει να εμφανιζόμαστε στις κοινωνικές εκδηλώσεις, μόνο και μόνο για να υπενθυμίζουμε στην κοινωνία ότι δεν είμαστε αγριάνθρωποι.  Με βραδινό κοστούμι κι άσπρη γραβάτα, όπως μού είπες κάποτε, ο καθένας, ακόμη κι ένας χρηματιστής, μπορεί ν᾿  αποκτήσει τη φήμη τού πολιτισμένου. Λοιπόν, δέκα λεπτά αφότου μπήκα στο σαλόνι, κι ενώ μιλούσα με κάτι τεράστιες, σημαιοστολισμένες γριές και ανιαρούς κυρίους, ένιωσα ξαφνικά ότι κάποιος με κοίταζε. Γύρισα λίγο το κεφάλι μου κι αντίκρισα για πρώτη φορά τον Ντόριαν Γκρέυ. Όταν συναντήθηκαν τα μάτια μας, ένιωσα να χλωμιάζω. Μια περίεργη αίσθηση τρόμου με κυρίεψε. Ήξερα ότι αντίκρυ μου είχα κάποιον με τόσο γοητευτική προσωπικότητα, που αν τής το επέτρεπα, θα απορροφούσε όλη μου την ύπαρξη, όλη μου την ψυχή, την ίδια μου την τέχνη. Εσύ ξέρεις, Χάρυ, πόσο ανεξάρτητος είμαι από τη φύση μου. Ήμουν πάντα αφέντης τού εαυτού μου, τουλάχιστον ως τη στιγμή που συνάντησα τον Ντόριαν Γκρέυ.  Ύστερα - δεν ξέρω πώς να σού το εξηγήσω - ήταν σαν κάτι να μού έλεγε ότι βρισκόμουν στα πρόθυρα μιας τρομερής κρίσης στη ζωή μου. Είχα την παράξενη αίσθηση ότι η μοίρα μού επιφύλασσε εξαίσιες χαρές και  εξαίσιες λύπες. Φοβήθηκα κι έκανα να φύγω απ᾿  το δωμάτιο. Δεν ήταν η συνείδησή μου που μ᾿  έσπρωξε να το κάνω, ήταν ένα είδος δειλίας. Δεν καυχιέμαι που προσπάθησα να το σκάσω».
«Η συνείδηση και η δειλία είναι στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα, Μπάζιλ. “Συνείδηση” είναι απλώς το εμπορικό όνομα τής εταιρείας. Αυτό είν᾿  όλο».
«Λεν το πιστεύω, Χάρυ, και νομίζω πως ούτε κι εσύ το πιστεύεις. Τέλος πάντων, όποιο κι αν ήταν το κίνητρό μου - μπορεί να ήταν και η περηφάνια, γιατί κάποτε ήμουν περήφανος - προσπάθησα να φτάσω ως την πόρτα. Εκεί, φυσικά, έπεσα πάνω στη λαίδη Μπράντον. “Δε θα μάς το σκάσετε από τόσο νωρίς, κύριε Χόλγουορντ!” τσίριξε. Ξέρεις πόσο περίεργα στριγκή είν᾿  η φωνή της».
«Ναι, είναι σ᾿  όλα της παγόνι εκτός από την ομορφιά» είπε ο λόρδος Χένρυ, μαδώντας μια μαργαρίτα με τα μακριά, νευρικά του δάχτυλα.
«Δεν μπορούσα να την ξεφορτωθώ. Με κουβάλησε και με σύστησε σε μέλη τής Βασιλικής Οικογένειας, σε διάφορους κυρίους με το Παράσημο τής Περικνημίδος, και σε ηλικιωμένες κυρίες με γιγάντιες τιάρες και παπαγαλίσιες μύτες. Μιλούσε για μένα σαν να ᾿μουν ο πιο αγαπημένος της φίλος. Είχαμε συναντηθεί μονάχα μια φορά προηγουμένως, αλλά τής είχε καρφωθεί στο μυαλό ότι έπρεπε να με μεταχειριστεί σαν εξέχον πρόσωπο. Νομίζω ότι εκείνες τις μέρες κάποιος πίνακάς μου είχε δημιουργήσει μεγάλη αίσθηση, τουλάχιστον αναφερόταν κολακευτικά στις εφημερίδες τής δεκάρας, πράγμα που στον δέκατο ένατο αιώνα μας ισοδυναμεί με την αθανασία. Βρέθηκα πάλι πρόσωπο με πρόσωπο με τον νεαρό που η προσωπικότητά του με είχε συγκινήσει τόσο περίεργα. Ήμασταν πάρα πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, τα χέρια μας σχεδόν ακουμπούσαν. Τα μάτια μας συναντήθηκαν πάλι. Ήταν παράτολμο εκ μέρους μου, αλλά παρακάλεσα τη λαίδη Μπράντον να μάς συστήσει. Ή μάλλον, δεν ήταν και τόσο παράτολμο τελικά. Ήταν απλώς αναπόφευκτο. Θα μπορούσαμε ν᾿  αρχίσουμε να μιλάμε και χωρίς να μάς συστήσουν. Είμαι σίγουρος γι᾿  αυτό. Ο Ντόριαν μού το είπε αργότερα. Είχε νιώσει κι εκείνος ότι η συνάντησή μας ήταν καθορισμένη απ᾿  τη μοίρα».
«Και πώς περιέγραψε η λαίδη Μπράντον αυτόν τον υπέροχο νεαρό;» ρώτησε ο σύντροφός του. «Ξέρω ότι συνηθίζει να κάνει μια γρήγορη παρουσίαση όλων των καλεσμένων της. Θυμάμαι μια φορά που μού σύστησε έναν άγριο και κοκκινοπρόσωπο ηλικιωμένο κύριο, σκεπασμένο από πάνω ως κάτω με παράσημα και διακρίσεις και να  μού σφυρίζει στ᾿  αυτί,  με τραγικά ψιθυριστή φωνή  που πρέπει να άκουσαν καθαρότατα όλοι στο δωμάτιο, τις πιο καταπληκτικές λεπτομέρειες. Κυριολεκτικά το ᾿βαλα στα πόδια. Μού αρέσει να ανακαλύπτω τούς ανθρώπους μόνος μου.  Αλλά η λαίδη Μπράντον μεταχειρίζεται τούς καλεσμένους της ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που ένας δημοπράτης μεταχειρίζεται τα αντικείμενα που βγάζει στο σφυρί. Είτε διαλύει κάθε μυστήριο που τούς περιβάλλει, είτε σού λέει τα πάντα γι᾿  αυτούς εκτός από κείνα που πραγματικά θέλεις να μάθεις».
«Καημένη λαίδη Μπράντον! Είσαι πολύ σκληρός μαζί της, Χάρυ!» είπε αδιάφορα ο Χόλγουορντ.
«Μα αγαπητέ μου, προσπάθησε να δημιουργήσει ένα κοσμικό σαλόνι, και το μόνο που κατάφερε ήταν να ανοίξει ένα εστιατόριο. Τι να θαυμάσω; Πες μου όμως, τι είπε για τον κύριο Ντόριαν Γκρέυ;»
«Α, διάφορα τού είδους, “Γλυκύτατο αγόρι - η καημένη η μητέρα του κι εγώ ήμασταν αχώριστες. Δε θυμάμαι με τι ακριβώς ασχολείται - μού φαίνεται - μού φαίνεται ότι δεν ασχολείται με τίποτα - α, ναι, παίζει πιάνο, ή μήπως βιολί, αγαπητέ κύριε Γκρέυ;” Ο Ντόριαν κι εγώ δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε τα γέλια μας, και γίναμε φίλοι αμέσως».
«Το γέλιο δεν είναι καθόλου κακή αρχή για μια φιλία, και οπωσδήποτε είναι το καλύτερο τέλος της» είπε ο νεαρός λόρδος, κόβοντας άλλη μια μαργαρίτα.
Ο Χόλγουορντ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν καταλαβαίνεις τι είναι η φιλία, Χάρυ» μουρμούρισε - «ούτε και τι είναι η εχθρότητα, εδώ που τα λέμε.  Εσύ συμπαθείς τούς πάντες, δηλαδή, αδιαφορείς για τούς πάντες».
«Με αδικείς φοβερά!» φώναξε ο λόρδος Χένρυ.  Διαλέγω τούς φίλους μου για την ομορφιά τους, τις γνωριμίες μου για τον καλό τους χαρακτήρα και τούς εχθρούς μου για το καλό τους μυαλό. Χρειάζεται φοβερή προσοχή στην επιλογή των εχθρών σου. Εγώ δεν έχω κανέναν εχθρό που να ναι ηλίθιος. Είναι όλοι άνθρωποι με μεγάλη πνευματική δύναμη, και κατά συνέπεια όλοι τους με εκτιμούν. Δεν είναι πολύ ματαιόδοξο εκ μέρους μου; Νομίζω ότι είναι».
«Κι εγώ νομίζω ότι είναι, Χάρυ. Αλλά σύμφωνα με τις κατηγορίες σου, εγώ πρέπει ν᾿  ανήκω απλώς στις γνωριμίες».
«Αγαπητέ μου Μπάζιλ, είσαι κάτι πολύ περισσότερο από μια γνωριμία».
«Και κάτι πολύ λιγότερο από φίλος. Κάτι σαν αδελφός, θα ᾿λεγα».
«Αδελφός! Δεν αγαπώ καθόλου τούς αδελφούς. Ο μεγάλος μου αδελφός δε λέει να πεθάνει, και οι μικρότεροι αδελφοί μου δεν κάνουν τίποτ᾿  άλλο απ᾿  το να πεθαίνουν».
«Χάρυ!» αναφώνησε ο Χόλγουορντ, σουφρώνοντας τα φρύδια.
«Αγαπητέ μου, αστειεύομαι.  Ωστόσο, είν᾿  αλήθεια, δεν μπορώ παρά να απεχθάνομαι τούς συγγενείς μου. Φαντάζομαι πως  οφείλεται στο γεγονός ότι κανένας μας δεν ανέχεται να έχουν οι άλλοι τα ελαττώματα που έχουμε εμείς. Κατανοώ απόλυτα τη μανία τής αγγλικής δημοκρατίας κατά τής διαφθοράς των ανώτερων τάξεων. Οι μάζες πιστεύουν ότι ο αλκοολισμός, η ηλιθιότητα και η ανηθικότητα τούς ανήκουν αποκλειστικά, και ότι αν κάποιος από μάς παραφερθεί ή γελοιοποιηθεί, κυνηγάει λάθρα στα δικά τους δάση. Όταν ο καημένος ο Σάουθγουορκ ήταν στα δικαστήρια για το διαζύγιό του, η οργή και η αγανάκτησή τους ήταν κάτι το καταπληκτικό. Εντούτοις πιστεύω ότι ούτε το ένα δέκατο τού προλεταριάτου δε ζει ηθικά».
«Δε συμφωνώ με τίποτε απ᾿  όσα είπες, Χάρυ, κι επιπλέον νομίζω πως ούτε κι εσύ συμφωνείς».
Ο λόρδος Χένρυ χάιδεψε το μυτερό καστανό γένι του και χτύπησε τη μύτη τής λουστρινένιας του μπότας με το εβένινο μπαστούνι του. «Πόσο Εγγλέζος είσαι, Μπάζιλ! Είναι η δεύτερη φορά που κάνεις αυτή την παρατήρηση. Αν κάποιος εκφράσει μια ιδέα σ᾿  έναν αληθινό Εγγλέζο - πράγμα πολύ απερίσκεπτο, έτσι κι αλλιώς - αυτός ούτε που θα το σκεφτεί να εξετάσει αν είναι σωστή ή λαθεμένη. Το μόνο που θεωρεί σημαντικό είναι αν την πιστεύει αυτός που την ξεστομίζει.  Η αξία μιας ιδέας όμως δεν έχει την παραμικρή σχέση με την ειλικρίνεια τού ανθρώπου που την εκφράζει. Και μάλιστα, το πιθανότερο είναι πως όσο πιο ανειλικρινής είναι, τόσο πιο αγνά πνευματική είναι η ιδέα, γιατί στην περίπτωση αυτή δε χρωματίζεται από τις ανάγκες ούτε απ᾿  τις επιθυμίες και τις προκαταλήψεις του. Ας είναι, δεν έχω καμιά πρόθεση να συζητήσω μαζί σου για πολιτική, κοινωνιολογία ή μεταφυσική. Μού αρέσουν οι άνθρωποι περισσότερο από τις αρχές, και περισσότερο από καθετί στον κόσμο μού αρέσουν οι άνθρωποι που δεν έχουν καθόλου αρχές. Πες μου κι άλλα για τον κύριο Ντόριαν Γκρέυ. Πόσο συχνά τον βλέπεις;»
«Κάθε μέρα. Δε θα ᾿μουν ευτυχισμένος αν δεν τον έβλεπα κάθε μέρα. Μου είναι απολύτως απαραίτητος».
«Τι περίεργο! Πίστευα ότι δε θα μπορούσες να ενδιαφερθείς για τίποτ᾿  άλλο εκτός από την τέχνη σου».
«Αυτός είναι για μένα όλη μου η τέχνη τώρα» είπε σοβαρά ο ζωγράφος. «Μερικές φορές σκέφτομαι, Χάρυ, ότι στην ιστορία τού κόσμου υπάρχουν μόνο δύο σημαντικές εποχές. Η πρώτη είναι η εμφάνιση ενός νέου μέσου στην τέχνη, και η δεύτερη είναι η εμφάνιση μιας νέας μορφής, μιας νέας προσωπικότητας, φτιαγμένης για να επηρεάσει την τέχνη. Ό,τι ήταν για τους Βενετσιάνους η ανακάλυψη τής ελαιογραφίας και το πρόσωπο τού Αντίνοου (1) για τούς γλύπτες τής ελληνιστικής εποχής, θα είναι μια μέρα για μένα το πρόσωπο του Ντόριαν Γκρέυ. Δεν είναι μόνο ότι ζωγραφίζω, σκιτσάρω, και σχεδιάζω εμπνεόμενος απ᾿  αυτόν. Φυσικά και τα ᾿χω κάνει όλ᾿  αυτά. Για μένα όμως είναι κάτι παραπάνω από ένα μοντέλο ή το θέμα για έναν πίνακα. Δε σού λέω ότι δεν είμαι ικανοποιημένος απ᾿  όσα ζωγράφισα με θέμα τον Ντόριαν, ή ότι η ομορφιά του είναι τέτοια, που η τέχνη δεν μπορεί να την εκφράσει. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να το εκφράσει η τέχνη, και ξέρω ότι τα έργα που δημιούργησα από τότε που γνώρισα τον Ντόριαν Γκρέυ είναι πολύ καλά, είναι ό,τι καλύτερο έχω κάνει στη ζωή μου. Αλλά με κάποιο περίεργο τρόπο - αναρωτιέμαι αν μπορείς να με καταλάβεις - η προσωπικότητά του μού έχει εμπνεύσει έναν εντελώς καινούριο τρόπο έκφρασης, ένα εντελώς νέο ύφος. Βλέπω τα πράγματα διαφορετικά, τα σκέφτομαι διαφορετικά. Μπορώ τώρα να αναπλάσω τη ζωή με έναν τρόπο που μού ήταν άγνωστος προηγουμένως. “Ένα όνειρο μορφής σε ημέρες σκέψης” - ποιος το είπε; Δε θυμάμαι, αλλά αυτό ακριβώς ήταν για μένα ο Ντόριαν Γκρέυ. Η απλή οπτική παρουσία αυτού τού αγοριού - γιατί έτσι τον σκέφτομαι, σαν ένα αγόρι, κι ας είναι πάνω από είκοσι χρονών - η απλή οπτική του παρουσία - αχ! αναρωτιέμαι, μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό; Χωρίς να το συνειδητοποιεί, χαράζει για μένα τις κατευθυντήριες γραμμές μιας νέας σχολής, μιας σχολής που θα έχει όλο το πάθος τού ρομαντικού κι όλη την τελειότητα τού ελληνικού πνεύματος. Η αρμονία ψυχής και σώματος - πόσο σημαντικό είναι αυτό! Εμείς, μέσα στην τρέλα μας, χωρίσαμε το σώμα απ᾿  την ψυχή κι ανακαλύψαμε ένα ρεαλισμό που είναι χυδαίος, έναν ιδεαλισμό που είναι κενός. Χάρυ! Αν μπορούσες να καταλάβεις τι είναι για μένα ο Ντόριαν Γκρέυ! Θυμάσαι εκείνο το τοπίο μου, που ο Άγκνιου (2) μού πρόσφερε ένα τεράστιο ποσό για να το αγοράσει, μα που εγώ δε θέλησα ν᾿  αποχωριστώ; Είναι ένα από τα καλύτερα έργα που έκανα ποτέ. Και γιατί; Γιατί όταν το ζωγράφιζα, ο Ντόριαν Γκρέυ καθόταν πλάι μου. Κάποια υπόγεια και λεπτή επίδραση περνούσε από κείνον σ᾿  εμένα, και πρώτη φορά στη ζωή μου είδα στο απλό δάσος που ζωγράφιζα το θαύμα που πάντα αναζητούσα και πάντα μού ξέφευγε».
«Μπάζιλ, αυτό είναι καταπληκτικό! Πρέπει να γνωρίσω τον Ντόριαν Γκρέυ».

(1) Ο Αντίνοος ( 27 Νοεμβρίου 111 - πριν τις 30 Οκτωβρίου 130), ήταν Έλληνας νέος με καταγωγή από τη Βιθυνία, ευνοούμενος και εραστής, τού Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού. Η ημέρα και ο μήνας γέννησής του προέρχονται από μία επιγραφή σε ένα δισκίο που χρονολογείται από το 136 μ.Χ. Το έτος είναι αβέβαιο, αλλά ο Αντίνοος πρέπει να ήταν 18 ετών όταν πνίγηκε, αν και η ακριβής ημερομηνία του πνιγμού είναι κι αυτή ασαφής αλλά σίγουρα λίγες ημέρες πριν από τις 30 Οκτωβρίου του 130 π.Χ., όταν ο Αδριανός ίδρυσε την Αντινοόπολη. ( Βικιπαίδεια )

(2) William Agnew (1825-1910), έμπορος έργων τέχνης  {Σ}


Ο Χόλγουορντ σηκώθηκε απ᾿  τον πάγκο κι άρχισε να περπατά πάνω κάτω στον κήπο. Σε λίγη ώρα επέστρεψε. «Χάρυ» είπε, ο Ντόριαν Γκρέυ είναι για μένα απλά ένα κίνητρο για την τέχνη μου. Εσύ μπορεί να μη διακρίνεις τίποτα σ᾿  αυτόν. Εγώ βλέπω τα πάντα. Και μάλιστα, η παρουσία του είναι ακόμη πιο έντονη στα έργα μου που δεν απεικονίζουν τη μορφή του. Όπως σού είπα, είναι για μένα η έμπνευση ενός καινούριου τρόπου έκφρασης. Τον ανακαλύπτω στις καμπύλες κάποιων συγκεκριμένων γραμμών, στην τέλεια ομορφιά και υπέροχη λεπτότητα κάποιων χρωμάτων. Αυτό είν᾿  όλο».
Τότε γιατί δε θέλεις να εκθέσεις το πορτρέτο του;» ρώτησε ο λόρδος Χένρυ.
«Γιατί, χωρίς να το κάνω σκόπιμα, στο πορτρέτο έχει περάσει  κάτι  απ᾿  όλη αυτή την παράξενη καλλιτεχνική ειδωλολατρία, για την οποία, φυσικά, δε θέλησα ποτέ να τού μιλήσω. Δεν ξέρει τίποτα γι᾿  αυτήν. Και δε θα μάθει ποτέ.  Αλλά ο κόσμος μπορεί να τη μαντέψει και δε θέλω να γυμνώσω την ψυχή μου στα ρηχά και αδιάκριτα βλέμματά του. Δε θα βάλω ποτέ την καρδιά μου κάτω από το μικροσκόπιο των άλλων. Υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι τού εαυτού μου στον πίνακα, Χάρυ - ένα υπερβολικά μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου!»
 «Οι ποιητές δεν έχουν τέτοιους δισταγμούς. Ξέρουν πόσο χρήσιμο είναι το πάθος στις πωλήσεις. Στις μέρες μας, μια ραγισμένη καρδιά θα κάνει πολλές εκδόσεις».
«Τούς μισώ γι᾿  αυτό!» φώναξε ο Χόλγουορντ. «Ένας καλλιτέχνης πρέπει να δημιουργεί όμορφα πράγματα, δε θα ᾿πρεπε όμως να περνάει κανένα κομμάτι τής ζωής του μέσα τους. Ζούμε σε μια εποχή που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την τέχνη λες κι είναι κάποιου είδους αυτοβιογραφία. Έχουμε χάσει την αφηρημένη αίσθηση τής ομορφιάς. Κάποια μέρα θα δείξω στον κόσμο τι είναι η ομορφιά με την αφηρημένη της έννοια - και γι᾿  αυτό το λόγο, ο κόσμος ποτέ δε θα δει το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ που ζωγράφισα».
«Νομίζω ότι κάνεις λάθος, Μπάζιλ, μα δε θα μαλώσω μαζί σου. Μόνο οι πνευματικά χαμένοι μπαίνουν στον κόπο να μαλώσουν. Πες μου, σ᾿  αγαπάει πολύ ο Ντόριαν Γκρέυ;»
Ο ζωγράφος έμεινε σκεφτικός για λίγα λεπτά. «Με συμπαθεί» αποκρίθηκε μετά από μια μικρή παύση. «Το ξέρω ότι με συμπαθεί. Φυσικά κι εγώ τον κολακεύω τρομερά. Βρίσκω μια παράξενη ευχαρίστηση στο να τού λέω πράγματα που ξέρω ότι θα μετανιώσω που τα είπα. Κατά κανόνα, μού φέρεται με τρόπο ιδιαίτερα γοητευτικό, καθόμαστε στο ατελιέ και συζητάμε για χιλιάδες πράγματα. Πότε πότε, όμως, είναι φοβερά απερίσκεπτος, και δείχνει να νιώθει μεγάλη απόλαυση στο να μού προκαλεί πόνο. Τότε, Χάρυ, νιώθω ότι έδωσα την ψυχή μου ολόκληρη σε κάποιον που τη μεταχειρίζεται σαν να ᾿ταν ένα λουλούδι για την μπουτονιέρα του, ένα μικρό στολίδι για να κολακέψει τη ματαιοδοξία του, ένα στολίδι για μια μέρα τού καλοκαιριού».
«Οι μέρες τού καλοκαιριού, Μπάζιλ, συνήθως διαρκούν πολύ» μουρμούρισε ο λόρδος Χένρυ. «Μπορεί εσύ να κουραστείς πριν από κείνον. Είναι μια θλιβερή σκέψη, αλλά δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η μεγαλοφυΐα διαρκεί περισσότερο από την  ομορφιά. Αυτό άλλωστε εξηγεί και το γεγονός ότι όλοι καταβάλλουμε τόσο μεγάλες προσπάθειες να υπερμορφωθούμε. Στην άγρια πάλη για την ύπαρξη, θέλουμε να έχουμε κάτι που αντέχει, έτσι γεμίζουμε το μυαλό μας με άχρηστα πράγματα και γεγονότα, με την ανόητη ελπίδα ότι θα διατηρήσουμε τη θέση μας. Ο καλά πληροφορημένος άνθρωπος - αυτό είναι το σύγχρονο ιδανικό. Και το μυαλό τού καλά πληροφορημένου ανθρώπου είναι και απαίσιο. Μοιάζει με παλαιοπωλείο γεμάτο τέρατα και σκόνη, οπού το κάθε αντικείμενο τιμάται πολύ πάνω από την πραγματική του αξία. Κι ωστόσο, νομίζω ότι πρώτος θα κουραστείς εσύ. Κάποια μέρα θα κοιτάξεις το φίλο σου, και θα σού φανεί ακατάλληλος για σχέδιο ή δε θα σού αρέσει το χρώμα του, ή κάτι τέτοιο. Μέσα σου θα τον κατηγορήσεις με πικρία και θα πιστέψεις στα σοβαρά ότι σού φέρθηκε πολύ άσχημα. Την επόμενη φορά που θα σε επισκεφθεί, εσύ θα είσαι εντελώς ψυχρός και αδιάφορος. Και θα είναι κρίμα, γιατί η συμπεριφορά αυτή θα σε αλλάξει. Όσα μού είπες, είναι ένα σκέτο ρομάντζο, ένα ρομάντζο τής τέχνης, ας το πούμε έτσι, και το χειρότερο μετά από ένα ρομάντζο είναι πως μένεις χωρίς κανένα ρομαντισμό».
«Χάρυ, πώς μιλάς έτσι; Όσο ζω, η προσωπικότητα τού Ντόριαν Γκρέυ θα μ᾿  εξουσιάζει. Δεν μπορείς να νιώσεις αυτό που νιώθω εγώ. Εσύ αλλάζεις πάρα πολύ συχνά».
«Αχ, αγαπητέ μου Μπάζιλ, ακριβώς γι᾿  αυτό μπορώ να το νιώσω.  Όσοι είναι πιστοί, ξέρουν μόνο την ασήμαντη πλευρά τής αγάπης: οι άπιστοι είναι εκείνοι που νιώθουν τις τραγωδίες τής αγάπης». Και ο λόρδος Χένρυ άναψε τον κομψό ασημένιο αναπτήρα του κι άρχισε να καπνίζει ένα τσιγάρο με ύφος σοβαρό και ικανοποιημένο, λες και είχε καταφέρει να εκφράσει το νόημα τού κόσμου με μια και μόνο φράση. Ανάμεσα στα γυαλιστερά πράσινα φύλλα τού κισσού πετάρισαν φλύαρα σπουργίτια, και οι γαλάζιες σκιές των σύννεφων κυνηγήθηκαν πάνω στο χορτάρι σαν χελιδόνια. Πόσο ευχάριστα ήταν στον κήπο!  Και πόση χαρά ένιωθε με τα αισθήματα των άλλων! - πολύ περισσότερη απ᾿  ό,τι με τις ιδέες τους, έτσι τού φαινόταν. Η ίδια μας η ψυχή και τα πάθη των φίλων μας - είναι τα πιο μαγευτικά πράγματα στη ζωή. Στο μυαλό του ζωγραφίστηκε η εικόνα τού ανιαρού γεύματος που είχε χάσει μένοντας τόσο πολύ με τον Μπάζιλ Χόλγουορντ, και σιωπηλά το διασκέδαζε. Αν είχε πάει στο σπίτι τής θείας του, σίγουρα θα είχε συναντήσει εκεί το λόρδο Γκούντμποντυ, και όλη η συζήτηση θα περιστρεφόταν γύρω από τα συσσίτια των φτωχών και την αναγκαιότητα να χτιστούν πρότυπα νυχτερινά άσυλα.   Κάθε τάξη θα έκανε κήρυγμα για τη σημασία εκείνων των αρετών που δεν υπήρχε καμία ανάγκη να εφαρμόζουν τα μέλη της στη δική τους τη ζωή. Οι πλούσιοι θα μιλούσαν για την αξία τής οικονομίας, και οι τεμπέληδες θα ρητόρευαν με ευφράδεια για την αξιοπρέπεια τής εργασίας. Ήταν υπέροχο που είχε ξεφύγει απ᾿  όλα αυτά! Με τη σκέψη τής θείας του, μια ιδέα πέρασε απ᾿  το μυαλό του. Στράφηκε στον Χόλγουορντ και είπε: «Αγαπητέ μου, μόλις το θυμήθηκα».
«Τι θυμήθηκες, Χάρυ;»
«Πού, άκουσα το όνομα του Ντόριαν Γκρέυ».
«Πού το άκουσες;» ρώτησε ο Χόλγουορντ, σουφρώνοντας ελαφρά τα φρύδια.
«Μη θυμώνεις, Μπάζιλ. Στο σπίτι τής θείας μου, τής λαίδης Άγκαθα. Μού είπε ότι είχε ανακαλύψει έναν καταπληκτικό νεαρό που θα τη βοηθούσε στο Ηστ Εντ, και ότι το όνομά του είναι Ντόριαν Γκρέυ. Πρέπει να πω ότι δε μού αποκάλυψε πως είναι όμορφος.   Οι γυναίκες δεν εκτιμούν και πολύ την ομορφιά, τουλάχιστον οι καλές. Είπε μόνο ότι είναι πολύ πρόθυμος κι έχει υπέροχο χαρακτήρα. Αμέσως φαντάστηκα ένα πλάσμα με γυαλιά, αραιά μαλλιά και απαίσιες φακίδες να περπατάει άχαρα πάνω σε τεράστια πόδια. Μακάρι να το ήξερα ότι επρόκειτο για το φίλο σου».
«Χαίρομαι πολύ που δεν το ήξερες, Χάρυ».
«Γιατί;»
«Δε θέλω να τον γνωρίσεις».
«Δε θέλεις να τον γνωρίσω;»
«Όχι».
«Ο κύριος Ντόριαν Γκρέυ είναι στο ατελιέ, κύριε» είπε ο οικονόμος, μπαίνοντας στον κήπο.
«Τώρα είσαι υποχρεωμένος να μού τον γνωρίσεις» φώναξε ο λόρδος Χένρυ γελώντας.
Ο ζωγράφος στράφηκε στον υπηρέτη του που στεκόταν ανοιγοκλείνοντας τα μάτια στο φως τού ήλιου. «Παρακάλεσε τον κύριο Γκρέυ να περιμένει, Πάρκερ. Θα έρθω σε λίγο». Ο υπηρέτης υποκλίθηκε και προχώρησε προς το σπίτι.
Έπειτα  κοίταξε κατάματα το λόρδο Χένρυ. «Ο Ντόριαν είναι ο πιο αγαπημένος μου φίλος» είπε. «Έχει ένα χαρακτήρα απλό και ωραίο. Η θεία σου είχε δίκιο σ᾿  όσα είπε γι᾿  αυτόν. Μην τον χαλάσεις. Μην προσπαθήσεις να τον επηρεάσεις. Η επιρροή σου θα ήταν κακή. Ο κόσμος είναι μεγάλος κι έχει άλλους θαυμάσιους ανθρώπους. Μη μού πάρεις τον μοναδικό άνθρωπο που δίνει στην τέχνη μου την όποια γοητεία διαθέτει. Όλη μου η καλλιτεχνική ζωή εξαρτάται απ᾿  αυτόν. Πρόσεξε, Χάρυ, σ᾿  εμπιστεύομαι». Μιλούσε πολύ αργά, και οι λέξεις έμοιαζε να βγαίνουν απ᾿  το στόμα του παρά τη θέλησή του.
«Τι  ανοησίες είν᾿  αυτές που λες!» είπε ο λόρδος Χένρυ χαμογελώντας, και πιάνοντας τον Χόλγουορντ απ᾿  το μπράτσο, τον οδήγησε σχεδόν με το ζόρι στο σπίτι.

2

Μόλις μπήκαν, είδαν τον Ντόριαν Γκρέυ. Καθόταν στο πιάνο, έχοντας γυρισμένη την πλάτη του, και ξεφύλλιζε ένα έργο τού Σούμαν με τίτλο "Σκηνές τού Δάσους". «Πρέπει οπωσδήποτε να μού δανείσεις τις "Σκηνές τού Δάσους",  Μπάζιλ» φώναξε. «Θέλω να τις μάθω. Είναι υπέροχες».
«Θα εξαρτηθεί απ᾿  το πώς θα ποζάρεις σήμερα, Ντόριαν».
«Α, βαρέθηκα να ποζάρω, και δε θέλω ολόσωμο πορτρέτο» απάντησε το αγόρι, στρίβοντας πάνω στο σκαμνάκι τού πιάνου με ύφος πεισματάρικο και γεμάτο έξαψη. Όταν είδε το λόρδο Χένρυ, ένα αχνό κοκκίνισμα φάνηκε για μια στιγμή στα μάγουλά του, και σηκώθηκε απότομα. «Συγνώμη, Μπάζιλ, δεν ήξερα ότι είχες παρέα».
«Από δω ο λόρδος Χένρυ Γουότον, Ντόριαν, ένας παλιός μου φίλος από την Οξφόρδη. Μόλις τού έλεγα πόσο καταπληκτικά ποζάρεις, αλλά εσύ μού τα χάλασες όλα τώρα».
«Τη δική μου ευχαρίστηση που σάς γνωρίζω δεν τη χαλάσατε πάντως, κύριε Γκρέυ» είπε ο λόρδος Χένρυ, πλησιάζοντας και απλώνοντας το χέρι του. Η θεία μου μού μίλησε πολλές φορές για σάς. Είστε ένας από τούς ευνοουμένους της, και πολύ φοβάμαι, ένα από τα θύματά της».
«Αυτές τις μέρες η λαίδη Άγκαθα μ᾿  έχει γραμμένο στα μαύρα κατάστιχα» αποκρίθηκε ο Ντόριαν με ένα αστείο ύφος μεταμέλειας. «Υποσχέθηκα να πάω μαζί της σε μια συγκέντρωση στο Γουάιτσαπελ την περασμένη Τρίτη και το ξέχασα. Θα παίζαμε ένα ντουέτο μαζί - ή μάλλον, τρία ντουέτα. Ούτε που μπορώ να φανταστώ τι θα μού πει για την αμέλειά μου. Δεν τολμώ να την επισκεφθώ».
«Α, θα σάς βοηθήσω εγώ να τα ξαναφτιάξετε με τη θεία μου. Σάς είναι πολύ αφοσιωμένη. Και δε νομίζω πως έχει μεγάλη σημασία που δεν πήγατε στη συγκέντρωση. Το κοινό μπορεί να πίστεψε ότι αυτό που άκουσε ήταν ντουέτο.  Όταν η θεία Άγκαθα κάθεται να παίξει πιάνο, κάνει αρκετή φασαρία για δύο».
«Αυτό που λέτε για τη θεία σας είναι απαίσιο, αλλά κι εμένα δε με κολακεύει ιδιαίτερα» απάντησε γελώντας ο Ντόριαν.
Ο λόρδος Χένρυ τον κοίταξε εξεταστικά. Ναι, οπωσδήποτε ήταν εκπληκτικά όμορφος, με τα λεπτοσμιλεμένα πορφυρά του χείλη, τα καθαρά γαλάζια μάτια, τα σγουρά χρυσαφένια μαλλιά του. Υπήρχε κάτι στο πρόσωπό του που σ᾿  έκανε να τον εμπιστεύεσαι αμέσως. Πάνω του ήταν ζωγραφισμένη όλη η ειλικρίνεια  τής νιότης, όλη της η παθιασμένη αγνότητα. Ένιωθες βλέποντάς τον, ότι είχε διατηρήσει τον εαυτό του ακηλίδωτο από όλες τις κακίες τού κόσμου. Διόλου παράξενο που ο Μπάζιλ Χόλγουορντ τον λάτρευε.
«Είστε πολύ γοητευτικός για να ασχολείστε με τη φιλανθρωπία, κύριε Γκρέυ - υπερβολικά γοητευτικός». Και ο λόρδος Χένρυ κάθισε αναπαυτικά στο ντιβάνι κι άνοιξε την ταμπακιέρα του.
Όλη αυτή την ώρα, ο ζωγράφος ανακάτευε τα χρώματά του και ετοίμαζε τα πινέλα του. Έδειχνε ανήσυχος, και όταν άκουσε την τελευταία παρατήρηση τού λόρδου Χένρυ, τού έριξε μια ματιά, δίστασε για μια στιγμή κι ύστερα είπε: «Χάρυ, θέλω να τελειώσω αυτό τον πίνακα σήμερα. Θα το θεωρούσες τρομερή αγένεια εκ μέρους μου αν σού ζητούσα να φύγεις;»
Ο λόρδος Χένρυ χαμογέλασε και κοίταξε τον Ντόριαν Γκρέυ. «Θέλετε να φύγω, κύριε Γκρέυ;
«Α, σάς παρακαλώ, λόρδε Χένρυ, μη φεύγετε. Βλέπω ότι ο Μπάζιλ είναι στις κακές του. Δεν τον αντέχω όταν είναι μουτρωμένος. Κι άλλωστε, θέλω να μού πείτε γιατί δεν πρέπει να ασχολούμαι με τη φιλανθρωπία».
«Λεν ξέρω αν θα σάς το πω αυτό, κύριε Γκρέυ. Είναι τόσο ανιαρό θέμα για να το συζητάει κανείς στα σοβαρά. Όμως, ασφαλώς και δε θα φύγω τώρα που μού το ζητήσατε. Δε σε πειράζει, Μπάζιλ, έτσι δεν είναι; Πολλές φορές μού είπες ότι σού αρέσει να έχουν τα μοντέλα σου κάποιον να κουβεντιάζουν».
Ο Χόλγουορντ δάγκωσε τα χείλια του. «Αν το θέλει ο Ντόριαν, φυσικά πρέπει να μείνεις. Οι ιδιοτροπίες τού Ντόριαν είναι νόμοι για όλους τούς άλλους, εκτός απ᾿  τον εαυτό του».
Ο λόρδος Χένρυ πήρε τα γάντια και το καπέλο του. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου που επιμένεις να μείνω, Μπάζιλ, αλλά δυστυχώς πρέπει να πηγαίνω. Υποσχέθηκα να συναντήσω κάποιον στο Ορλίνς. Χαίρετε, κύριε Γκρέυ. Ελάτε να με δείτε κανένα απόγευμα στην Κάρζον Στρiτ. Είμαι σχεδόν πάντα στο σπίτι στις πέντε το απόγευμα. Γράψτε μου πότε θα έρθετε. Θα λυπηθώ πολύ αν έρθετε και τύχει να λείπω».
«Μπάζιλ» φώναξε ο Ντόριαν Γκρέυ, «αν φύγει ο λόρδος Χένρυ, θα φύγω κι εγώ. Δεν ανοίγεις το στόμα σου όταν ζωγραφίζεις, και είναι τρομερά ανιαρό να κάθομαι σ᾿  ένα βάθρο και να προσπαθώ να πάρω ευχάριστο ύφος. Παρακάλεσέ τον να μείνει. Επιμένω».
«Μείνε, Χάρυ, για το χατίρι τού Ντόριαν, και το δικό μου» είπε ο Χόλγουορντ, κοιτάζοντας έντονα τον πίνακά του. «Έχει δίκιο, ποτέ δε μιλάω όταν εργάζομαι, ούτε καν ακούω τι μού λένε, και πρέπει να είναι πολύ βαρετό για τα καημένα τα μοντέλα μου. Σε παρακαλώ με όλη μου την καρδιά να μείνεις».
«Και τι θα γίνει μ᾿  αυτόν που με περιμένει στο Ορλίνς;»
Ο ζωγράφος γέλασε. «Δε νομίζω ότι θα σε προβληματίσει και πολύ αυτό. Κάθισε, Χάρυ. Και τώρα, Ντόριαν, ανέβα στο βάθρο και προσπάθησε να μην κουνιέσαι πολύ. Επίσης σε συμβουλεύω να μη δώσεις την παραμικρή προσοχή σ᾿  αυτά που θα σού πει ο λόρδος Χένρυ. Επηρεάζει άσχημα όλους τούς φίλους του, με μοναδική εξαίρεση εμένα».
Ο Ντόριαν Γκρέυ ανέβηκε στο βάθρο με ύφος νεαρού Έλληνα μάρτυρα, κι έκανε έναν μικρό μορφασμό δυσαρέσκειας στο λόρδο Χένρυ, που τον είχε συμπαθήσει ιδιαίτερα. Ήταν τόσο διαφορετικός από τον Μπάζιλ. Οι δυο τους ήταν μια ευχάριστη αντίθεση. Και είχε τόσο ωραία φωνή. Σε λίγα λεπτά, τού είπε: «Ασκείτε πραγματικά τόσο κακή επιρροή στους φίλους σας, λόρδε Χένρυ; Τόσο κακή όσο λέει ο Μπάζιλ;»
 «Δεν υπάρχει καλή επιρροή, κύριε Γκρέυ. Κάθε επιρροή είναι ανήθικη - ανήθικη από επιστημονική άποψη».
«Γιατί;»
«Διότι το να ασκείς επιρροή πάνω σ᾿  έναν άνθρωπο σημαίνει ότι τού δίνεις την ίδια σου την ψυχή. Εκείνος τότε δεν έχει τον δικό του φυσικό τρόπο σκέψης, δεν τον φλογίζουν τα δικά του πάθη. Οι αρετές του δεν είναι αληθινές. Οι αμαρτίες του, αν υπάρχει αυτό που ονομάζουμε αμαρτία, είναι δανεικές. Γίνεται η ηχώ τής μουσικής κάποιου άλλου, ο ηθοποιός ενός έργου που δε γράφτηκε γι᾿  αυτόν. Ο σκοπός τής ζωής είναι η εξέλιξη τού εαυτού μας. Να πραγματοποιήσουμε τις επιταγές τής φύσης μας, γι᾿  αυτό το σκοπό ήρθαμε στη γη. Οι άνθρωποι φοβούνται τον εαυτό τους στις μέρες μας. Έχουν ξεχάσει το ύψιστο καθήκον, κι χρέος που έχουμε απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Φυσικά είναι γεμάτοι ευσπλαχνία. Ταΐζουν τούς πεινασμένους και ντύνουν τούς ζητιάνους. Αλλά οι ίδιες τους οι ψυχές πεινούν και είναι γυμνές. Το θάρρος έχει εκλείψει απ᾿  τη φυλή μας. Ίσως και ποτέ να μην το είχαμε. Ο φόβος μπροστά στην κοινωνία, που είναι η βάση τής ηθικής, ο φόβος μπροστά στο Θεό, που είναι το μυστικό τής θρησκείας - αυτά μάς κυβερνούν. Αλλά...»
«Γύρισε το κεφάλι σου λίγο πιο δεξιά, Ντόριαν, έλα, σαν καλό παιδί» είπε ο ζωγράφος, απορροφημένος απ᾿  τη δουλειά του·  το μόνο που πρόσεξε ήταν ότι στο πρόσωπο τού αγοριού υπήρχε μια έκφραση που δεν είχε ξαναδεί.
«Κι όμως» συνέχισε ο λόρδος Χένρυ, με τη σιγανή, μελωδική φωνή του, και μ᾿  εκείνη τη χαριτωμένη, χαρακτηριστική κίνηση τού χεριού του που την είχε από μαθητής στο Ίτον, «πιστεύω ότι αν ένας άνθρωπος ζούσε τη ζωή του με πληρότητα, αν την εξαντλούσε ως την τελευταία της σταγόνα, αν έδινε μορφή σε κάθε του συναίσθημα κι έκφραση σε κάθε του σκέψη, αν υλοποιούσε κάθε του όνειρο - πιστεύω ότι ο κόσμος θα κέρδιζε μια τόσο καινούρια κι ορμητική χαρά, που θα ξεχνούσαμε όλες τις αρρώστιες τού  μεσαιωνισμού και θα επιστρέφαμε στο ελληνικό ιδεώδες - ίσως και σε κάτι λεπτότερο, πλουσιότερο κι από το ελληνικό ιδεώδες. Αλλά ακόμη και ο πιο γενναίος ανάμεσά μας φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό. Ο αυτοακρωτηριασμός των αγρίων επιβιώνει τραγικά μέσα μας στην αυταπάρνηση που φθείρει τις ζωές μας. Τιμωρούμαστε για τις αρνήσεις μας. Κάθε παρόρμηση που πολεμάμε να καταπνίξουμε, μένει κρυμμένη και δουλεύει μέσα στο μυαλό και μάς δηλητηριάζει. Το σώμα αμαρτάνει μια φορά και ξεμπερδεύει, γιατί η πράξη είναι ένας τρόπος εξαγνισμού. Δε μένει τίποτ᾿  άλλο παρά η ανάμνηση μιας απόλαυσης ή η πολυτέλεια τής  μεταμέλειας. Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σ᾿  αυτόν. Αν τού αντισταθείς, η ψυχή σου θα  αρρωστήσει απ᾿  τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρεψε  στον εαυτό της, απ᾿  την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι τής έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα. Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα τού κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό. Στο μυαλό λοιπόν, και μόνο σ᾿  αυτό, γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες τού κόσμου. Εσείς, κύριε Γκρέυ, εσείς ο ίδιος, με την τριανταφυλλένια σας νιότη και τη λευκορόδινη εφηβεία σας, έχετε πάθη που σάς κάνουν να φοβάστε, σκέψεις που σάς γεμίζουν με τρόμο, ονειροπολήσεις κι όνειρα που η ανάμνησή τους και μόνο θα ᾿κανε τα μάγουλά σας να κοκκινίσουν από ντροπή...»
«Σταματήστε!» τραύλισε ο Ντόριαν Γκρέυ. «Σταματήστε! Με μπερδέψατε. Δεν ξέρω τι να πω. Υπάρχει κάποια απάντηση σ᾿  αυτά που λέτε, μα δεν μπορώ να τη βρω. Μη μιλάτε. Αφήστε με να σκεφτώ. Ή μάλλον, αφήστε με να προσπαθήσω να πάψω να σκέφτομαι». Έμεινε κάπου δέκα λεπτά στη θέση του, ακίνητος, με χείλη μισάνοιχτα και μάτια που έλαμπαν παράξενα. Ένιωθε αμυδρά ότι επιδράσεις εντελώς καινούριες είχαν περάσει μέσα του και λειτουργούσαν καταλυτικά. Όμως ταυτόχρονα, είχε την αίσθηση ότι στην πραγματικότητα τις είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Τα λίγα λόγια που ο φίλος τού Μπάζιλ τού είχε πει - λόγια ειπωμένα τυχαία, χωρίς αμφιβολία, λόγια με σκόπιμες παραδοξολογίες - είχαν αγγίξει κάποια κρυμμένη χορδή του που τίποτα δεν την είχε αγγίξει ως τότε, και που την ένιωθε τώρα να δονείται και να πάλλει μ᾿  έναν παράξενο παλμό.
Η μουσική μόνο τον είχε συγκινήσει έτσι. Η μουσική τον είχε προβληματίσει πολλές φορές. Αλλά η μουσική δεν είναι έναρθρος λόγος. Δε δημιουργεί μέσα μας έναν καινούριο κόσμο, αλλά ένα καινούριο χάος. Λόγια! Σκέτα λόγια! Πόσο φοβερά ήταν! Πόσο καθαρά, ζωντανά και σκληρά! Δεν μπορείς να τούς ξεφύγεις. Κι ωστόσο, τι πανούργα μαγεία που κρύβουν! Μοιάζει να μπορούν να δώσουν πλαστική μορφή σε άμορφα πράγματα, μοιάζει να έχουν μια μουσική εντελώς δική τους, σαν τη μουσική τής βιόλας ή τού λαγούτου. Σκέτα λόγια! Υπάρχει τίποτα τόσο αληθινό όσο τα λόγια; Ναι, υπήρχαν πράγματα στην εφηβεία του που δεν τα είχε καταλάβει. Τα καταλάβαινε τώρα. Η ζωή ξαφνικά τού φάνηκε ζωγραφισμένη με πύρινα χρώματα. Ένιωσε ότι για καιρό περπατούσε πάνω στη φωτιά. Γιατί δεν το είχε καταλάβει;
Με το  αχνό του χαμόγελο, ο λόρδος Χένρυ τον παρατηρούσε.
Ήξερε  την ακριβή ψυχολογική στιγμή όπου δεν έπρεπε να πει τίποτα. Ένιωθε εντονότατο ενδιαφέρον. Είχε μείνει κατάπληκτος βλέποντας την ξαφνική επίδραση που είχαν προκαλέσει τα λόγια του, και φέρνοντας στο μυαλό του ένα βιβλίο που είχε διαβάσει όταν ήταν δεκαέξι χρόνων, ένα βιβλίο που τού είχε αποκαλύψει πολλά που δεν ήξερε ως τότε, αναρωτιόταν αν ο  Ντόριαν Γκρέυ ζούσε μια παρόμοια εμπειρία. Εκείνος είχε απλώς  ρίξει ένα βέλος στα τυφλά. Είχε άραγε χτυπήσει το στόχο του; Πόσο γοητευτικό ήταν αυτό το αγόρι!
Ο Χόλγουορντ ζωγράφιζε αφοσιωμένος, με τις υπέροχες, τολμηρές πινελιές του· είχαν την αληθινή λεπτότητα και την τέλεια ευαισθησία, που, στην τέχνη τουλάχιστον, προέρχεται μόνο από τη δύναμη. Δε συνειδητοποιούσε τη σιωπή που είχε πέσει, γύρω του.
«Μπάζιλ, κουράστηκα» φώναξε ξαφνικά ο Ντόριαν Γκρέυ. «Θέλω να βγω λιγάκι στον κήπο. Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική εδώ  μέσα».
Αγαπητέ μου, με συγχωρείς. Όταν ζωγραφίζω, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτ᾿  άλλο. Αλλά ποτέ δεν πόζαρες καλύτερα. Ήσουν τελείως ακίνητος. Και κατάφερα να συλλάβω την εικόνα που ήθελα - τα μισάνοιχτα χείλη και το λαμπερό βλέμμα στα μάτια. Δεν ξέρω τι σού έλεγε ο Χάρυ, σίγουρα όμως σ᾿  έκανε να πάρεις την πιο υπέροχη έκφραση που μπορούσα να φανταστώ. Υποθέτω ότι σού έκανε κομπλιμέντα. Δεν πρέπει να πιστέψεις ούτε λέξη απ᾿  όσα σού είπε».
«Σε βεβαιώνω πως δε μου ᾿κανε κανένα κομπλιμέντο. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που δεν πιστεύω λέξη απ᾿  όσα μου είπε».
«Ξέρετε πολύ καλά ότι τα πιστεύετε όλα» είπε ο λόρδος Χένρυ, κοιτάζοντας τον με τα ονειροπόλα μάτια του. «Θα ᾿ρθω στον κήπο μαζί σας. Κάνει φοβερή ζέστη στο ατελιέ. Μπάζιλ, στείλε μας κάτι παγωμένο να πιούμε, κάτι με φράουλες».
«Ευχαρίστως, Χάρυ. Χτύπα το κουδούνι, και όταν έρθει ο Πάρκερ, θα τού πω τι θέλετε. Εγώ πρέπει να τελειώσω το φόντο. Θα σάς  βρω αργότερα. Μην κρατήσεις πολύ τον Ντόριαν. Ποτέ δεν  ήμουν σε τόσο καλή φόρμα για δουλειά όσο σήμερα. Το έργο αυτό  θα είναι το αριστούργημά μου. Είναι ήδη το αριστούργημα μου ακόμη και μισοτελειωμένο».
Ο λόρδος Χένρυ βγήκε στον κήπο και βρήκε τον Ντόριαν Γκρέυ να έχει βυθίσει το πρόσωπό του στα δροσερά άνθη τής πασχαλιάς, ρουφώντας μέσα σε πυρετό το άρωμά τους σαν να ᾿τανε κρασί. Τον πλησίασε κι έβαλε το χέρι του στον ώμο τού νέου. «Έχετε πολύ δίκιο που το κάνετε αυτό» μουρμούρισε.  «Τίποτα πέρα από τις αισθήσεις δεν μπορεί να γιατρέψει την ψυχή, ακριβώς όπως τίποτα εκτός απ᾿  την ψυχή δεν μπορεί να γιατρέψει τις αισθήσεις».
Το αγόρι αναπήδησε ξαφνιασμένο κι έκανε λίγο πίσω. Δε φορούσε καπέλο, και τα φύλλα είχαν ανακατέψει τις ατίθασες μπούκλες του, μπλέκοντας τις χρυσές τους κλωστές. Στα μάτια του υπήρχε ένα βλέμμα φόβου, το βλέμμα που έχουν οι άνθρωποι όταν κάτι τούς κάνει να ξυπνήσουν απότομα. Τα λεπτοσμιλεμένα του ρουθούνια έτρεμαν, και κάποιο κρυμμένο νεύρο κίνησε το πορφυρό των χειλιών του και τ᾿  άφησε να τρέμουν.
«Ναι» συνέχισε ο λόρδος Χένρυ, «αυτό είναι ένα από τα μεγάλα μυστικά τής ζωής - να θεραπεύεις την ψυχή με τις αισθήσεις, και τις αισθήσεις με την ψυχή. Είστε ένα θαυμάσιο πλάσμα. Ξέρετε περισσότερα απ᾿  όσα νομίζετε ότι ξέρετε, αλλά συγχρόνως ξέρετε και λιγότερα απ᾿  όσα θα θέλατε».
Ο Ντόριαν Γκρέυ συνοφρυώθηκε κι έστρεψε αλλού το κεφάλι του. Δεν μπορούσε παρά να τού αρέσει ο ψηλός, χαριτωμένος νεαρός που στεκόταν πλάι του. Το ρομαντικό μελαχρινό του πρόσωπο και η κουρασμένη του έκφραση τού κινούσαν το ενδιαφέρον. Υπήρχε κάτι στη σιγανή, νωχελική φωνή του, που ήταν πέρα για πέρα μαγευτικό. Ακόμη και τα δροσερά, λευκά, σαν λουλούδια χέρια του, είχαν μια περίεργη γοητεία. Καθώς μιλούσε, και η φωνή του ηχούσε σαν μουσική, έκαναν κάποιες κινήσεις και έμοιαζε να έχουν μια εντελώς δική τους γλώσσα. Ένιωθε ωστόσο ότι τον φοβόταν, και ντρεπόταν για το φόβο του. Γιατί χρειάστηκε να έρθει ένας άγνωστος για να τού αποκαλύψει τον ίδιο του τον εαυτό; Ήξερε τον Μπάζιλ Χόλγουορντ εδώ και μήνες, αλλά η φιλία μεταξύ τους δεν τον είχε αλλάξει σε τίποτα. Ξαφνικά, μπήκε κάποιος στη ζωή του που τού φαινόταν ότι είχε αποκαλύψει μπροστά του το μυστήριο τής ζωής. Αλλά έστω κι έτσι, για ποιο λόγο να τον φοβάται; Δεν ήταν πια σχολιαρόπαιδο ούτε κανένα κοριτσάκι. Ήταν γελοίο να φοβάται.
«Ας πάμε να καθίσουμε στη σκιά» είπε ο λόρδος Χένρυ. «Ο Πάρκερ έφερε ήδη το δίσκο με τα ποτά, και αν μείνετε κι άλλο κάτω  απ᾿  αυτό τον φοβερό ήλιο, θα χαλάσει η επιδερμίδα σας και ο  Μπάζιλ δε θα σάς ξαναζωγραφίσει ποτέ πια. Πραγματικά, δεν πρέπει ν᾿  αφήσετε να σάς μαυρίσει ο ήλιος. Δε θα σάς πήγαινε».
«Και τι σημασία έχει;» φώναξε ο Ντόριαν Γκρέυ, γελώντας, την ώρα που πήγαινε να καθίσει στον πάγκο, στην άκρη του κήπου.
«Για σάς, κύριε Γκρέυ, θα είχε τεράστια σημασία».
«Για ποιο λόγο;»
«Γιατί έχετε την πιο υπέροχη νιότη, και η νιότη είναι το μόνο που  αξίζει να έχει κανείς».
«Δεν το αισθάνομαι αυτό, λόρδε Χένρυ».
«Όχι, τώρα δεν το αισθάνεσθε. Κάποια μέρα, όταν θα είστε γέρος,  άσχημος και γεμάτος ρυτίδες, όταν η σκέψη θα έχει χαράξει τις  βαθιές της γραμμές στο μέτωπό σας και το πάθος θα έχει σημαδέψει τα χείλη σας με τις φοβερές του φλόγες, θα το αισθανθείτε, θα το αισθανθείτε με τρόμο. Τώρα, όπου και να πάτε, γοητεύετε όλο τον κόσμο. Θα είναι πάντα έτσι;... Έχετε ένα υπέροχο πρόσωπο, κύριε Γκρέυ. Μη συνοφρυώνεστε. Έτσι είναι. Και η ομορφιά είναι μια μορφή μεγαλοφυΐας - για την ακρίβεια είναι ανώτερη απ᾿  τη μεγαλοφυΐα, γιατί δε χρειάζεται να την εξηγήσεις. Είναι ένα από τα μεγάλα γεγονότα τής ζωής, όπως το φως  τού ήλιου, όπως η άνοιξη ή η αντανάκλαση πάνω στα σκοτεινά νερά αυτού τού ασημένιου όστρακου που ονομάζουμε σελήνη. Κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει. Έχει το θείο δικαίωμα τής ηγεμονίας. Κάνει πρίγκιπες όσους την έχουν. Χαμογελάτε; Αχ! Όταν τη χάσετε, δε θα χαμογελάτε... Ο κόσμος λέει μερικές φορές ότι η ομορφιά είναι μόνο επιφανειακή. Μπορεί κι να ᾿ναι έτσι. Αλλά τουλάχιστον δεν είναι τόσο επιφανειακή όσο η σκέψη. Για μένα, η ομορφιά είναι το θαύμα των θαυμάτων. Μόνο οι ρηχοί άνθρωποι δεν κρίνουν από τα φαινόμενα. Το αληθινό μυστήριο τού κόσμου είναι το ορατό, όχι το αόρατο... Ναι  κύριε Γκρέυ, οι θεοί φάνηκαν πολύ καλοί μαζί σας. Αλλά αυτό  που δίνουν οι θεοί, πολύ γρήγορα το παίρνουν πίσω. Έχετε στη διάθεση  σας μόνο μερικά χρόνια που μπορείτε να τα ζήσετε αληθινά, τέλεια κι ολοκληρωμένα. Όταν φύγει η νιότη σας, θα φύγει μαζί της και η ομορφιά σας, και τότε θα ανακαλύψετε ξαφνικά ότι δεν έχετε μπροστά σας άλλους θριάμβους, ή ότι θα πρέπει να αρκεστείτε σ᾿  εκείνους τούς ταπεινούς θριάμβους που η ανάμνηση τού παρελθόντος σας θα τούς κάνει πιο πικρούς κι από τις ήττες. Κάθε μήνας που περνάει, θα σάς φέρνει πιο κοντά σε κάτι φοβερό. Ο χρόνος σάς ζηλεύει και μάχεται τα ρόδα και τούς κρίνους σας. Θα γίνετε ωχρός, με μάγουλα βαθουλωμένα και μάτια άτονα. Θα υποφέρετε τρομερά... Αχ! Συνειδητοποιήστε τη νιότη σας όσο ακόμα την έχετε. Μη σπαταλήσετε απερίσκεπτα το χρυσάφι των ημερών σας, ακούγοντας τούς ανιαρούς ανθρώπους, προσπαθώντας να βοηθήσετε τούς απελπισμένους και τούς αποτυχημένους, ή παραδίνοντας τη ζωή σας στους αδαείς, σε ανθρώπους κοινούς και χυδαίους. Αυτοί είναι οι νοσηροί στόχοι, τα ψεύτικα ιδεώδη τής εποχής μας. Ζήστε! Ζήστε την υπέροχη ζωή που κρύβετε μέσα σας! Μην αφήσετε τίποτε να σάς ξεφύγει. Αναζητήστε νέες εντυπώσεις και αισθήσεις. Μη φοβάστε τίποτα... Έναν νέο ηδονισμό - αυτό χρειάζεται ο αιώνας μας. Θα μπορούσατε να είστε το ορατό του σύμβολο. Με την προσωπικότητα που έχετε, δεν υπάρχει τίποτα που δε θα μπορούσατε να κάνετε. Ο κόσμος σάς ανήκει, αλλά μόνο για λίγο καιρό... Τη στιγμή που σάς συνάντησα, είδα ότι δεν έχετε την παραμικρή συναίσθηση τού τι πραγματικά είστε, τού τι θα μπορούσατε να είστε. Είναι τόσο πολλά αυτά που με γοήτεψαν πάνω σας, που ένιωσα ότι πρέπει να σάς πω μερικά πράγματα για σάς. Σκέφτηκα πόσο τραγικό θα ήταν αν σπαταλιόσασταν. Γιατί η νιότη σας θα κρατήσει τόσο λίγο καιρό - τόσο λίγο. Τα αγριολούλουδα τού βουνού μαραίνονται, αλλά ανθίζουν ξανά. Το αγιόκλημα θα είναι τού χρόνου τον Ιούνιο το ίδιο κίτρινο όπως και τώρα. Σ᾿  ένα μήνα η κληματίδα θα ᾿ναι γεμάτη κόκκινα αστεράκια, και κάθε χρόνο η πράσινη νύχτα των φύλλων της, θα φυλάει στον κόρφο της τα πορφυρά της άστρα. Εμείς όμως δεν ξαναβρίσκουμε τη νιότη μας ποτέ. Ο παλμός τής χαράς που σφύζει μέσα μας όταν είμαστε είκοσι χρονών, γίνεται όλο και πιο άτονος, νωθρός. Τα μέλη μας αδυνατίζουν, οι αισθήσεις μας ατροφούν. Εκφυλιζόμαστε σε φρικαλέες μαριονέτες, στοιχειωμένες απ᾿  την ανάμνηση των παθών που φοβηθήκαμε κι αποφύγαμε, από τούς εξαίσιους πειρασμούς στους οποίους δεν είχαμε το θάρρος να ενδώσουμε. Νιότη! Νιότη! Δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο πιο πολύτιμο απ᾿  τη νιότη!»
Ο Ντόριαν Γκρέυ άκουγε, με μάτια ορθάνοιχτα και βλέμμα απορημένο. Το κλαδί τής πασχαλιάς έπεσε απ᾿  τα χέρια του στο χαλίκι  τού κήπου. Μια άγρια μέλισσα το πλησίασε και ζουζούνισε για  μια στιγμή γύρω του. Ύστερα άρχισε να σκαρφαλώνει πίνω στη γεμάτη αστράκια σφαίρα των μικρούτσικων λουλουδιών. Ο Ντόριαν Γκρέυ την παρατηρούσε με το παράξενο εκείνο ενδιαφέρον για πράγματα ασήμαντα που προσπαθούμε να αναπτύξουμε  όταν κάτι άλλο, πολύ πιο σημαντικό μάς κάνει να φοβόμαστε, όταν μάς συγκινεί ένα καινούριο συναίσθημα που δεν μπορούμε να εκφράσουμε, ή όταν μια σκέψη που μάς τρομάζει, πολιορκεί άξαφνα το μυαλό μας και μάς καλεί να παραδοθούμε. Σε  λίγο, η μέλισσα πέταξε μακριά. Την είδε να σέρνεται πάνω στο πιτσιλωτό χωνάκι μιας περικοκλάδας. Το λουλούδι τρεμούλιασε  ελαφρά κι άρχισε να λικνίζεται απαλά μπρος πίσω.
Ξαφνικά, εμφανίστηκε ο ζωγράφος στην πόρτα τού ατελιέ και τούς έκανε επιτακτικά νοήματα να περάσουν μέσα. Εκείνοι κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν.
«Σάς περιμένω» φώναξε. «Ελάτε. Το φως είναι τέλειο και μπορείτε να φέρετε εδώ τα ποτά σας».
Σηκώθηκαν και προχώρησαν μαζί στο δρομάκι.
«Χαίρεστε που με γνωρίσατε, κύριε Γκρέυ» είπε ο λόρδος Xένρυ κοιτάζοντάς τον.
«Ναι, τώρα χαίρομαι. Αναρωτιέμαι όμως, θα χαίρομαι άραγε πάντα;»
«Πάντα! Τι απαίσια λέξη! Με κάνει ν᾿  ανατριχιάζω όποτε την ακούω. Οι γυναίκες την αγαπούν ιδιαίτερα και τη χρησιμοποιούν υπερβολικά. Καταστρέφουν κάθε ρομάντζο, προσπαθώντας  να το κάνουν να κρατήσει για πάντα. Κι εκτός αυτού, είναι λέξη άνευ νοήματος. Η μόνη διαφορά ανάμεσα σ᾿  ένα καπρίτσιο και  σ᾿  ένα πάθος που κρατάει μια ολόκληρη ζωή είναι ότι το καπρίτσιο διαρκεί λίγο περισσότερο».
Καθώς έμπαιναν στο ατελιέ, ο Ντόριαν Γκρέυ ακούμπησε το χέρι του στο μπράτσο τού λόρδου Χένρυ. «Αν είναι έτσι, μακάρι η φιλία μας να είναι ένα καπρίτσιο» μουρμούρισε, κοκκινίζοντας με την τόλμη του, ανέβηκε στο βάθρο και ξαναπήρε την πόζα του.
Ο λόρδος Χένρυ βυθίστηκε σε μια μεγάλη ψάθινη πολυθρόνα και τον παρατηρούσε. Η ορμητική κίνηση τού πινέλου πάνω στο μουσαμά ήταν ο μόνος ήχος που έσπαζε τη σιωπή, εκτός απ᾿  τις στιγμές που ο Χόλγουορντ έκανε ένα βήμα πίσω για να κοιτάξει το έργο του από απόσταση. Το βαρύ άρωμα των ρόδων έμοιαζε να καλύπτει τα πάντα.
Μετά από κάνα τέταρτο, ο Χόλγουορντ σταμάτησε να ζωγραφίζει, κοίταξε για αρκετή ώρα τον Ντόριαν Γκρέυ, ύστερα ξανακοίταξε επίμονα τον πίνακα, δαγκώνοντας την άκρη ενός τεράστιου πινέλου και σουφρώνοντας τα φρύδια. «Τελείωσε» φώναξε τελικά, και σκύβοντας έγραψε το όνομά του με μεγάλα κατακόκκινα γράμματα στην αριστερή γωνία τού μουσαμά.
Ο λόρδος Χένρυ πλησίασε και κοίταξε εξεταστικά τον πίνακα. Ήταν σίγουρα ένα θαυμάσιο έργο τέχνης και η ομοιότητα με το μοντέλο ήταν καταπληκτική.
«Αγαπητέ μου, σε συγχαίρω θερμότατα» είπε. «Ζωγράφισες το πιο ωραίο πορτρέτο τής σύγχρονης εποχής. Κύριε Γκρέυ, πλησιάστε να δείτε τον εαυτό σας».
Το αγόρι αναπήδησε ξαφνιασμένο, λες και ξυπνούσε από ένα όνειρο. «Τέλειωσε στ᾿  αλήθεια;» μουρμούρισε, κατεβαίνοντας από το βάθρο.
«Τέλειωσε εντελώς» είπε ο ζωγράφος. «Κι εσύ πόζαρες καταπληκτικά σήμερα. Σού είμαι ιδιαίτερα υποχρεωμένος».
«Αυτό οφείλεται εξολοκλήρου σε μένα» παρεμβλήθηκε ο λόρδος Χένρυ. «Έτσι δεν είναι, κύριε Γκρέυ;»
Ο Ντόριαν δεν έδωσε καμιά απάντηση, πέρασε νωθρά μπροστά απ᾿  το πορτρέτο του και γύρισε να το κοιτάξει. Όταν το είδε, έκανε ένα βήμα πίσω και τα μάγουλά του έγιναν για μια στιγμή κατακόκκινα από ευχαρίστηση. Μια λάμψη χαράς φώτισε τα μάτια του, λες κι αναγνώριζε τον εαυτό του για πρώτη φορά. Στεκόταν μπροστά στο πορτρέτο του ακίνητος κι αποσβολωμένος, αντιλαμβανόταν θολά ότι ο Χόλγουορντ τού μιλούσε, μα δεν μπορούσε να συλλάβει το νόημα των λόγων του. Η αίσθηση τής ομορφιάς τού φανερώθηκε μπροστά του σαν αποκάλυψη. Ποτέ προηγουμένως δεν την είχε νιώσει. Οι φιλοφρονήσεις τού Μπάζιλ Χόλγουορντ τού φαίνονταν απλές μα γοητευτικές υπερβολές, σαν αυτές που γεννά η φιλία. Τις είχε ακούσει, είχε γελάσει και τις είχε ξεχάσει. Δεν τον είχαν επηρεάσει καθόλου. Έπειτα ήρθε ο λόρδος Χένρυ Γουότον, και τα λόγια του ήταν ένας πανηγυρικός ύμνος τής νιότης που κατέληξε με τη φοβερή προειδοποίηση ότι  η νιότη διαρκεί πολύ λίγο. Είχε συγκινηθεί, και τώρα, καθώς στεκόταν αντικρίζοντας τη σκιά τής ομορφιάς του, όλη η αλήθεια τής περιγραφής που είχε ακούσει άστραψε μες στο μυαλό του. Ναι, θα ερχόταν μια μέρα που το πρόσωπό του θα ήταν μαραμένο και ρυτιδιασμένο, τα μάτια του άτονα και άχρωμα, η χάρη τής κορμοστασιάς του κατεστραμμένη και παραμορφωμένη. Το  πορφυρό χρώμα θα ᾿σβηνε απ᾿  τα χείλη του, το χρυσάφι των μαλλιών του θα θάμπωνε. Η ζωή που θα έχτιζε την ψυχή του θα ερείπωνε  το κορμί του. Θα γινόταν φριχτός, απαίσιος κι άχαρος.
Με τη σκέψη αυτή, ένας οξύς πόνος τον διαπέρασε σαν μαχαιριά κι έκανε κάθε λεπτή ίνα τού κορμιού του να ριγήσει. Τα μάτια του  σκοτείνιασαν στο χρώμα τού αμέθυστου και μια ομίχλη από  δάκρυα τα θάμπωσε. Ένιωσε λες κι ένα παγωμένο χέρι ακουμπούσε πάνω στην καρδιά του.
«Δεν σ᾿  αρέσει;» φώναξε ο Χόλγουορντ στο τέλος, πληγωμένος λιγάκι  από τη σιωπή τού αγοριού και μην καταλαβαίνοντας τη  σημασία της.
«Φυσικά τού αρέσει» είπε ο λόρδος Χένρυ. «Και σε ποιον δε θ᾿ άρεσε; Είναι ένα από τα μεγαλύτερα έργα τής σύγχρονης τέχνης. Ό,τι  και να ζητήσεις για τον πίνακα αυτόν, θα σού το δώσω. Πρέπει  οπωσδήποτε να τον αποκτήσω».
«Δε μού ανήκει, Χάρυ».
«Και σε ποιον ανήκει;»
«Στο Ντόριαν, φυσικά» αποκρίθηκε ο ζωγράφος.
«Είναι πολύ τυχερός ο Ντόριαν».
«Τι θλιβερό!» μουρμούρισε ο Ντόριαν Γκρέυ, με τα μάτια καρφωμένα  ακόμη στο πορτρέτο του.  «Τι θλιβερό! Εγώ θα γεράσω, θα γίνω φριχτός, αποκρουστικός. Όμως αυτός ο πίνακας θα μείνει πάντα νέος. Δε θα γεράσει, θα έχει πάντα την ηλικία τούτης τής μέρας τού Ιουνίου... Αν ήταν δυνατόν να γίνει το αντίθετο! Αν ήταν δυνατόν εγώ να μείνω για πάντα νέος και να γεράσει το  πορτρέτο! Γι᾿  αυτό - γι᾿  αυτό - θα ᾿δινα τα πάντα! Ναι, δεν υπάρχει  τίποτα στον κόσμο που δε θα ᾿δινα! Θα ᾿δινα και την ψυχή  μου ακόμη!»
«Δε νομίζω ότι θα σού άρεσε κάτι τέτοιο, Μπάζιλ» φώναξε ο λόρδος Χένρυ γελώντας. «Θα ήταν πολύ σκληρό για το έργο σου»
 «Πράγματι, θα είχα σοβαρότατες αντιρρήσεις» είπε ο Χόλγουορντ.
Ο Ντόριαν Γκρέυ στράφηκε και τον κοίταξε. «Το πιστεύω ότι θα ᾿χες αντιρρήσεις, Μπάζιλ. Αγαπάς την τέχνη σου περισσότερο απ᾿  τους φίλους σου. Εγώ για σένα δεν είμαι παρά ένα παλιό, πρασινισμένο μπρούντζινο άγαλμα. Ίσως και κάτι λιγότερο, τολμώ να πω».
Ο ζωγράφος τον κοίταζε κατάπληκτος. Αυτά τα λόγια δεν ταίριαζαν καθόλου στον Ντόριαν. Τι είχε συμβεί; Έδειχνε πολύ θυμωμένος. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο και τα μάγουλά του έκαιγαν.
«Ναι» συνέχισε, «για σένα έχω πολύ μικρότερη αξία απ᾿  τον φιλντισένιο σου Ερμή ή τον ασημένιο Φαύνο σου, αυτοί πάντα θα σ᾿  αρέσουν. Πόσο καιρό θα σού αρέσω εγώ; Ώσπου ν᾿  αποκτήσω την πρώτη μου ρυτίδα, φαντάζομαι. Ξέρω τώρα πια πως όταν κάποιος χάσει την ομορφιά του, όση έτυχε να έχει, χάνει τα πάντα. Το πορτρέτο σου μού το δίδαξε αυτό. Ο λόρδος Χένρυ Γουότον έχει απόλυτο δίκιο. Η νιότη είναι το μόνο που αξίζει να έχει κανείς. Όταν δω ότι γερνάω, θα σκοτωθώ».
Ο Χόλγουορντ  χλώμιασε και τον έπιασε από το χέρι. «Ντόριαν! Ντόριαν!» φώναξε, «μη μιλάς έτσι! Ποτέ δεν είχα πιο αγαπημένο φίλο από σένα, ούτε και θ᾿  αποκτήσω ποτέ. Δεν μπορεί να ζηλεύεις τα υλικά αντικείμενα εσύ - εσύ που είσαι πιο όμορφος από οποιοδήποτε απ᾿  αυτά!»
«Ζηλεύω το καθετί που η ομορφιά του δεν πεθαίνει. Ζηλεύω το πορτρέτο που μού ζωγράφισες. Γιατί αυτό να μπορεί να διατηρήσει κάτι που εγώ πρέπει να χάσω; Κάθε στιγμή που περνάει, αφαιρεί κάτι από μένα και προσθέτει κάτι σ᾿  εκείνο. Αχ, να γινόταν το αντίθετο! Να γινόταν ν᾿  αλλάζει ο πίνακας κι εγώ να μείνω για πάντα όπως είμαι τώρα! Γιατί τον ζωγράφισες; Θα με κοροϊδέψει μια μέρα - θα με κοροϊδέψει φριχτά!» Καυτά δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του, τράβηξε απότομα το χέρι του, και πέφτοντας στο ντιβάνι, έκρυψε το πρόσωπό του στα μαξιλάρια, σαν να προσευχόταν.
«Αυτό είναι δικό σου έργο, Χάρυ» είπε με πικρία ο ζωγράφος.
Ο λόρδος Χένρυ σήκωσε τούς ώμους. «Αυτός είναι ο αληθινός Ντόριαν Γκρέυ - αυτό είν᾿  όλο»
.
«Όχι, δεν είναι».
«Αν δεν είναι, τότε σε τι φταίω εγώ;»
«Έπρεπε  να είχες φύγει όταν σού το ζήτησα» ψιθύρισε.
«Έμεινα όταν μού το ζήτησες» ήταν η απάντηση τού λόρδου Χένρυ.
«Χάρυ, δεν μπορώ να μαλώσω με τούς δυο καλύτερους φίλους  μου συγχρόνως, αλλά και οι δυο σας μ᾿  έχετε κάνει να μισήσω  το τελειότερο  έργο που έκανα ποτέ, και θα το καταστρέψω. Τι είναι  στο κάτω κάτω, μουσαμάς και χρώματα. Δεν θα το αφήσω να μπει  ανάμεσα στις ζωές των τριών μας και να τις χαλάσει».
Ο Ντόριαν Γκρέυ σήκωσε το χρυσαφένιο κεφάλι του απ᾿  το μαξιλάρι, και με κάτασπρο πρόσωπο και δακρυσμένα μάτια είδε το ζωγράφο να προχωράει προς τον πάγκο με τα εργαλεία που βρισκόταν κάτω από το παράθυρο με τις κοντές κουρτίνες. Τι έκανε κει; Σκάλιζε μέσα σ᾿  ένα σωρό από σωληνάρια και στεγνά πινέλα, αναζητώντας κάτι. Ναι, έψαχνε τη μακριά σπάτουλα με τη λεπτή λάμα από σκληρό ατσάλι. Κάποια στιγμή τη βρήκε. Είχε  σκοπό να σκίσει το μουσαμά.
Μ᾿ έναν πνιγμένο λυγμό το αγόρι πετάχτηκε από το ντιβάνι κι ορμώντας στον Χόλγουορντ, τού άρπαξε την κοφτερή σπάτουλα  απ᾿  το χέρι και την εκσφενδόνισε στην άλλη άκρη τού ατελιέ. «Μη, Μπάζιλ, μην το κάνεις αυτό!» φώναξε. «Θα ήταν δολοφονία»
«Χαίρομαι που επιτέλους εκτίμησες το έργο μου, Ντόριαν» είπε ο  ζωγράφος ψυχρά, αφού συνήλθε από την έκπληξή του.
«Δεν πίστευα  ότι θα το εκτιμούσες ποτέ».
«Να το εκτιμήσω; Εγώ είμαι ερωτευμένος μαζί του, Μπάζιλ! Είναι  κομμάτι τού εαυτού μου. Το νιώθω».
«Ωραία λοιπόν, μόλις στεγνώσεις, θα σε περάσω με βερνίκι, θα σε κορνιζώσω και θα σε στείλω σπίτι σου. Ύστερα μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις με τον εαυτό σου». Διέσχισε το δωμάτιο, χτύπησε το κουδούνι και ειδοποίησε να τούς φέρουν το τσάι.
Θα πιεις ένα τσάι, Ντόριαν, έτσι δεν είναι; Εσύ, Χάρυ; Ή μήπως δεν  καταδέχεσαι αυτές τις απλές απολαύσεις;»
«Λατρεύω τις απλές απολαύσεις» είπε ο λόρδος Χένρυ. «Είναι το τελευταίο καταφύγιο των σύνθετων ανθρώπων. Απεχθάνομαι όμως τις σκηνές,  εκτός   από  εκείνες  που   διαδραματίζονται   στο  πάλκο. Τι παράλογοι άνθρωποι που είστε, και οι δυο σας! Αναρωτιέμαι  ποιος όρισε τον άνθρωπο ως “ζώον λογικόν”. Είναι ο πιο ανώριμος ορισμός που δόθηκε ποτέ.  Ο άνθρωπος είναι πολλά πράγματα, μόνο λογικός δεν είναι. Εδώ που τα λέμε, χαίρομαι που δεν είναι, αλλά πολύ θα ᾿θελα να σταματήσετε να μαλώνετε για το πορτρέτο. Καλύτερα να το δώσεις σ᾿  εμένα, Μπάζιλ. Αυτό το ανόητο παιδί δεν το θέλει στ᾿  αλήθεια, ενώ εγώ το θέλω πολύ».
«Αν το δώσεις σ᾿  άλλον, Μπάζιλ, δε θα σού το συγχωρήσω ποτέ!» φώναξε ο Ντόριαν Γκρέυ. «Και δεν επιτρέπω σε κανέναν να με αποκαλεί ανόητο παιδί».
«Ξέρεις πολύ καλά ότι ο πίνακας είναι δικός σου, Ντόριαν. Σού τον έδωσα απ᾿  τη στιγμή που άρχισα να τον ζωγραφίζω».
«Και ξέρετε πολύ καλά ότι φερθήκατε λιγάκι ανόητα, κύριε Γκρέυ, κι ότι στην πραγματικότητα δεν έχετε καμιά αντίρρηση να σάς υπενθυμίζουν πως είστε εξαιρετικά νέος».
«Σήμερα το πρωί θα είχα πολύ σοβαρές αντιρρήσεις, λόρδε Χένρυ».
«Α! Σήμερα το πρωί! Από τότε μέχρι τώρα ζήσατε πολλά».
Ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα και μπήκε ο οικονόμος μ᾿  έναν φορτωμένο δίσκο που τον ακούμπησε σ᾿ ένα γιαπωνέζικο τραπεζάκι. Πιατάκια και φλιτζάνια κροτάλισαν χαρούμενα με τη συνοδεία τού ατμού που έβγαινε σφυρίζοντας από την ασημένια τσαγιέρα εποχής Γεωργίου. Ένας υπηρέτης έφερε δύο πορσελάνινα πιάτα με στρογγυλά καλύμματα. Ο Ντόριαν Γκρέυ πήγε στο τραπεζάκι και σέρβιρε το τσάι. Οι δυο άντρες πλησίασαν νωχελικά και σήκωσαν τα καλύμματα να δουν τι τούς είχαν φέρει.
«Να πάμε στο θέατρο απόψε» είπε ο λόρδος Χένρυ. «Σίγουρα κάπου θα παίζουν κάτι ενδιαφέρον. Υποσχέθηκα να δειπνήσω στου Γουάιτ, αλλά το ραντεβού που έχω είναι με έναν παλιό φίλο, οπότε μπορώ να τού στείλω ένα τηλεγράφημα ότι είμαι άρρωστος  ή ότι δεν μπορώ να πάω εξαιτίας ενός άλλου ραντεβού που έδωσα εκ των υστέρων. Νομίζω ότι θα ᾿ταν μια όμορφη δικαιολογία: θα ξαφνιάσει με την ειλικρίνειά της».
«Πόσο βαριέμαι να φοράω επίσημο ένδυμα» μουρμούρισε ο Χόλγουορντ. «Κι όταν επιτέλους το βάλεις, βλέπεις πως είναι απαίσιο».
«Ναι» αποκρίθηκε ο λόρδος Χένρυ με ύφος ονειροπόλο, «το κοστούμι τού δέκατου ένατου αιώνα είναι αποκρουστικό. Είναι υπερβολικά σκούρο, υπερβολικά καταθλιπτικό.  Η αμαρτία είναι το μόνο στοιχείο με αληθινό χρώμα που έχει απομείνει στη σύγχρονη ζωή».
«Δεν πρέπει να λες τέτοια πράγματα μπροστά στον Ντόριαν, Χάρυ».
«Μπροστά σε ποιον Ντόριαν; Σ᾿  αυτόν που σερβίρει το τσάι ή σ᾿ αυτόν τού πορτρέτου;»
«Και στους δυο».
«Θα  ᾿ θελα πολύ να έρθω μαζί σας στο θέατρο, λόρδε Χένρυ» είπε το αγόρι.
«Ελάτε, λοιπόν. Θα έρθεις κι εσύ, Μπάζιλ, έτσι δεν είναι;»
«Δεν μπορώ. Θα προτιμούσα να μην έρθω. Έχω πολλή δουλειά να κάνω».
«Τότε θα πάμε μόνοι μας, κύριε Γκρέυ».
«Θα μού άρεσε πολύ».
Ο ζωγράφος δάγκωσε τα χείλη του, και με το φλιτζάνι στο χέρι  πήγε στον πίνακα. «Εγώ θα μείνω με τον αληθινό Ντόριαν» είπε θλιμμένα.
«Αυτός είναι ο αληθινός Ντόριαν;» φώναξε το πρωτότυπο τού πορτρέτου, πλησιάζοντάς το. «Είμαι στ᾿  αλήθεια έτσι;»
«Ναι, είσαι ακριβώς έτσι».
«Τι ωραία, Μπάζιλ!»
«Εξωτερικά τουλάχιστον τού μοιάζεις. Εκείνος όμως δε θ᾿  αλλάξει ποτέ» αναστέναξε ο Χόλγουορντ. «Κάτι είναι κι αυτό».
«Πως κάνουν έτσι οι άνθρωποι για την πίστη!» αναφώνησε ο λόρδος  Χένρυ.   «Για τ᾿  όνομα τού Θεού, ακόμη και στον έρωτα η πίστη είναι θέμα φυσιολογίας. Δεν έχει καμιά σχέση με τη θέληση  μας. Οι νέοι θέλουν να είναι πιστοί, και δεν είναι, οι γέροι θέλουν  να είναι άπιστοι, και δεν μπορούν: αυτό μόνο μπορεί να πει κανείς».
«Μην πας στο θέατρο απόψε, Ντόριαν» είπε ο Χόλγουορντ. Μείνε εδώ να δειπνήσουμε μαζί».
«Λεν μπορώ, Μπάζιλ».
«Γιατί;»
«Γιατί υποσχέθηκα στο λόρδο Χένρυ Γουότον να πάω μαζί του»,
«Δεν  θα σε συμπαθήσει περισσότερο επειδή κρατάς το λόγο σου. Εκείνος ποτέ δεν κρατάει τον δικό του. Σε παρακαλώ, μην πας»
Ο Ντόριαν Γκρέυ γέλασε και κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
«Σε ικετεύω».
Το αγόρι δίστασε και κοίταξε το λόρδο Χένρυ που τούς παρατηρούσε από το τραπεζάκι τού τσαγιού·  το χαμόγελό του μαρτυρούσε πόσο διασκέδαζε με τη σκηνή.
«Πρέπει να πάω, Μπάζιλ» αποκρίθηκε.
«Πολύ καλά» είπε ο Χόλγουορντ, και πλησιάζοντας στο τραπεζάκι, ακούμπησε το φλιτζάνι του στο δίσκο. «Είναι μάλλον αργά, και μια που πρέπει ν᾿  αλλάξετε, καλύτερα να μην καθυστερήσετε άλλο. Αντίο, Χάρυ. Αντίο, Ντόριαν. Έλα γρήγορα να με δεις. Έλα αύριο».
«Βεβαίως».
«Δε θα το ξεχάσεις;»
«Φυσικά και δε θα το ξεχάσω» φώναξε ο Ντόριαν.
«Και... Χάρυ!»
«Ναι, Μπάζιλ;»
«Θυμάσαι τι σε παρακάλεσα όταν ήμασταν στον κήπο το πρωί».
«Το ξέχασα».
«Σού έχω εμπιστοσύνη».
«Εγώ όμως δεν ξέρω αν μπορώ να έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου» είπε ο λόρδος Χένρυ γελώντας. «Ελάτε, κύριε Γκρέυ, το μόνιππό μου είναι έξω και μπορώ να σάς αφήσω στο σπίτι σας. Αντίο, Μπάζιλ. Περάσαμε ένα πολύ ενδιαφέρον απόγευμα».
Καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω τους, ο ζωγράφος σωριάστηκε σ᾿  έναν καναπέ και μια έκφραση πόνου ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.

3

Στις δώδεκα  και μισή την επόμενη μέρα, ο λόρδος Χένρυ Γουότον έκανε  μια βόλτα από την Κέρζον Στριτ στο Όλμπανυ για να επισκεφθεί το θείο του, το λόρδο Φέρμορ, έναν καλόκαρδο αν και κάπως αγροίκο ηλικιωμένο εργένη, που ο κόσμος θεωρούσε εγωιστή γιατί δεν κέρδιζε τίποτα συγκεκριμένο απ᾿  αυτόν, και η υψηλή κοινωνία γενναιόδωρο γιατί τάιζε τούς ανθρώπους που τον διασκέδαζαν. Ο πατέρας του ήταν ο πρεσβευτής μας στη Μαδρίτη όταν η  Ισαβέλλα ήταν νέα και ο Πριμ εντελώς άγνωστος, (1) αλλά παραιτήθηκε από το Διπλωματικό Σώμα υποκύπτοντας σ᾿  ένα στιγμιαίο καπρίτσιο, προϊόν τής ενόχλησής του γιατί δεν τού είχε προσφερθεί η πρεσβεία στο Παρίσι,  μια θέση που θεωρούσε ότι τού άξιζε  δικαιωματικά λόγω τής ευγενούς καταγωγής, τής νωθρότητας  του, των καλών αγγλικών στις αναφορές του και τού άμετρου  πάθους του για τις απολαύσεις. Ο γιος, που ήταν γραμματέας τού πατέρα του, παραιτήθηκε κι αυτός μαζί του, πράξη που τότε  είχε θεωρηθεί κάπως ανόητη, κι αφού κληρονόμησε τον τίτλο  ευγενείας μερικούς μήνες αργότερα, επιδόθηκε με σοβαρότητα στη μελέτη τής μεγάλης αριστοκρατικής τέχνης που συνίσταται στο να μην κάνεις απολύτως τίποτα. Είχε δύο μεγάλα σπίτια στην πόλη, αλλά προτιμούσε να ζει σ᾿  ένα διαμέρισμα, γιατί τού ήταν πιο βολικό, κι έτρωγε τις περισσότερες φορές στη λέσχη του. Ασχολιόταν πότε πότε με τη διεύθυνση των ανθρακωρυχείων του στις κομητείες τού Μίντλαντ, δικαιολογώντας αυτό το ίχνος εργατικότητας με το επιχείρημα ότι το μοναδικό καλό τής ιδιοκτησίας κοιτασμάτων γαιάνθρακα είναι, ότι εξασφαλίζει σε ένα τζέντλεμαν την πολυτέλεια να καίει ξύλα στο τζάκι του. Ως προς τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ήταν συντηρητικός, εκτός από τις περιόδους που οι συντηρητικοί ήταν στην εξουσία, γιατί τότε τούς κατηγορούσε σ᾿  όλο τον κόσμο ότι ήταν ένα μάτσο ριζοσπάστες. Ήταν ήρωας για τον καμαριέρη του, που τον έκανε ό,τι ήθελε, και ο φόβος και ο τρόμος των περισσοτέρων συγγενών του, που κι αυτός με τη σειρά του τούς έκανε ό,τι ήθελε. Μόνο η Αγγλία θα μπορούσε να τον έχει δημιουργήσει, κι εκείνος έλεγε πάντα ότι η χώρα πήγαινε κατά διαβόλου. Οι αρχές του ήταν ξεπερασμένες, μα για τις προκαταλήψεις του θα ᾿χε κανείς να πει πολλά. Όταν ο λόρδος Χένρυ μπήκε στο δωμάτιο, βρήκε τον θείο του να κάθεται φορώντας ένα χοντρό κυνηγετικό σακάκι, να καπνίζει το πούρο του και να γκρινιάζει διαβάζοντας τούς Τάιμς. «Λοιπόν, Χάρυ» είπε ο ηλικιωμένος τζέντλεμαν, «τι σ᾿  έκανε να βγεις από το σπίτι σου τόσο νωρίς; Πίστευα ότι εσείς οι κομψευόμενοι νεαροί δε σηκώνεστε ποτέ πριν απ᾿  τις δύο, και πριν από τις πέντε δεν εμφανίζεστε πουθενά».
«Απλά και μόνο η συγγενική στοργή, θείε Τζωρτζ, σε βεβαιώ. Θέλω κάτι από σένα».
«Λεφτά, υποθέτω» είπε ο λόρδος Φέρμορ, κάνοντας μια γκριμάτσα. «Έλα, λοιπόν, κάτσε κάτω και πες  μου τα. Οι νέοι στις μέρες μας φαντάζονται ότι το χρήμα είναι το παν».
«Ναι» μουρμούρισε ο λόρδος Χένρυ, στερεώνοντας το λουλούδι στην μπουτονιέρα του, «κι όταν μεγαλώσουν, βεβαιώνονται ότι είχαν δίκιο. Αλλά εγώ δε θέλω λεφτά.  Μόνο οι άνθρωποι που πληρώνουν τούς λογαριασμούς τους χρειάζονται χρήματα, θείε Τζωρτζ, κι εγώ ποτέ δεν πληρώνω τούς δικούς μου. Η πίστωση είναι το κεφάλαιο τού μικρότερου γιου μιας οικογένειας και μπορείς να ζήσεις θαυμάσια μ᾿  αυτήν. Αυτό που θέλω είναι μερικές πληροφορίες. Όχι χρήσιμες πληροφορίες, φυσικά, εντελώς άχρηστες».
«Καλώς, μπορώ να σού πω οτιδήποτε περιέχεται σε μια αγγλική κυανή βίβλο,(2) Χάρυ, αν και στις μέρες μας γράφουν ένα σωρό ανοησίες. Όταν ήμουν στο Διπλωματικό Σώμα, τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα. Αλλά ακούω ότι τώρα τούς παίρνουν μ᾿  εξετάσεις. Τι να περιμένεις μετά απ᾿  αυτό; Οι εξετάσεις, κύριε, είναι μια σκέτη ανοησία από την αρχή ως το τέλος.  Αν κάποιος είναι τζέντλεμαν, ξέρει αρκετά, και αν δεν είναι τζέντλεμαν, ό,τι και να ξέρει, τού κάνει κακό».

(1). Ισαβέλλα Β᾿ : βασίλισσα τής Ισπανίας από το 1833 έως το 1868.
       Χουάν Πριμ: Ισπανός στρατηγός και πολιτικός (1814-1870) που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εκθρόνησή της. [Σ]
(2) Αγγλική κυανή βίβλος: οι επίσημες εκθέσεις και τα έγγραφα τής Βουλής των Κοινοτήτων και του Ανακτοβουλίου ήταν γνωστά ως κυανές βίβλοι. [Σ]


«Ο κύριος Ντόριαν Γκρέυ δεν περιέχεται στις κυανές βίβλους, θείε  Τζωρτζ» είπε ο λόρδος Χένρυ νωχελικά.
«Ο κύριος Ντόριαν Γκρέυ; Ποιος είν᾿  αυτός;» ρώτησε ο λόρδος Φέρμορ, σουφρώνοντας τα πυκνά κάτασπρα φρύδια του.
«Αυτό  θέλω να μάθω από σένα, θείε Τζωρτζ. Ή μάλλον, ξέρω ποιος είναι. Είναι ο τελευταίος εγγονός τού λόρδου Κέλσο. Η μητέρα του  ήταν μια Ντεβερό, η λαίδη Μάργκαρετ Ντεβερό. Θέλω να μού μιλήσεις για τη μητέρα του. Πώς ήταν; Ποιον παντρεύτηκε; Στον καιρό σου ήξερες τούς πάντες, πρέπει να την έχεις γνωρίσει. Ενδιαφέρομαι πάρα πολύ για τον κύριο Γκρέυ. Μόλις τον γνώρισα».
«Εγγονός τού Κέλσο!» επανέλαβε ο ηλικιωμένος κύριος. Εγγονός τού Κέλσο! ... Ναι, βέβαια... Ήξερα τη μητέρα του πολύ καλά! Νομίζω ότι ήμουν παρών στη βάφτισή της. Ήταν φοβερά ωραία  κοπέλα η Μάργκαρετ  Ντεβερό, κι έκανε όλους τους άντρες έξαλλους  όταν το ᾿σκασε  μ᾿  έναν απένταρο νεαρό, ένα μηδενικό, σε πληροφορώ, έναν υπαξιωματικό τού πεζικού, ή κάτι τέτοιο. Βέβαια. Τα θυμάμαι όλα, λες κι έγιναν χτες. Ο κακόμοιρος ο νεαρός  σκοτώθηκε σε μια μονομαχία στο Σπα, λίγους μήνες μετά το γάμο. Κυκλοφόρησαν κακές φήμες σχετικά μ᾿  αυτή τη μονομαχία. Είπαν ότι ο Κέλσο έβαλε κάποιον απατεώνα τυχοδιώκτη, ένα άθλιο Βέλγο, να προσβάλει το γαμπρό του δημοσίως· τον πλήρωσε για να το κάνει, μάλιστα, κύριε, τον πλήρωσε· κι εκείνος  ο τύπος τον τρύπησε κατάστηθα σαν να ᾿ταν περιστέρι. Η υπόθεση   κουκουλώθηκε βέβαια, αλλά, μα το Θεό, για αρκετό καιρό μετά ο Κέλσο έτρωγε την μπριζόλα του ολομόναχος στη λέσχη. Μού είπαν ότι έφερε την κόρη του πίσω στην Αγγλία, αλλά  εκείνη δεν τού ξαναμίλησε ποτέ πια. Α, ναι, ήταν βρωμοδουλειά. Και η κοπέλα πέθανε, πέθανε σ᾿  ένα χρόνο. Ώστε άφησε ένα γιο  έτσι; Το είχα ξεχάσει αυτό. Τι τύπος είναι; Αν μοιάζει τής  μητέρας  του, πρέπει να ᾿ναι ωραίος άντρας».
«Είναι πάρα πολύ όμορφος» βεβαίωσε ο λόρδος Χένρυ.
«Ελπίζω να πέσει σε καλά χέρια» συνέχισε ο ηλικιωμένος κύριος. «Πρέπει να  τον περιμένει μια καλή περιουσία αν ο Κέλσο φρόντισε να  τού εξασφαλίσει το μέλλον. Και η μητέρα του είχε λεφτά. Όλη  η περιουσία τού Σέλμπι πέρασε σ᾿  αυτήν μέσω τού παππού της. Ο παππούς της μισούσε τον Κέλσο, τον θεωρούσε σπαγκοραμμένο. Και ήταν, εδώ που τα λέμε. Ήρθε μια φορά στη Μαδρίτη τότε που ήμουν εκεί. Μα το Θεό, ντράπηκα γι᾿  αυτόν. Η βασίλισσα με ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο Άγγλος ευγενής που καβγάδιζε συνέχεια με τούς αμαξάδες πριν τούς πληρώσει. Έμεινε ιστορική η τσιγκουνιά του. Για ένα μήνα μετά την επίσκεψή του δεν τολμούσα να εμφανιστώ στην Αυλή. Ελπίζω να μεταχειρίστηκε τον εγγονό του καλύτερα απ᾿  τούς αμαξάδες».
«Δεν ξέρω» αποκρίθηκε ο λόρδος Χένρυ. «Νομίζω ότι όταν ενηλικιωθεί, θα έχει μια καλή περιουσία. Ξέρω πως έχει πάρει κιόλας το Σέλμπι. Μού το είπε. Και... η μητέρα του ήταν πολύ όμορφη;»
«Η Μάργκαρετ Ντεβερό ήταν απ᾿  τα πιο ωραία πλάσματα που έχω δει στη ζωή μου, Χάρυ. Τι στην ευχή την έκανε να φερθεί όπως φέρθηκε, ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω. Θα μπορούσε να παντρευτεί όποιον ήθελε. Ο Κάρλινγκτον ήταν ξετρελαμένος μαζί της. Ήταν όμως πολύ ρομαντική. Όλες οι γυναίκες τής οικογένειας ήταν ρομαντικές. Οι άντρες δεν έλεγαν και πολλά πράγματα, αλλά οι γυναίκες! Οι γυναίκες ήταν υπέροχες. Ο Κάρλινγκτον έπεσε στα γόνατα και την ικέτευε να τον παντρευτεί. Ο ίδιος μού το είπε. Εκείνη γέλασε μαζί του, και να φανταστείς ότι δεν υπήρχε κοπέλα στο Λονδίνο που να μην τον κυνηγάει. Α, επί τη ευκαιρία, Χάρυ, μια που μιλάμε για ανόητους γάμους, τι είναι αυτή η ιστορία που μού είπε ο πατέρας σου; Ο Ντάρτμουρ θέλει να παντρευτεί Αμερικάνα; Δεν τού κάνουν οι Αγγλίδες;»
«Αυτή την εποχή είναι μάλλον τής μόδας να παντρεύονται Αμερικάνες, θείε Τζωρτζ».
«Εγώ υποστηρίζω τις Αγγλίδες και ποντάρω ό,τι θέλεις πάνω τους, Χάρυ» είπε ο λόρδος Φέρμορ, χτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι.
«Τα φαβορί αυτό τον καιρό είναι οι Αμερικάνες».
«Δεν κρατούν πολύ, έτσι μού είπαν» μουρμούρισε ο θείος του.
«Ένας μακρόχρονος αρραβώνας αντοχής τις εξαντλεί, αλλά στο δρόμο μετ᾿  εμποδίων είναι άπιαστες. Πουλιά στον αέρα πιάνουν. Νομίζω ότι ο Ντάρτμουρ  δεν έχει την παραμικρή πιθανότητα να γλιτώσει».
«Ποια είναι η οικογένεια της;» ρώτησε γκρινιάρικα ο ηλικιωμένος κύριος. «Έχει οικογένεια;»
Ο λόρδος Χένρυ κούνησε το κεφάλι.  «Οι Αμερικανίδες επιδεικνύουν την ίδια εξυπνάδα στην απόκρυψη των γονιών τους, όσο και οι Αγγλίδες στην αποσιώπηση τού παρελθόντος τους» είπε  ενώ σηκωνόταν να φύγει.
«Συσκευάζουν χοιρινά, δηλαδή, οι δικοί της;»
«Ελπίζω θείε Τζωρτζ, ελπίζω. Θα είναι τυχερός ο Ντάρτμουρ αν η  οικογένεια της ασχολείται με τη συσκευασία χοιρινών,  γιατί ακούω ότι είναι το πιο επικερδές επάγγελμα στην Αμερική,  μετά την πολιτική βέβαια».
«Είναι χαριτωμένη;»
«Φέρεται σαν να ᾿ταν καλλονή. Οι περισσότερες Αμερικάνες αυτό κάνουν. Είναι το μυστικό τής γοητείας τους».
Για πιο  λόγο οι Αμερικάνες δεν κάθονται στην πατρίδα τους; Συνέχεια  μάς λένε ότι η Αμερική είναι παράδεισος για τις γυναίκες»
 «Μα είναι. Αυτός είναι και ο λόγος που, σαν την Εύα, θέλουν τόσο  πολύ να φύγουν από κει» είπε ο λόρδος Χένρυ. Αντίο θείε  Τζωρτζ. Αν μείνω κι άλλο, θ᾿  αργήσω στο γεύμα. Ευχαριστώ για τις πληροφορίες που μού ᾿δωσες.  Θέλω να μαθαίνω τα πάντα  για τούς καινούριους φίλους μου και τίποτε απολύτως για τούς παλιούς».
«Πού θα  γευματίσεις, Χάρυ;»
«Στης θείας Άγκαθα. Προσκάλεσα τον εαυτό μου και τον κύριο Γκρέυ. «Είναι ο πιο πρόσφατος προστατευόμενός της».
«Χμμμ! Να πεις στη θεία σου την Άγκαθα, Χάρυ, να πάψει να με ενοχλεί με τις φιλανθρωπικές της εκκλήσεις. Τις έχω σιχαθεί. Για  όνομα τού Θεού, αυτή η γυναίκα νομίζει ότι δεν έχω άλλη δουλειά να κάνω  απ᾿  το να υπογράφω επιταγές για τις ανόητες φαντασιοπληξίες της».
«Εντάξει  θείε Τζωρτζ, θα τής το πω, αλλά δε θα έχει κανένα αποτέλεσμα  Οι φιλάνθρωποι χάνουν κάθε αίσθηση ανθρωπιάς. Είναι  το χαρακτηριστικό που τους διακρίνει από τους άλλους».
Ο ηλικιωμένος κύριος συμφώνησε μ᾿  ένα γρύλισμα, και χτύπησε το  κουδούνι να έρθει ο υπηρέτης του. Ο λόρδος Χένρυ διέσχισε τη χαμηλή στοά, βγήκε στην Μπέρλινγκτον Στριτ και κατευθύνθηκε  στην Πλατεία Μπέρκλεϋ.
Αυτή λοιπόν ήταν η ιστορία των γονιών τού Ντόριαν Γκρέυ. Αν και ο θείος του, τού την είχε διηγηθεί πολύ ωμά, τον είχε συγκινήσει, τού  είχε δημιουργήσει την αίσθηση ενός παράξενου σχεδόν σύγχρονου ρομάντζου. Μια ωραία γυναίκα που διακινδυνεύει τα πάντα για ένα τρελό πάθος. Μερικές εβδομάδες παράφορης ευτυχίας, που τις κόβει δραματικά ένα φριχτό και ύπουλο έγκλημα. Μήνες σιωπηρής αγωνίας, κι ύστερα ένα παιδί που γεννιέται μες στον πόνο. Τη μητέρα την αρπάζει ο θάνατος, το αγόρι μένει μόνο του κάτω απ᾿  την τυραννία ενός γέρου και άκαρδου ανθρώπου. Ναι, πολύ ενδιαφέρον σκηνικό. Ταίριαζε πολύ στο αγόρι, το έκανε να δείχνει ακόμα πιο τέλειο. Πίσω από καθετί εξαίσιο κρύβεται και κάτι τραγικό. Κόσμοι ολόκληροι πρέπει να νιώσουν τούς πόνους τής γέννας, για να γεννηθεί και το πιο ταπεινό λουλούδι... Και πόσο γοητευτικός ήταν ο Ντόριαν Γκρέυ στο δείπνο το προηγούμενο βράδυ, καθώς καθόταν απέναντι του στη λέσχη, με μάτια ταραγμένα και χείλη μισάνοιχτα από φοβισμένη ευχαρίστηση, με τα κόκκινα αμπαζούρ των κεριών να κάνουν ακόμη πιο ρόδινο το θαύμα τού προσώπου του. Μιλώντας μαζί του, ένιωθε σαν να ᾿παιζε ένα εξαίσιο και υπερευαίσθητο βιολί. Ανταποκρινόταν σε κάθε κίνηση, σε κάθε άγγιγμα τού δοξαριού... Υπάρχει κάτι φοβερά μαγευτικό στο να ασκείς επιρροή πάνω σε κάποιον άλλον. Δεν υπάρχει πράξη που να συγκρίνεται μ᾿  αυτήν. Να προβάλλεις την ψυχή σου σε μια χαριτωμένη μορφή, να την αφήνεις εκεί για λίγο, ν᾿  ακούς τις σκέψεις σου να ξαναγυρίζουν σαν ηχώ μαζί μ᾿  όλη τη μουσική τού πάθους και τής νιότης, να μεταβιβάζεις την ιδιοσυγκρασία σου σε κάποιον άλλο σαν να ᾿ταν κάποιο λεπτό ρευστό ή ένα παράξενο άρωμα, υπάρχει μεγάλη χαρά σ᾿  όλα αυτά - ίσως η μόνη χαρά που έμεινε να μάς προσφέρει τόση ικανοποίηση σε μια εποχή τόσο περιορισμένη και χυδαία σαν τη δική μας, μια εποχή που είναι βάρβαρα σαρκική στις απολαύσεις της και βάρβαρα κοινότυπη στους στόχους της... Ήταν υπέροχος τύπος αυτός ο νεαρός που από μια παράξενη σύμπτωση είχε συναντήσει στο ατελιέ τού Μπάζιλ, ή μάλλον θα μπορούσε να πλαστεί σε υπέροχο άνθρωπο. Όλη η χάρη τού κόσμου ήταν δική του, το ίδιο και η λευκή αγνότητα τής εφηβείας, κι η ομορφιά του σαν εκείνη που μάς αποκαλύπτουν τα αρχαία ελληνικά αγάλματα. Μπορούσε κανείς να τον πλάσει και να τού δώσει όποια μορφή ήθελε. Μπορούσε να τον κάνει Τιτάνα ή παιχνίδι. Τι κρίμα που μια τέτοια ομορφιά ήταν μοιραίο να ξεφτίσει!... Και ο Μπάζιλ; Από ψυχολογική άποψη, πόσο ενδιαφέρον είχε ο ζωγράφος! Το νέο στυλ στην τέχνη, τον νέο τρόπο ενατένισης τής ζωής, όλα αυτά τού τα είχε με τόσο παράδοξο τρόπο υποβάλει η απλή οπτική παρουσία ενός  ανθρώπου που δεν είχε την παραμικρή συναίσθηση τής δύναμής του. Το σιωπηλό πνεύμα που κρυβόταν στα σκοτεινά δάση και περπατούσε αόρατο στα λιβάδια, ξαφνικά είχε φανερωθεί, σαν Δρυάδα, δίχως φόβο, γιατί στην ψυχή τού ζωγράφου που τόσο καιρό  την αναζητούσε είχε ξυπνήσει το θαυμάσιο όραμα, που σ᾿ αυτό  και μόνο αποκαλύπτονται τα υπέροχα πράγματα. Τα απλά  οχήματα και οι μορφές των πραγμάτων σαν να ᾿γιναν πιο εκλεπτυσμένα, κέρδισαν κάποια αξία συμβολική, σαν να ᾿ταν πρότυπα κάποιας άλλης, πιο τέλειας μορφής, που έκαναν πραγματικότητα τη σκιά  της: πόσο παράξενα ήταν όλα αυτά! Θυμόταν κάτι παρόμοιο απ᾿  την Ιστορία. Δεν ήταν ο Πλάτων, αυτός ο καλλιτέχνης τής σκέψης, που πρώτος το είχε αναλύσει; Δεν ήταν ο Μπουοναρότι (3) που το είχε σκαλίσει στα χρωματιστά μάρμαρα μιας σειράς  σονέτων; Αλλά στον αιώνα μας κάτι τέτοιο ήταν παράξενο... Ναι, θα προσπαθούσε να γίνει για τον Ντόριαν Γκρέυ αυτό που, χωρίς να το ξέρει, ήταν ο έφηβος για το ζωγράφο που δημιούργησε το υπέροχο πορτρέτο. Θα προσπαθούσε να κυριαρχήσει  επάνω του - τον είχε ήδη σχεδόν κατακτήσει. Θα έκανε το θαυμάσιο πνεύμα του δικό του. Υπήρχε κάτι μαγευτικό σ᾿  αυτόν το  γιο  τού Έρωτα και τού Θανάτου.
(3) Μπουοναρότι: πιο γνωστός ως Μιχαήλ Άγγελος (1475-1564), γλύπτης, ζωγράφος και ποιητής. [Σ]
Ξαφνικά σταμάτησε κι έριξε μια ματιά στα σπίτια τού δρόμου. Διαπίστωσε ότι είχε προσπεράσει αρκετά το σπίτι τής θείας του,  χαμογέλασε και γύρισε πίσω. Όταν μπήκε στο κάπως σκοτεινό χολ, ο οικονόμος τού είπε ότι οι άλλοι είχαν καθίσει στο τραπέζι. Έδωσε σ᾿  έναν υπηρέτη το καπέλο και το μπαστούνι του και μπήκε στην τραπεζαρία.
«Όπως πάντα, Χάρυ, αργοπορημένος» φώναξε η θεία του, κουνώντας  το κεφάλι επιτιμητικά.
Βρήκε μια εύσχημη δικαιολογία, κι αφού κάθισε στην άδεια θέση  πλάι της, έριξε μια ματιά γύρω για να δει ποιοι βρίσκονταν εκεί. Ο Ντόριαν τού έκανε μια ντροπαλή υπόκλιση απ᾿ την άλλη άκρη τού τραπεζιού, και τα μάγουλά του κοκκίνισαν από ευχαρίστηση. Απέναντι του καθόταν η δούκισσα τού Χάρλεϋ, μια κυρία με αξιοθαύμαστα καλή καρδιά και καλή διάθεση, που είχε τη συμπάθεια όλων των γνωστών της· είχε τις ογκώδεις εκείνες αρχιτεκτονικές αναλογίες, οι οποίες στις γυναίκες που δεν είναι δούκισσες περιγράφονται από τούς σύγχρονους ιστορικούς ως παχυσαρκία.  Δίπλα της, στα δεξιά της, καθόταν ο Σερ Τόμας Μπάρντον, ένας ριζοσπάστης βουλευτής, που ακολουθούσε στη δημόσια ζωή τον αρχηγό του και στην ιδιωτική τις συνταγές των καλύτερων μαγείρων, δειπνώντας με τούς συντηρητικούς και συζητώντας εμβριθώς με τούς φιλελεύθερους, σύμφωνα με τον σοφό και πασίγνωστο κανόνα. Η θέση στα αριστερά τής δούκισσας ήταν κατειλημμένη από τον κύριο Έρσκιν τού Τρέντλυ, έναν ηλικιωμένο τζέντλεμαν με μεγάλη καλλιέργεια και γοητεία, που όμως, είχε αποκτήσει την κακή συνήθεια τής σιωπής, γιατί, όπως εξήγησε κάποτε στη λαίδη Άγκαθα,  είπε ό,τι είχε να πει πριν πατήσει τα τριάντα. Δίπλα του καθόταν η κυρία Βαντελέρ, μια από τις πιο παλιές φίλες τής θείας του, μια πραγματική αγία, αλλά τόσο απαίσια ντυμένη, που θύμιζε κακοδεμένο προσευχητάριο. Ευτυχώς για κείνον, η κυρία Βαντελέρ είχε δίπλα της το λόρδο Φόντελ, μια ευφυέστατη μεσόκοπη μετριότητα, έναν κύριο φαλακρό σαν υπουργική δήλωση στη Βουλή των Κοινοτήτων· κουβέντιαζε μαζί του μ᾿  εκείνο το ιδιαίτερα σοβαρό ύφος, ένα από τα ασυγχώρητα σφάλματα που κάνουν όλοι οι πραγματικά καλοί άνθρωποι, όπως είχε παρατηρήσει κάποτε ο ίδιος, και από τα οποία κανένας τους δεν καταφέρνει ποτέ να απαλλαγεί.
«Συζητάμε για τον καημένο τον Ντάρτμουρ, λόρδε Χένρυ» φώναξε η δούκισσα, κάνοντάς του ένα χαρούμενο νεύμα από την απέναντι μεριά τού τραπεζιού. «Πιστεύετε ότι θα παντρευτεί τελικά αυτήν τη γοητευτική νεαρή ύπαρξη;»
«Πιστεύω ότι εκείνη έχει πάρει απόφαση να τού κάνει πρόταση γάμου, δούκισσα».
«Τι φοβερό!» αναφώνησε η λαίδη Άγκαθα. «Νομίζω ότι κάποιος θα ᾿πρεπε να κάνει κάτι για να μη γίνει αυτός ο γάμος».
«Πληροφορήθηκα, από έγκυρες πηγές, ότι ο πατέρας της έχει ένα κατάστημα αμερικάνικων νεωτερισμών» είπε ο Σερ Τόμας Μπάρντον με ύφος υπεροπτικό.
«Ο θείος μου έκανε μια εικασία περί συσκευασίας χοιρινών, Σερ Τόμας».
«Νεωτερισμοί! Τι είναι οι αμερικάνικοι νεωτερισμοί;» ρώτησε η δούκισσα, σηκώνοντας τα μεγάλα της χέρια σε ένδειξη απορίας και τονίζοντας ιδιαίτερα το «είναι».
«Αμερικάνικα μυθιστορήματα» αποκρίθηκε ο λόρδος Χένρυ, ενώ σερβιριζόταν ένα ορτύκι.
Η δούκισσα έδειξε να απορεί
«Μην τού δίνεις σημασία, αγαπητή μου» ψιθύρισε η λαίδη Άγκαθα. «Ποτέ δε σοβαρολογεί».
«Όταν ανακαλύφθηκε η Αμερική» είπε ο ριζοσπάστης βουλευτής, κι άρχισε να παραθέτει μια σειρά από βαρετά γεγονότα. Όπως όλοι οι άνθρωποι που προσπαθούν να εξαντλήσουν ένα θέμα, το μόνο που κατάφερε ήταν να εξαντλήσει τούς ακροατές του. Η δούκισσα αναστέναξε κι αποφάσισε να κάνει χρήση τού προνομίου της να διακόπτει. «Μακάρι να μην είχε ανακαλυφθεί η Αμερική ποτέ!» αναφώνησε. «Πραγματικά, με τον αθέμιτο ανταγωνισμό των Αμερικανίδων, τα κορίτσια μας θα μείνουν στο ράφι. Είναι πολύ άδικο».
«Ίσως, τελικά, η Αμερική να μην έχει ανακαλυφθεί ακόμα» είπε ο κύριος Έρσκιν. «Εγώ θα ᾿λεγα ότι απλώς την έχουν εντοπίσει».
«Α! Μα έχω δει δείγματα των κατοίκων της» αποκρίθηκε με κάποια ασάφεια η δούκισσα. «Πρέπει να ομολογήσω ότι οι περισσότεροι είναι εξαιρετικά χαριτωμένοι. Και ντύνονται πολύ καλά. Αγοράζουν όλα τους τα ρούχα απ᾿ το Παρίσι. Μακάρι να ᾿χα κι εγώ την οικονομική δυνατότητα να κάνω το ίδιο».
«Λένε ότι όταν οι καλοί Αμερικάνοι πεθαίνουν, πάνε στο Παρίσι» χαχάνισε ο Σερ Τόμας, που είχε μια μεγάλη γκαρνταρόμπα από χιουμοριστικά αποφόρια.
«Αλήθεια! Και πού πηγαίνουν οι κακοί Αμερικάνοι όταν πεθαίνουν;» ρώτησε η δούκισσα.
«Πηγαίνουν στην Αμερική» μουρμούρισε ο λόρδος Χένρυ.
Ο Σερ Τόμας συνοφρυώθηκε. «Νομίζω ότι ο ανιψιός σας είναι αρνητικά προκατειλημμένος εναντίον αυτής τής μεγάλης χώρας» είπε στη λαίδη Άγκαθα. «Τη διέσχισα ολόκληρη με αυτοκίνητα, που έθεταν στη διάθεσή μου οι τοπικοί άρχοντες· σε τέτοια ζητήματα είναι εξαιρετικά πολιτισμένοι. Σας διαβεβαιώ ότι μορφώνεται κανείς κάνοντας ένα ταξίδι εκεί».
«Πρέπει δηλαδή να δούμε το Σικάγο για να μορφωθούμε;» ρώτησε ο κύριος Έρσκιν με παράπονο. «Δεν έχω και πολλή διάθεση για ένα τέτοιο ταξίδι».
Ο Σερ Τόμας κούνησε εμφατικά το χέρι. «Ο κύριος Έρσκιν τού Τρέντλυ έχει τον κόσμο ολόκληρο στα ράφια τής βιβλιοθήκης του. Εμείς οι πρακτικοί άνθρωποι θέλουμε να τα βλέπουμε τα πράγματα, όχι να διαβάζουμε γι᾿ αυτά. Οι Αμερικάνοι είναι φοβερά ενδιαφέροντες άνθρωποι. Είναι απόλυτα λογικοί. Νομίζω ότι αυτό είναι το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα. Ναι, κύριε Έρσκιν, ένας λαός απόλυτα λογικός. Σάς διαβεβαιώ, δεν κάνουν ανοησίες οι Αμερικάνοι».
«Τι φοβερό!» φώναξε ο λόρδος Χένρυ.  «Μπορώ να ανεχθώ την κτηνώδη βία, αλλά η κτηνώδης λογική μου είμαι εντελώς ανυπόφορη. Είναι λίγο άδικο να τη χρησιμοποιεί κανείς. Δίνει αντικανονικά χτυπήματα στο πνεύμα». «Δε σας καταλαβαίνω» είπε ο Σερ Τόμας, και το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο.
«Εγώ σάς καταλαβαίνω, λόρδε Χένρυ» μουρμούρισε ο κύριος Έρσκιν χαμογελώντας.
«Οι παραδοξολογίες είναι καλές στην ώρα τους...» συμπλήρωσε ο βαρονέτος.
«Ήταν παραδοξολογία αυτό;» ρώτησε ο κύριος Έρσκιν. «Δε νομίζω. Ίσως και να ᾿ταν.  Εν πάση περιπτώσει, η μέθοδος τής παραδοξολογίας είναι ο δρόμος για την αλήθεια. Για να δοκιμάσουμε την πραγματικότητα, πρέπει να τη βάλουμε να περπατήσει πάνω σ᾿  ένα τεντωμένο σκοινί. Όταν οι αλήθειες γίνουν ακροβάτισσες, τότε μπορούμε να τις κρίνουμε».
«Ω Θεέ μου!» είπε η λαίδη Άγκαθα. «Πώς κουβεντιάζετε έτσι εσείς οι άντρες! Δεν καταλαβαίνω ποτέ για ποιο πράγμα μιλάτε. Χάρυ, είμαι πολύ θυμωμένη μαζί σου. Γιατί προσπαθείς να πείσεις τον καλό μας κύριο Ντόριαν Γκρέυ να εγκαταλείψει το Ιστ Εντ; Σε διαβεβαιώ ότι μάς είναι πολύτιμος. Ο καημένος ο κόσμος εκεί θα ενθουσιαζόταν με το πιάνο του».
«Θέλω να παίζει για μένα» φώναξε ο λόρδος Χένρυ χαμογελώντας, και κοιτάζοντας προς την άλλη άκρη τού τραπεζιού, συνέλαβε να τού απαντάει μια λαμπερή ματιά.
«Μα οι άνθρωποι στο Γουάιτσαπελ είναι τόσο δυστυχισμένοι» συνέχισε η λαίδη Άγκαθα.
«Μπορώ να συμμεριστώ οτιδήποτε εκτός από τη δυστυχία» είπε ο λόρδος Χένρυ σηκώνοντας τούς ώμους.  «Τη δυστυχία με τίποτα δεν μπορώ να τη δεχτώ. Είναι τόσο άσχημη, τόσο φριχτή, τόσο καταθλιπτική. Υπάρχει κάτι τρομερά νοσηρό στη συμπάθεια των συγχρόνων μας για τον πόνο τού άλλου. Θα ᾿πρεπε να μάς συγκινούν τα χρώματα, η ομορφιά, η χαρά τής ζωής. Όσο λιγότερα λέμε για τις πληγές τής ζωής, τόσο το καλύτερο».
Παρ᾿  όλα αυτά, το Ιστ Εντ είναι ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα» παρατήρησε ο Σερ Τόμας, κουνώντας βαρυσήμαντα το κεφάλι του.
«Ακριβώς» αποκρίθηκε ο νεαρός λόρδος. «Έχουμε μπροστά μας το πρόβλημα τής δουλείας, και προσπαθούμε να το λύσουμε ψυχαγωγώντας τούς δούλους».
Ο πολιτικός τού έριξε μια έντονη ματιά. «Ποια αλλαγή προτείνετε, λοιπόν;» ρώτησε.
Ο λόρδος Χένρυ γέλασε. «Δεν επιθυμώ να αλλάξει τίποτα στην Αγγλία εκτός απ᾿  τον καιρό» απάντησε. «Αρκούμαι στη φιλοσοφική ενατένιση τού ζητήματος. Αλλά, μια κι ο δέκατος ένατος αιώνας έχει χρεοκοπήσει απ᾿  την κατασπατάληση τής συμπόνιας του, θα πρότεινα να στραφούμε στην επιστήμη για να ορθοποδήσουμε. Το πλεονέκτημα των συναισθημάτων είναι ότι μάς παρασύρουν, και το πλεονέκτημα τής επιστήμης είναι ότι δεν είναι συναισθηματική».
«Μα έχουμε τόσο βαριές ευθύνες» τόλμησε να πει η κυρία Βαντελέρ ντροπαλά.
«Τρομερά βαριές» επανέλαβε σαν ηχώ η λαίδη Άγκαθα.
Ο λόρδος Χένρυ κοίταξε τον κύριο Έρσκιν. «Η ανθρωπότητα παίρνει τον εαυτό της πολύ στα σοβαρά. Αυτό είναι το προπατορικό αμάρτημα τού κόσμου. Αν ο άνθρωπος των σπηλαίων ήξερε να γελά, η Ιστορία θα ᾿ταν διαφορετική».
«Μού προσφέρετε μεγάλη ανακούφιση» κελάηδησε η δούκισσα. «Πάντα ένιωθα κάπως ένοχη όταν επισκεπτόμουν την αγαπητή σας θεία, γιατί δεν ενδιαφέρομαι καθόλου για το Ιστ Εντ. Στο μέλλον θα μπορώ να την αντικρίζω κατάματα χωρίς να κοκκινίζω».
«Το κοκκίνισμα είναι ταιριαστό στολίδι για μια γυναίκα, δούκισσα» παρατήρησε ο λόρδος Χένρυ.
«Μόνο όταν είσαι νέα» αποκρίθηκε εκείνη. «Όταν μια γριά γυναίκα σαν εμένα κοκκινίζει, είναι πολύ κακό σημάδι. Α! Λόρδε Χένρυ, θα ήθελα να μού πείτε πώς να ξαναγίνω νέα».
Εκείνος έμεινε για λίγο σκεφτικός.«Μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο μεγάλο σφάλμα που κάνατε στην πρώτη σας νιότη, δούκισσα;» ρώτησε, κοιτάζοντάς την από την απέναντι πλευρά τού τραπεζιού.
«Πάρα πολλά, φοβάμαι» φώναξε.
«Τότε ξανακάντε τα» τής είπε με ύφος σοβαρό. «Για να ξανακερδίσει κανείς τα νιάτα του, δεν έχει παρά να επαναλάβει τις νεανικές του τρέλες».
«Υπέροχη θεωρία!» αναφώνησε η δούκισσα. «Πρέπει οπωσδήποτε να την εφαρμόσω».
«Επικίνδυνη θεωρία!» είπε μέσ᾿  απ᾿  τα σφιγμένα χείλη του ο Σερ Τόμας. Η λαίδη Άγκαθα κούνησε το κεφάλι της επιτιμητικά, αλλά δεν μπορούσε παρά να τής φανεί διασκεδαστική η θεωρία τού ανιψιού της. Ο κύριος Έρσκιν άκουγε με ενδιαφέρον.
«Ναι» συνέχισε ο λόρδος Χένρυ,  «είναι ένα από τα μεγάλα μυστικά τής ζωής. Στις μέρες μας, οι άνθρωποι πεθαίνουν από μια ύπουλη αίσθηση κοινής λογικής, και ανακαλύπτουν, όταν είναι πια πολύ αργά, ότι τα μόνα πράγματα για τα οποία κανείς ποτέ δε μετανιώνει, είναι για τα λάθη του».
Όλοι στο τραπέζι γέλασαν.
Στο μεταξύ, ο λόρδος Χένρυ εξακολουθούσε να παίζει με την ιδέα του, κι όσο περνούσε η ώρα, γινόταν όλο και πιο τολμηρός. Την πετούσε στον αέρα και τη μεταμόρφωνε, την άφηνε να τού ξεφύγει και την ξαναφυλάκιζε. Την έκανε να ιριδίζει γεμάτη φαντασία, αιθεροβατώντας με τα φτερά τής παραδοξολογίας. (4) Καθώς μιλούσε, ο ύμνος τής νεανικής τρέλας υψώθηκε σε φιλοσοφικό σύστημα, η ίδια η φιλοσοφία ξανάγινε νέα κι έμπαινε στο ρυθμό τής τρελής μουσικής τής απόλαυσης, φορώντας, θαρρείς, το λεκιασμένο με κρασί φόρεμά της και το στεφάνι τού κισσού, χόρευε σαν Βάκχη (5) πάνω στους λόφους τής ζωής και κορόιδευε τον αργό Σειληνό (5), γιατί ήταν ακόμα νηφάλιος. Τα γεγονότα το ᾿βαζαν στα πόδια μπροστά της σαν τρομαγμένα ζωάκια τού δάσους. Τα λευκά της πόδια πατούσαν με δύναμη τα σταφύλια μες στο τεράστιο πατητήρι που δίπλα του κάθεται ο σοφός Ομάρ,(6) ώσπου ο αφρισμένος χυμός υψωνόταν γύρω από τις γυμνές της κνήμες κύματα κατακόκκινες φυσαλίδες, ή σκαρφάλωνε σαν κόκκινος αφρός στο χείλος τού ληνού (7) κι έσταζε και κυλούσε στις υγρές, μαύρες του πλευρές. Ένιωθε ότι τα μάτια τού Ντόριαν Γκρέυ ήταν καρφωμένα πάνω του, και η αίσθηση ότι ανάμεσα στο κοινό του υπήρχε κάποιος που ήθελε να μαγέψει, έμοιαζε να κάνει το πνεύμα του πιο οξύ, τη φαντασία του πιο γόνιμη και φωτεινή. Ήταν λαμπερός, υπέροχος, ανεύθυνος. Γοήτευε τούς ακροατές του, τούς έκανε να ξεφεύγουν απ᾿  τα όρια του εαυτού τους και ν᾿  ακολουθούν γελώντας τον μαγικό του αυλό. Ο Ντόριαν Γκρέυ δεν πήρε στιγμή το βλέμμα του από πάνω του, στεκόταν μαγεμένος, με τα χαμόγελα να κυνηγιούνται πάνω στα χείλη του, και το θαυμασμό να γίνεται όλο και πιο μεγάλος και βαθύς στα μάτια του, που σκοτείνιαζαν ολοένα.

(4).       Ο τρόπος που μιλά εδώ ο λόρδος Χένρυ παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη ομοιότητα με τον τρόπο που οι σύγχρονοι του Γουάιλντ τον περιγράφουν να μιλά στις συναναστροφές του. [Σ]
(5)
.        Σειληνός (Σειληνοί) σύντροφοι τού Διονύσου,  συνήθως διασκέδαζαν το Διόνυσο παίζοντας μουσική και χορεύοντας με τις Μαινάδες (Βάκχες)
(6).       Ο σοφός Ομάρ: αναφορά στον Πέρση ποιητή Ομάρ Καγιάμ. Η μετάφραση τού Ρουμπαγιάτ που είχε       κάνει  ο Έντουαρντ Φιτζέραλντ ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής εκείνη την εποχή. [Σ]
 (7).        Ληνός είναι το πατητήρι των σταφυλιών.


Κάποια στιγμή, ντυμένη με τη λιβρέα τής εποχής, η πραγματικότητα μπήκε στο δωμάτιο με τη μορφή ενός υπηρέτη που ανήγγειλε στη δούκισσα ότι η άμαξά της την περίμενε. Εκείνη σήκωσε τα χέρια μ᾿  ένα ύφος κωμικής απελπισίας. «Τι ενοχλητικό!» φώναξε. «Πρέπει να φύγω. Είμαι υποχρεωμένη να περάσω να πάρω το σύζυγό μου απ᾿  τη λέσχη του και να τον κουβαλήσω σε μια ανόητη συγκέντρωση στην αίθουσα Γουίλις, όπου θα εκτελέσει χρέη προέδρου. Αν αργήσω, θα γίνει έξω φρενών, και δε θέλω να υποστώ συζυγική σκηνή φορώντας αυτό το καπελάκι. Είναι πολύ εύθραυστο. Μια απότομη κουβέντα θα το κατέστρεφε. Όχι, πρέπει να φύγω, αγαπητή Άγκαθα.  Αντίο, λόρδε Χένρυ, είστε υπέροχος, και φοβερά επικίνδυνος για την ηθική. Πραγματικά, δεν ξέρω τι να πω για τις απόψεις σας. Πρέπει να δειπνήσουμε μαζί κανένα βράδυ. Τι λέτε για την Τρίτη; Είστε ελεύθερος την Τρίτη;»
«Για σάς θα αθετούσα οποιαδήποτε υπόσχεση, δούκισσα» είπε ο λόρδος Χένρυ με μια υπόκλιση.
«Α! Πολύ ευγενικό, μα και πολύ κακό εκ μέρους σας» φώναξε· «φροντίστε να έρθετε λοιπόν». Και με τα λόγια αυτά βγήκε μεγαλοπρεπώς από το δωμάτιο, ακολουθούμενη από τη λαίδη Άγκαθα και τις άλλες κυρίες.
Όταν ο λόρδος Χένρυ ξανακάθισε στο τραπέζι, ο κύριος Έρσκιν τον πλησίασε, βρήκε μια θέση κοντά του κι ακούμπησε το χέρι πάνω στο μπράτσο του.
«Μιλάτε και δημιουργείτε χιλιάδες βιβλία» είπε, «γιατί δε γράφετε ένα;»
«Μ᾿  αρέσει πάρα πολύ να διαβάζω βιβλία, κύριε Έρσκιν, τόσο, που δε θα ᾿θελα να γράψω. Θα ήθελα όμως κάποτε να γράψω ένα μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα όμορφο σαν περσικό χαλί, και το ίδιο εξωπραγματικό. Στην Αγγλία όμως ο κόσμος δε διαβάζει, αν εξαιρέσεις τις εφημερίδες, τα αλφαβητάρια και τις εγκυκλοπαίδειες. Οι Άγγλοι αντιλαμβάνονται λιγότερο απ᾿  όλους τους λαούς τού κόσμου την ομορφιά τής λογοτεχνίας». «Πολύ φοβάμαι ότι έχετε δίκιο» απάντησε ο κύριος Έρσκιν. «Είχα κι εγώ κάποτε λογοτεχνικές φιλοδοξίες, αλλά τις εγκατέλειψα εδώ και πολύ καιρό. Και τώρα, αγαπητέ μου νεαρέ φίλε, αν μού επιτρέπετε να σάς αποκαλώ έτσι, μπορώ να σάς ρωτήσω αν πραγματικά τα πιστεύετε αυτά που μας είπατε στη διάρκεια του γεύματος;»
«Ξέχασα τελείως τι είπα» χαμογέλασε ο λόρδος Χένρυ. «Ήταν πολύ άσχημα αυτά που έλεγα;»
«Πραγματικά, πολύ άσχημα. Είμαι υποχρεωμένος να σάς θεωρήσω εξαιρετικά επικίνδυνο, και αν συμβεί κάτι στην καλή μας δούκισσα, όλοι θα σας θεωρήσουμε ως τον κυρίως υπεύθυνο. Αλλά θα ήθελα να σάς μιλήσω για τη ζωή. Η γενιά που ανήκω είναι φοβερά ανιαρή. Κάποια μέρα, όταν κουραστείτε απ᾿ το Λονδίνο, ελάτε στο Τρέντλυ να μού εκθέσετε τη φιλοσοφία των απολαύσεων, πίνοντας ένα καταπληκτικό κρασί Βουργουνδίας που έχω την τύχη να διαθέτω».
«Θα είναι χαρά μου να σάς επισκεφθώ. Μια πρόσκληση για το Τρέντλυ είναι μεγάλη τιμή. Έχει έναν τέλειο οικοδεσπότη και μια τέλεια βιβλιοθήκη».
«Εσείς θα τη συμπληρώσετε» αποκρίθηκε ο ηλικιωμένος τζέντλεμαν με μια ευγενική υπόκλιση. «Και τώρα πρέπει να αποχαιρετήσω την εξαιρετική σας θεία. Με περιμένουν στη λέσχη Αθήναιον.  Είναι η ώρα που πάμε εκεί και κοιμόμαστε».
«Όλοι σας, κύριε Έρσκιν;»
 «Και οι σαράντα, σε ισάριθμες πολυθρόνες. Κάνουμε προπόνηση για μια Αγγλική Ακαδημία των Γραμμάτων».
Ο λόρδος Χένρυ γέλασε και σηκώθηκε. «Πηγαίνω στο Πάρκο» φώναξε.
Καθώς έβγαινε απ᾿  την πόρτα, ο Ντόριαν Γκρέυ τον άγγιξε στο μπράτσο. «Επιτρέψτε μου να έρθω μαζί σας» μουρμούρισε.
«Μα νόμιζα ότι είχατε υποσχεθεί στον Μπάζιλ Χόλγουορντ να τον επισκεφθείτε» απάντησε ο λόρδος Χένρυ.
«Προτιμώ να έρθω μαζί σας. Ναι, νιώθω ότι πρέπει να έρθω μαζί σας. Επιτρέψτε μου να σάς συνοδέψω. Και μού υπόσχεστε ότι θα μιλάτε όλη την ώρα; Κανένας δε μιλά τόσο ωραία όσο εσείς».
«Α, μίλησα αρκετά για σήμερα» είπε ο λόρδος Χένρυ χαμογελώντας. «Το μόνο που θέλω να κάνω τώρα είναι να δω τη ζωή. Μπορείτε να έρθετε να την κοιτάξετε κι εσείς μαζί μου, αν θέλετε».

4

Κάποιο απόγευμα, ένα μήνα αργότερα, ο Ντόριαν Γκρέυ βρισκόταν ξαπλωμένος σε μια πολυτελή πολυθρόνα στη μικρή βιβλιοθήκη τού σπιτιού τού λόρδου Χένρυ στο Μέηφεαρ.
Ο λόρδος Χένρυ δεν είχε γυρίσει ακόμη. Αργούσε πάντα στα ραντεβού του, ήταν γι᾿  αυτόν ζήτημα αρχής. Θεωρούσε ότι η ακρίβεια δεν είναι τίποτ᾿  άλλο παρά μια κλέφτρα τού χρόνου. Έτσι λοιπόν, το αγόρι είχε ένα ύφος μάλλον μουτρωμένο καθώς ξεφύλλιζε με δάχτυλα άτονα μια πολυτελή έκδοση τής Μανόν Λεσκώ(1) που είχε βρει σ᾿  ένα ράφι. Το επίσημο και μονότονο τικ τακ τού ρολογιού τής εποχής τού Λουδοβίκου ΙΔ΄  τον ενοχλούσε. Μια δυο φορές μάλιστα σκέφτηκε να φύγει.
Επιτέλους, άκουσε βήματα έξω απ᾿  το δωμάτιο κι η πόρτα άνοιξε. «Άργησες φοβερά, Χάρυ!» μουρμούρισε.
«Φοβάμαι ότι δεν είναι ο Χάρυ, κύριε Γκρέυ» αποκρίθηκε μια διαπεραστική φωνή.
Γύρισε γρήγορα να δει και σηκώθηκε όρθιος. «Με συγχωρείτε. Νόμισα...»
 «Νομίσατε ότι ήταν ο σύζυγός μου. Δυστυχώς, πρόκειται για τη γυναίκα του. Επιτρέψτε μου να συστηθώ. Σάς ξέρω ήδη πολύ καλά από τις φωτογραφίες σας. Νομίζω ότι ο σύζυγός μου έχει γύρω στις δεκαεφτά».
«Δεκαεφτά, λαίδη Χένρυ;»
«Έστω, δεκαοχτώ τότε. Και σάς είδα τις προάλλες στην Όπερα μαζί του». Γελούσε νευρικά καθώς μιλούσε, και τον παρατηρούσε με τα απλανή μάτια της που θύμιζαν μη-με-λησμόνει. Ήταν μια παράξενη γυναίκα, που τα φορέματά της έδιναν πάντα την εντύπωση ότι είχαν σχεδιαστεί σε στιγμές λύσσας και φορέθηκαν μέσα σε καταιγίδα. Συνήθως ήταν ερωτευμένη με κάποιον, κι επειδή τα πάθη της δεν έβρισκαν ποτέ ανταπόκριση, είχε διατηρήσει όλες τις αυταπάτες της. Προσπαθούσε να είναι εντυπωσιακή, όμως το μόνο που κατάφερνε ήταν να δείχνει ατημέλητη. Το όνομά της ήταν Βικτώρια και είχε μια φοβερή μανία να πηγαίνει στην εκκλησία.
«Με είδατε στην παράσταση τού Λόενγκριν,(2) λαίδη Χένρυ, έτσι δεν είναι;»
«Ναι, ο Λόενγκριν ήταν. Μού αρέσει η μουσική τού Βάγκνερ περισσότερο από κάθε άλλη.  Είναι τόσο δυνατή, που μπορείς να μιλάς όλη την ώρα χωρίς οι άλλοι ν᾿  ακούνε τι λες. Αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Δε συμφωνείτε, κύριε Γκρέυ;»
Το ίδιο νευρικό κοφτό γελάκι βγήκε από τα στενά της χείλη, και τα δάχτυλά της άρχισαν να παίζουν μ᾿  έναν μακρύ χαρτοκόπτη από ταρταρούγα.
Ο Ντόριαν χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι αρνητικά: «Φοβάμαι ότι δε συμφωνώ, λαίδη Χένρυ. Ποτέ δε μιλώ την ώρα που ακούω μουσική, τουλάχιστον όταν η μουσική είναι καλή. Αν ακούς κακή μουσική, τότε ναι, τότε έχεις χρέος να την πνίξεις κουβεντιάζοντας».
«Α! Αυτή είναι άποψη τού Χάρυ, σωστά, κύριε Γκρέυ; Ακούω πάντα τις απόψεις τού Χάρυ από τα στόματα των φίλων του. Εδώ που τα λέμε, μόνο έτσι τις μαθαίνω. Αλλά δεν πρέπει να σκεφτείτε ότι δεν αγαπώ την καλή μουσική. Τη λατρεύω, αλλά τη φοβάμαι κιόλας. Με κάνει τόσο ρομαντική! Έχω λατρέψει πιανίστες - μερικές φορές και δύο συγχρόνως, όπως μού λέει ο Χάρυ. Δεν ξέρω τι έχουν πάνω τους που με ξετρελαίνει. Ίσως το ότι είναι ξένοι. Και είναι πραγματικά, έτσι δεν είναι; Ακόμη κι αυτοί που γεννήθηκαν στην Αγγλία σε λίγο καιρό γίνονται ξένοι, δε συμφωνείτε; Είναι πολύ έξυπνο εκ μέρους τους και πολύ κολακευτικό για την τέχνη. Την κάνει εντελώς κοσμοπολίτικη, σωστά; Έχετε έρθει ποτέ σε κανένα πάρτι μου, κύριε Γκρέυ; Πρέπει να έρθετε. Δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να γεμίσω το σπίτι ορχιδέες, με ξένους όμως το γεμίζω, όσο και να κοστίζει. Κάνουν ένα σαλόνι να δείχνει τόσο γραφικό!

(1) Μανόν Λεσκώ: Μυθιστόρημα τού Αββά Πρεβό (1731).  Η Μανόν Λεσκώ ηρωίδα μυθιστορήματος ξεσήκωσε θύελλα στη ζωή τού εραστή της, τού ιππότη ντε Γκριέ, αλλά και τού δημιουργού της, τού Αββά Πρεβό, που διώχθηκε για το "άσεμνο" έργο του. Σύμβολο άπιστου και άστατου θηλυκού, κι όμως ερωτευμένη, κι όμως αξιολάτρευτη μέσα στην απλοϊκότητά της, τη ζωντάνια της, τη λαχτάρα της για πλούτη και διασκεδάσεις. (Βιβλιονέτ)
(2) Λόενγκριν: Ο Λόενγκριν   είναι ρομαντική όπερα σε λιμπρέτο και μουσική του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Η πρεμιέρα της όπερας το 1850. 

Αλλά, να ο Χάρυ! Χάρυ, ήρθα να σε ψάξω, να σε ρωτήσω κάτι - ξέχασα τι ήταν - και ανακάλυψα τον κύριο Γκρέυ εδώ. Είχαμε μια πολύ ευχάριστη κουβεντούλα για τη μουσική. Έχουμε τις ίδιες ιδέες. Όχι· νομίζω ότι οι ιδέες μας είναι τελείως διαφορετικές. Αλλά η κουβεντούλα ήταν πολύ ευχάριστη. Χάρηκα πολύ που τον συνάντησα».
«Κι εγώ χαίρομαι που τ᾿  ακούω, αγάπη μου, χαίρομαι ιδιαιτέρως» είπε ο λόρδος Χένρυ, σηκώνοντας τα σκούρα φρύδια του στο σχήμα τού μισοφέγγαρου και κοιτάζοντας και τούς δυο μ᾿  ένα εύθυμο χαμόγελο. «Πολύ λυπάμαι που άργησα, Ντόριαν. Πήγα να δω ένα παλιό ύφασμα μπροκάρ στη Γουώρντορ Στριτ, και χρειάστηκε να παζαρέψω ώρες για να το πάρω.  Στις μέρες μας, οι άνθρωποι ξέρουν την τιμή των πάντων, αλλά αγνοούν την αξία τους».
«Δυστυχώς, πρέπει να πηγαίνω» αναφώνησε η λαίδη Χένρυ, σπάζοντας την αμήχανη σιωπή με το ανόητο, απότομο γελάκι της. «Υποσχέθηκα να πάω τη δούκισσα μια βόλτα με την άμαξα. Αντίο σας, κύριε Γκρέυ. Αντίο, Χάρυ. Θα δειπνήσεις έξω, φαντάζομαι. Το ίδιο κι εγώ. Ίσως σε συναντήσω στης λαίδης Θόρνμπερυ».
«Μάλλον, αγαπητή μου» είπε ο λόρδος Χένρυ, κλείνοντας πίσω της την πόρτα, καθώς εκείνη, με όψη παραδείσιου πτηνού που είχε μείνει όλη νύχτα κάτω απ᾿  τη βροχή, βγήκε με βήμα πεταχτό απ᾿  το δωμάτιο, αφήνοντας πίσω της ένα ανεπαίσθητο άρωμα γιασεμιού. Ύστερα άναψε ένα τσιγάρο και βυθίστηκε στον καναπέ.
«Ποτέ μην παντρευτείς γυναίκα με μαλλιά στο χρώμα τού άχυρου, Ντόριαν» είπε μετά από μερικές ρουφηξιές.
«Γιατί, Χάρυ;»
«Γιατί είναι φοβερά συναισθηματικές».
«Μα μού αρέσουν οι συναισθηματικοί άνθρωποι».
«Μην παντρευτείς ποτέ, Ντόριαν. Οι άντρες παντρεύονται γιατί έχουν κουραστεί, οι γυναίκες γιατί νιώθουν περιέργεια - και οι μεν και οι δε απογοητεύονται».
«Δε νομίζω ότι θα παντρευτώ, Χένρυ. Είμαι πάρα πολύ ερωτευμένος. Είναι ένας απ᾿  τούς αφορισμούς σου. Τον βάζω σε εφαρμογή, όπως κάνω με το καθετί που λες».
«Με ποια είσαι ερωτευμένος;» ρώτησε ο λόρδος Χένρυ μετά από μια μικρή παύση.
«Με μια ηθοποιό» είπε ο Ντόριαν Γκρέυ κοκκινίζοντας.
Ο λόρδος Χένρυ σήκωσε τους ώμους. «Αυτό είναι μάλλον κοινότυπο ντεμπούτο».
«Δε θα το ᾿λεγες αυτό αν την έβλεπες, Χάρυ».
«Ποια είναι;»
«Το όνομά της είναι Σίμπυλ Βέιν».
«Δεν το ᾿χω ξανακούσει».
«Κανένας δεν την ξέρει. Αλλά ο κόσμος θα τη μάθει μια μέρα. Είναι ιδιοφυΐα».
«Αγαπητό μου παιδί, καμιά γυναίκα δεν είναι ιδιοφυΐα. Οι γυναίκες είναι διακοσμητικό φύλο. Δεν έχουν ποτέ και τίποτε να πουν, αλλά το λένε χαριτωμένα. Οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν το θρίαμβο τής ύλης επί τού πνεύματος, ακριβώς όπως οι άντρες αντιπροσωπεύουν το θρίαμβο τού πνεύματος επί τής ηθικής».
«Χάρυ, πώς μπορείς να λες τέτοια πράγματα;»
«Αγαπητέ μου Ντόριαν, είναι η αλήθεια. Αυτό τον καιρό, ασχολούμαι με την ανάλυση των γυναικών, κι επομένως ξέρω τι σού λέω. Το θέμα δεν είναι τόσο δυσνόητο όσο πίστευα. Βρίσκω ότι, σε τελική ανάλυση, υπάρχουν μόνο δύο είδη γυναικών, οι άχρωμες και οι λαμπερές. Οι άχρωμες γυναίκες είναι πάρα πολύ χρήσιμες. Αν θέλεις να αποκτήσεις φήμη αξιοσέβαστου πολίτη, δεν έχεις παρά να τις βγάλεις για φαγητό έξω. Οι άλλες γυναίκες είναι πολύ γοητευτικές. Κάνουν όμως ένα σφάλμα. Βάφονται για να φαίνονται νέες. Οι γιαγιάδες μας βάφονταν για να έχουν ύφος διανοούμενης και να κάνουν πνευματώδεις συζητήσεις. Το ρουζ και το πνεύμα πήγαιναν τότε μαζί. Αυτή η εποχή έχει περάσει διά παντός. Όσο μια γυναίκα δείχνει δέκα χρόνια νεότερη απ᾿  την ίδια της την κόρη, είναι απολύτως ικανοποιημένη. Όσο για πνευματώδεις συζητήσεις, υπάρχουν αυτή τη στιγμή μόνο πέντε γυναίκες στο Λονδίνο που αξίζει τον κόπο να συζητήσεις μαζί τους, και οι δυο απ᾿  αυτές δε γίνονται καν δεκτές στην καθωσπρέπει κοινωνία. Ας είναι, μίλησέ μου για την ιδιοφυΐα σου. Πόσο καιρό την ξέρεις;»
«Αχ! Χάρυ, οι απόψεις σου με τρομάζουν».
«Μη σ᾿  απασχολεί αυτό. Πόσο καιρό την ξέρεις;»
«Κάπου τρεις βδομάδες».
«Και πού τη συνάντησες;»
«Θα σού πω, Χάρυ, αλλά πρέπει να δείξεις μεγάλη κατανόηση. Στο κάτω κάτω, τίποτε απ᾿  όλα αυτά δε θα είχε συμβεί, αν δε σε είχα συναντήσει. Με γέμισες με μιαν άγρια επιθυμία να μάθω τα πάντα για τη ζωή. Για μέρες ολόκληρες μετά τη γνωριμία μας, ένιωθα κάτι να πάλλει στις φλέβες μου. Καθώς περπατούσα στο Πάρκο ή έκανα περίπατο στο Πικαντίλυ, κοίταζα τούς ανθρώπους που περνούσαν πλάι μου κι αναρωτιόμουν, με μια τρελή περιέργεια, τι είδους ζωή κάνουν. Μερικοί απ᾿  αυτούς με συνάρπαζαν. Άλλοι με γέμιζαν τρόμο. Στον αέρα υπήρχε ένα εξαίσιο δηλητήριο. Ήθελα με πάθος να ζήσω κάτι που θα με συγκλόνιζε... Έτσι λοιπόν, ένα βραδάκι γύρω στις εφτά η ώρα, αποφάσισα να βγω σε αναζήτηση κάποιας περιπέτειας. Ένιωθα ότι αυτό το γκρίζο, τερατώδες Λονδίνο μας, με τις μυριάδες ανθρώπους του, τούς άθλιους αμαρτωλούς του και τις υπέροχες αμαρτίες του, σύμφωνα με τη δική σου φρασεολογία, πρέπει κάτι να επιφυλάσσει και για μένα. Ονειρευόμουν χιλιάδες πράγματα. Ο κίνδυνος και μόνο μού έδινε μια αίσθηση αγαλλίασης. Θυμόμουν αυτό που μού είχες πει εκείνο το υπέροχο βράδυ που δειπνήσαμε μαζί για πρώτη φορά, ότι το αληθινό μυστικό τής ζωής είναι η αναζήτηση τής ομορφιάς. Δεν ξέρω τι περίμενα, αλλά βγήκα έξω και περιπλανήθηκα προς τ᾿  ανατολικά. Πολύ γρήγορα χάθηκα σ᾿  ένα λαβύρινθο από βρώμικους δρόμους και σκοτεινές, άχαρες πλατείες. Γύρω στις οχτώμισι πέρασα έξω από ένα άθλιο θεατράκι, με μεγάλα φανταχτερά φώτα γκαζιού και κακοσχεδιασμένες διαφημιστικές αφίσες. Ένας απαίσιος Εβραίος, που φορούσε το πιο απίθανο γιλέκο που είδα ποτέ στη ζωή μου, στεκόταν στην είσοδο και κάπνιζε ένα φτηνό πούρο. Είχε λιγδιασμένα σγουρά μαλλιά κι ένα τεράστιο διαμάντι άστραφτε πάνω στο λερωμένο του πουκάμισο. “Θέλετε ένα θεωρείο, άρχοντά μου;” είπε μόλις με είδε, κι έβγαλε το καπέλο του με μεγαλόπρεπη δουλοπρέπεια. Είχε κάτι πάνω του, Χάρυ, που με διασκέδαζε. Ήταν σκέτο τέρας. Θα με κοροϊδέψεις, το ξέρω, αλλά μπήκα και πλήρωσα μια ολόκληρη γκινέα για το θεωρείο. Μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει γιατί το έκανα, αλλά αν δεν το ᾿χα κάνει - αγαπητέ μου Χάρυ, αν δεν το ᾿χα κάνει, θα είχα χάσει το μεγαλύτερο ρομάντζο τής ζωής μου. Γελάς, βλέπω. Είσαι απαίσιος!»
«Δε γελώ, Ντόριαν, ή τουλάχιστον δε γελώ μαζί σου. Δε θα ᾿πρεπε όμως να πεις το μεγαλύτερο ρομάντζο τής ζωής σου. Θα ᾿πρεπε να πεις το πρώτο ρομάντζο τής ζωής σου. Πάντα θα σ᾿  ερωτεύονται, κι εσύ θα είσαι πάντα ερωτευμένος με τον έρωτα. Το “μεγάλο πάθος” είναι προνόμιο των ανθρώπων που δεν έχουν τίποτε να κάνουν. Αυτή είναι η μόνη χρησιμότητα των αργόσχολων τάξεων μιας χώρας. Μη φοβάσαι. Σε περιμένουν εξαίσια πράγματα. Αυτό είναι μόνο η αρχή».
«Τόσο ρηχό με θεωρείς;» φώναξε ο Ντόριαν Γκρέυ με θυμό.
«Όχι, πιστεύω πως είσαι πολύ βαθύς».
«Τι θέλεις να πεις;»
«Αγαπητό μου παιδί, οι άνθρωποι που ερωτεύονται μόνο μια φορά στη ζωή τους είναι στην πραγματικότητα οι ρηχοί άνθρωποι. Αυτό που εκείνοι αποκαλούν πίστη και αφοσίωση, εγώ το ονομάζω λήθαργο που τον προκαλεί η συνήθεια ή η έλλειψη φαντασίας.  Η πίστη στη συναισθηματική ζωή είναι ό,τι και η συνέπεια στην πνευματική ζωή - μια απλή ομολογία των αποτυχιών. Πίστη! Πρέπει να σού την αναλύσω κάποια μέρα. Μέσα της ζει το πάθος για την ιδιοκτησία. Υπάρχουν πολλά πράγματα που θα θέλαμε να ξεφορτωθούμε αν δε φοβόμασταν ότι θα τα πάρουν οι άλλοι. Αλλά ας μη σε διακόπτω. Συνέχισε την ιστορία σου».
«Λοιπόν, βρέθηκα καθισμένος σ᾿  ένα φριχτό μικρό θεωρείο, έχοντας απέναντι μου μια φτηνιάρικη και βρώμικη αυλαία. Έριξα μια ματιά από την κουρτίνα τού θεωρείου και επιθεώρησα το θέατρο. Η διακόσμηση ήταν ό,τι πιο κακόγουστο μπορείς να φανταστείς, όλο ερωτιδείς και κέρατα τής Αμάλθειας, θύμιζε γαμήλια τούρτα τρίτης κατηγορίας. Η πλατεία κι ο εξώστης είχαν αρκετό κόσμο, αλλά οι δύο πρώτες σειρές ήταν σχεδόν άδειες και δεν υπήρχε ούτε ένας με επίσημο ένδυμα. Γυναίκες κυκλοφορούσαν γύρω γύρω προσφέροντας πορτοκάλια και τζιτζιμπίρα, κι όλοι στο θέατρο κατανάλωναν με μανία ξηρούς καρπούς».
«Πρέπει να ήταν ακριβώς όπως στις ένδοξες μέρες τού Βρετανικού Δράματος».
«Έτσι φαντάζομαι, και η όλη ατμόσφαιρα ήταν πολύ καταθλιπτική. Άρχισα ν᾿  αναρωτιέμαι τι στην ευχή να κάνω, όταν το μάτι μου έπεσε στο πρόγραμμα. Ποιο νομίζεις ότι ήταν το έργο που έπαιζαν, Χάρυ;»
«Θα έλεγα Το ηλίθιο παιδί, ή το Ανόητος αλλά αθώος. Οι πατεράδες μας αγαπούσαν πολύ τέτοια έργα, νομίζω. Όσο περνούν τα χρόνια, Ντόριαν, τόσο πιο έντονα νιώθω πως ό,τι ήταν καλό για τούς προγόνους μας, δεν είναι καθόλου καλό για μάς. Στην τέχνη, όπως και στην πολιτική, οι γέροι έχουν πάντα δίκιο».
«Το έργο που έπαιζαν ήταν καλό και για μάς, Χάρυ. Ήταν το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα". Πρέπει να παραδεχτώ ότι μάλλον ενοχλήθηκα με την ιδέα ότι θα έβλεπα Σαίξπηρ σ᾿  εκείνη την άθλια τρύπα. Ταυτόχρονα όμως ένιωθα και κάποιο ενδιαφέρον. Τέλος πάντων, αποφάσισα να περιμένω την πρώτη πράξη. Άρχισε να παίζει μια φοβερή ορχήστρα, με μαέστρο έναν νεαρό Εβραίο που καθόταν σ᾿  ένα ξεκούρδιστο πιάνο και κόντεψε να με κάνει να το βάλω στα πόδια· στο τέλος, σηκώθηκε η αυλαία και το έργο άρχισε. Ο Ρωμαίος ήταν ένας χοντρός ηλικιωμένος κύριος, με σγουρά φρύδια, βραχνή φωνή τραγωδού και σιλουέτα που θύμιζε βαρέλι τής μπίρας. Ο Μερκούτιος (3) ήταν εξίσου κακός. Τον έπαιζε ο κωμικός τού θιάσου, που είχε προσθέσει στο κείμενο δικά του αστεία και διατηρούσε τις πιο φιλικές σχέσεις με το κοινό τής πλατείας. Ήταν και οι δυο τόσο κωμικοτραγικοί, όσο και το σκηνικό που έμοιαζε με τέντα χωριάτικου πανηγυριού. Η Ιουλιέτα (4)  όμως! Χάρυ, φαντάσου μια κοπέλα ούτε δεκαεφτά χρόνων, μ᾿  ένα προσωπάκι σαν λουλούδι, ένα μικρό ελληνικό κεφάλι με σκουροκάστανες πλεξούδες, μάτια που έμοιαζαν με μενεξεδένιες πηγές πάθους, χείλη σαν ροδοπέταλα. Ήταν το πιο ωραίο πλάσμα που είδα ποτέ στη ζωή μου. Μού είπες κάποτε ότι το πάθος σ᾿  αφήνει ασυγκίνητο, αλλά η ομορφιά, η αγνή ομορφιά μπορεί να γεμίσει τα μάτια σου δάκρυα. Σού λέω αλήθεια, Χάρυ, δεν μπορούσα να τη δω καλά, γιατί τα μάτια μου ήταν βουρκωμένα. Και η φωνή της - δεν έχω ξανακούσει τέτοια φωνή. Στην αρχή ήταν πολύ χαμηλή, με βαθιές, απαλές νότες που έμοιαζε να σταλάζουν μία μία στ᾿  αυτιά σου. Ύστερα έγινε λίγο πιο δυνατή και ηχούσε σαν φλάουτο ή σαν μακρινό όμποε. Στη σκηνή τού κήπου είχε εκείνο το τρέμισμα και την έκσταση που ακούς λίγο πριν το ξημέρωμα, όταν κελαηδούν τ᾿  αηδόνια. Αργότερα, υπήρχαν στιγμές που είχε όλο το τρελό πάθος των βιολιών. Ξέρεις πόσο πολύ μπορεί μια φωνή να συγκινήσει. Η δική σου φωνή και η φωνή τής Σίμπυλ Βέιν είναι δυο πράγματα που ποτέ δε θα ξεχάσω. Όταν κλείνω τα μάτια, τις ακούω και τις δυο, και η καθεμιά τους λέει κάτι διαφορετικό. Δεν ξέρω ποια απ᾿  τις δυο ν᾿  ακολουθήσω. Γιατί να μην την αγαπώ; Χάρυ, πραγματικά την αγαπώ. Είναι το παν στη ζωή μου. Κάθε νύχτα, πηγαίνω και τη βλέπω να παίζει. Τη μια βραδιά είναι η Ροζαλίντα, (5) την άλλη η Ιμογένη (6). Την έχω να δει να πεθαίνει μες στη σκοτεινιά ενός ιταλικού τάφου, ρουφώντας το δηλητήριο απ᾿  τα χείλη τού αγαπημένου της. Την έχω παρακολουθήσει να περιπλανιέται στο δάσος τού Άρντεν, μεταμφιεσμένη σε χαριτωμένο αγόρι με εφαρμοστά παντελόνια, γιλέκο και σκουφάκι. Την έχω δει τρελή, μπροστά στον ένοχο βασιλιά, να τού δίνει πικρά βότανα να γευτεί και απήγανο να φορέσει. Την έχω δει αθώα, και τα μαύρα χέρια τής ζήλιας τής συντρίψαν τον τρυφερό της λαιμό. Την έχω δει σε κάθε εποχή και με κάθε κοστούμι. Οι συνηθισμένες γυναίκες δε σού κεντρίζουν τη φαντασία. Περιορίζονται στον αιώνα τους. Καμιά λάμψη δεν τις μεταμορφώνει. Ξέρεις τι σκέφτονται, όπως ξέρεις τι καπελάκι φορούν. Τις ανακαλύπτεις τόσο εύκολα. Δεν έχουν το παραμικρό μυστήριο. Το πρωί κάνουν βόλτα με την άμαξα στο Πάρκο, και τ᾿  απογεύματα φλυαρούν στο τσάι. Έχουν το στερεότυπο χαμόγελό τους και τούς κοσμικούς τους τρόπους. Είναι όλα τους εντελώς φανερά. Μια ηθοποιός όμως! Πόσο διαφορετική είναι μια ηθοποιός! Χάρυ! Γιατί δε μού ᾿χεις πει ότι το μόνο πλάσμα που αξίζει ν᾿  αγαπήσει κανείς είναι μια ηθοποιός;»
«Γιατί έχω αγαπήσει πολλές απ᾿  αυτές, Ντόριαν».
«Ω, ναι, φριχτά πλάσματα με βαμμένα μαλλιά και φτιασιδωμένα πρόσωπα».
«Μην περιφρονείς τα βαμμένα μαλλιά και τα φτιασιδωμένα πρόσωπα. Μερικές φορές έχουν μια ιδιαίτερη γοητεία» είπε ο λόρδος Χένρυ.

(3) Μερκούτιος: Είναι φίλος τού Ρωμαίου, και σκοτώνεται για χάρη του, όταν αποδέχεται αυτός την πρὀκληση για μονομαχία, που έγινε στο Ρωμαίο από τον εξάδελφο τής Ιουλιέτας  Τυβάλτο.  

(4) Ιουλιέτα: Η ομώνυμη ηρωίδα από την τραγωδία τού Σαίξπηρ, η οποία μετά την αυτοκτονία τού Ρωμαίου με δηλητήριο, όταν την εκλαμβάνει ως νεκρή,  αυτοκτονεί κι αυτή. Εδώ ο Γουάιλντ την παρουσιάζει να αυτοκτονεί ρουφώντας δηλητήριο από το στόμα τού αγαπημένου της.

(5) Ροζαλίντα:  Ηρωίδα στην κωμωδία τού Σαίξπηρ, ένα παιγνίδι μεταμορφώσεων με θέμα ποιο άλλο τον έρωτα. Ο Δούκας Φρειδερίκος έχει σφετεριστεί την εξουσία και έχει εξορίσει τον αδερφό του, που ζει στο δάσος του Άρντεν. Λόγω της αγάπης που έχει η κόρη του Σήλια για την εξαδέλφη της Ροζαλίντα, όμορφη και πανέξυπνη κόρη του εξόριστου Δούκα, ο Φρειδερίκος έχει κρατήσει τη Ροζαλίντα στην αυλή του. Η Ροζαλίντα ερωτεύεται κεραυνοβόλα τον γενναίο και ρομαντικό Ορλάνδο. Ο σκληρός Δούκας θα εξορίσει τη Ροζαλίντα, που μεταμφιεσμένη σε αγόρι και ακολουθούμενη από την πιστή Σήλια και τον γελωτοποιό τού παλατιού, θα το σκάσουν και θα εγκατασταθούν σ' ένα κτήμα, κοντά στο δάσος τού Άρντεν. Εκεί θα καταφύγει και ο Ορλάνδος, ψάχνοντας τον έρωτά του. Όταν όμως συναντιούνται εκείνη δεν τού αποκαλύπτεται. Αντίθετα συστήνεται σαν νεαρός βοσκός, και του προτείνει μια θεραπεία για τον έρωτα: Να μεταμφιεστεί η ίδια σε Ροζαλίντα, για να ξεχάσει τη Ροζαλίντα του!

(6) Ιμογένη: Η Ιμογένη, κόρη του Βρετανού βασιλιά Κυμβελίνου, παρά την επιθυμία τού πατέρα της παντρεύεται έναν «παρακατιανό», τον Πόστουμο Λεονάτο, αντί για τον βραδύνου Κλότεν γιο τής δεύτερης συζύγου τού Κυμβελίνου, και βασίλισσας, μιας μοχθηρής γυναίκας που τον έχει μετατρέψει σε πιόνι της. O Κυμβελίνος εξορίζει τον Πόστουμο στην Ιταλία, όπου γνωρίζει τον γλυκομίλητο Ιάκιμο. Ο Iάκιμος πιστεύει πως όλες οι γυναίκες είναι εκ φύσεως ακόλαστες, γι' αυτό βάζει στοίχημα με τον Πόστουμο ότι θα καταφέρει να ξελογιάσει την Ιμογένη. Πηγαίνει στη βασιλική αυλή, αλλά δεν καταφέρνει να γοητεύσει την πριγκίπισσα, γι' αυτό καταφεύγει σε δόλια μέσα: κρύβεται μέσα σε ένα μπαούλο, μπαίνει στο δωμάτιό της όταν κοιμάται και κλέβει ένα βραχιόλι που τής είχε χαρίσει ο Πόστουμο. Ο Ιάκιμος γυρίζει στην Ιταλία και πείθει τον Πόστουμο ότι κέρδισε το στοίχημα, δείχνοντάς του το βραχιόλι και περιγράφοντας την κρεβατοκάμαρα τής Ιμογένης. Έξαλλος εκείνος από τη συζυγική «απιστία», στέλνει μήνυμα στον υπηρέτη του, Πιζάνιο, να δολοφονήσει την Ιμογένη. Ωστόσο, ο Πιζάνιο πιστεύει στην αθωότητα τής Ιμογένης, την πείθει να μεταμφιεστεί σε  άντρα και να ψάξει τον σύζυγό της, ενώ λέει ψέματα στον Πόστουμο ότι τη σκότωσε. Η Ιμογένη φεύγει ……. Στο τέλος……. «Τέλος καλό όλα καλά» για να χρησιμοποιήσω τον  τίτλο από ένα άλλο έργο τού Σαίξπηρ, γιατί με τα περδουκλώματα τού Σαίξπηρ δεν τελειώνεις ποτέ.  Η Ιμογένη και ο Πόστουμο ξανασμίγουν.

«Καλύτερα να μη σού είχα μιλήσει ποτέ για τη Σίμπυλ Βέιν».
«Δε θα μπορούσες να κάνεις αλλιώς, Ντόριαν. Σ᾿ όλη σου τη ζωή, θα μού λες το καθετί που κάνεις».
«Ναι, Χάρυ, πιστεύω ότι είναι αλήθεια αυτό. Δεν μπορώ παρά να σού τα λέω όλα. Ασκείς μια περίεργη επιρροή πάνω μου. Αν έκανα ποτέ ένα έγκλημα, θα ερχόμουν να σού το εξομολογηθώ. Θα με καταλάβαινες».
«Οι άνθρωποι σαν εσένα - οι πεισματάρικες ηλιαχτίδες τής ζωής - δε διαπράττουν εγκλήματα, Ντόριαν. Όμως σ᾿  ευχαριστώ για τη φιλοφρόνηση. Και τώρα, πες μου - δώσε μου τα σπίρτα σε παρακαλώ, σαν καλό παιδί: ευχαριστώ - πες μου λοιπόν, ποιες είναι οι σχέσεις σου με τη Σίμπυλ Βέιν;»
Ο Ντόριαν Γκρέυ σηκώθηκε απότομα, με μάγουλα κατακόκκινα και μάτια που έβγαζαν φωτιές. «Χάρυ! Η Σίμπυλ Βέιν είναι ιερή για μένα!»
 «Μόνο τα ιερά πράγματα αξίζει ν᾿  αγγίζει κανείς, Ντόριαν» είπε ο λόρδος Χένρυ, μ᾿  έναν παράξενο τόνο πάθους στη φωνή του. «Αλλά για ποιο λόγο ενοχλείσαι; Φαντάζομαι ότι κάποια μέρα θα σού ανήκει.  Όταν κάποιος είναι ερωτευμένος, πάντα αρχίζει εξαπατώντας τον εαυτό του και πάντα καταλήγει εξαπατώντας τούς άλλους. Αυτό είναι που ο κόσμος αποκαλεί “ρομάντζο”. Πάντως τη γνώρισες, έτσι δεν είναι;»
«Φυσικά και τη γνώρισα. Το πρώτο βράδυ που πήγα στο θέατρο, μετά το τέλος τής παράστασης ήρθε ο απαίσιος γερο - Εβραίος στο θεωρείο και προσφέρθηκε να με οδηγήσει στα παρασκήνια για να με συστήσει στην Ιουλιέτα. Έγινα έξαλλος μαζί του και τού είπα ότι η Ιουλιέτα είναι νεκρή εδώ κι εκατοντάδες χρόνια, κι ότι το σώμα της βρίσκεται σ᾿  έναν μαρμάρινο τάφο στη Βερόνα. Αν κρίνω απ᾿  το αποσβολωμένο του ύφος, πρέπει να τού δημιουργήθηκε η εντύπωση πως είχα πιει υπερβολική σαμπάνια, ή κάτι τέτοιο».
«Δε μού φαίνεται απίθανο».
«Έπειτα με ρώτησε αν γράφω για καμιά εφημερίδα. Τού είπα ότι ούτε καν τις διαβάζω. Έδειξε ν᾿  απογοητεύεται φοβερά με την απάντησή μου, και μού εμπιστεύτηκε ότι όλοι οι θεατρικοί κριτικοί συνωμοτούν εναντίον του κι ότι όλοι τους εξαγοράζονται».
«Δε θα μου ᾿κανε εντύπωση αν μάθαινα ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο.  Απ᾿  την άλλη μεριά όμως, κρίνοντας απ᾿  την εμφάνισή τους, οι περισσότεροι απ᾿  αυτούς δεν πρέπει να είναι καθόλου ακριβοί».
«Όπως και να ᾿χει, φαίνεται πως αυτός τούς θεωρεί υπερβολικά ακριβούς για την τσέπη του» γέλασε ο Ντόριαν. «Στο μεταξύ όμως, τα φώτα είχαν σβήσει στο θέατρο κι έπρεπε να φύγω.
Εκείνος ήθελε να με βάλει να δοκιμάσω κάτι πούρα που μού συνιστούσε επίμονα. Αρνήθηκα. Το επόμενο βράδυ, φυσικά, βρέθηκα ξανά εκεί. Όταν με είδε, μού έκανε μια βαθιά υπόκλιση και με διαβεβαίωσε ότι είμαι ένας γενναιόδωρος προστάτης τής τέχνης. Ήταν ένα αποκρουστικό κτήνος, αν και είχε ένα ιδιαίτερο πάθος για τον Σαίξπηρ. Μού είπε μια φορά, με ύφος περήφανο, ότι οι πέντε χρεοκοπίες του οφείλονταν αποκλειστικά στον “Βάρδο”, όπως επιμένει να τον αποκαλεί. Έδειξε να το θεωρεί κάτι σαν τιμητική διάκριση».
«Μα είναι, αγαπητέ μου Ντόριαν είναι πράγματι μια πολύ μεγάλη τιμητική διάκριση.  Οι περισσότεροι άνθρωποι χρεοκοπούν επειδή επένδυσαν υπερβολικά στην πρόζα τής ζωής. Το να καταστραφείς εξαιτίας τής ποίησης είναι τιμή. Αλλά πότε πρωτομίλησες με τη δεσποινίδα Σίμπυλ Βέιν;»
«Το τρίτο βράδυ. Έπαιζε τη Ροζαλίντα. Δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο, έπρεπε να πάω στα παρασκήνια. Τής είχα πετάξει μερικά λουλούδια και μ᾿  είχε κοιτάξει, ή τουλάχιστον φαντάστηκα ότι με είχε κοιτάξει. Ο γερο-Εβραίος ήταν πολύ επίμονος. Έδειχνε αποφασισμένος να με πάει στα παρασκήνια, κι έτσι ενέδωσα. Είναι περίεργο που δεν ήθελα να τη γνωρίσω από κοντά, δεν είναι;»
«Όχι, δε νομίζω».
«Αγαπητέ μου Χάρυ, γιατί;»
«Θα σού πω κάποια άλλη φορά. Τώρα θέλω να μάθω για την κοπέλα».
«Για τη Σίμπυλ; Α, ήταν τόσο ντροπαλή, και τόσο ευγενική! Έχει κάτι πάνω της που θυμίζει παιδί. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και πήρε μια έκφραση απορίας όταν τής είπα πόσο καταπληκτικό θεωρούσα το παίξιμό της, και φάνηκε να αγνοεί εντελώς το ταλέντο της. Νομίζω ότι ήμασταν και οι δυο μάλλον αμήχανοι. Ο γερο-Εβραίος στεκόταν χαμογελώντας με νόημα στην πόρτα τού σκονισμένου καμαρινιού, μιλώντας περίτεχνα και για τούς δυο μας, ενώ εμείς στεκόμασταν και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον σαν παιδάκια. Εκείνος επέμενε να με αποκαλεί “Άρχοντά μου” και “Λόρδε μου”, και χρειάστηκε να διαβεβαιώσω τη Σίμπυλ ότι δεν είμαι τίποτα τέτοιο. Μού είπε με μεγάλη απλότητα: “Μοιάζετε περισσότερο με πρίγκιπα. Θα σάς φωνάζω Χαριτωμένο Πρίγκιπα”». «Μα την πίστη μου, Ντόριαν, η δεσποινίς Σίμπυλ ξέρει να κάνει φιλοφρονήσεις».
«Δεν μπορείς να την καταλάβεις, Χάρυ. Με αντιμετώπισε απλά σαν ένα πρόσωπο σε κάποιο θεατρικό έργο. Δεν ξέρει τίποτε για τη ζωή. Ζει με τη μητέρα της, μια μαραμένη, κουρασμένη γυναίκα που το πρώτο βράδυ έπαιξε τη λαίδη Καπουλέτου φορώντας μια πορφυρή ρόμπα· το ύφος της δείχνει ότι γνώρισε και καλύτερες μέρες».
«Το ξέρω αυτό το ύφος. Με καταθλίβει» μουρμούρισε ο λόρδος Χένρυ, κοιτώντας εξεταστικά τα δαχτυλίδια του.
«Ο Εβραίος ήθελε να μού πει την ιστορία της, τού είπα όμως ότι δε μ᾿  ενδιέφερε».
«Και είχες απόλυτο δίκιο.  Οι τραγωδίες των άλλων σού δίνουν πάντα μια αίσθηση φοβερής μετριότητας».
«Η Σίμπυλ είναι το μόνο που μ᾿  ενδιαφέρει. Τι με νοιάζει από πού προέρχεται; Είναι πλάσμα θεϊκό, από το μικρό της κεφαλάκι ως τα μικρά της πόδια. Κάθε βράδυ πηγαίνω και τη βλέπω να παίζει, και κάθε βράδυ είναι όλο και πιο υπέροχη».
«Αυτός είναι, φαντάζομαι, κι ο λόγος που δεν έρχεσαι πια ποτέ να δειπνήσεις μαζί μου. Το σκέφτηκα ότι πρέπει να σ᾿  έχει απορροφήσει κάποια παράξενη ερωτική ιστορία. Καλά το κατάλαβα· μόνο που δεν είναι καθόλου όπως τη φαντάστηκα».
«Αγαπητέ μου Χάρυ, κάθε μέρα τρώμε μεσημέρι ή βράδυ μαζί, και ήρθα τόσες φορές μαζί σου στην Όπερα» είπε ο Ντόριαν, ανοίγοντας απορημένα τα γαλάζια του μάτια.
«Έρχεσαι πάντα φοβερά καθυστερημένος».
«Τι να κάνω, δεν μπορώ να μην πηγαίνω κάθε μέρα να βλέπω τη Σίμπυλ να παίζει» φώναξε, «έστω και μόνο για μια πράξη. Έχω ανάγκη την παρουσία της, κι όταν συλλογίζομαι την υπέροχη ψυχή που είναι κρυμμένη στο μικρό φιλντισένιο κορμάκι της, γεμίζω δέος».
«Απόψε όμως θα δειπνήσεις μαζί μου, Ντόριαν, έτσι δεν είναι;»
Ο Ντόριαν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Απόψε θα είναι Ιμογένη» αποκρίθηκε, «κι αύριο βράδυ, Ιουλιέτα».
 «Πότε είναι Σίμπυλ Βέιν;»
«Ποτέ».
«Σε συγχαίρω».
«Τι φριχτός που είσαι! Είναι όλες οι μεγάλες ηρωίδες τού κόσμου μαζί σε ένα πρόσωπο. Είναι κάτι παραπάνω από ένα άτομο. Γελάς, σού λέω όμως πως είναι ιδιοφυΐα. Την αγαπώ και πρέπει να την κάνω να μ᾿  αγαπήσει. Εσύ που ξέρεις όλα τα μυστικά τής ζωής, πες μου πώς να μαγέψω τη Σίμπυλ Βέιν και να την κάνω να μ᾿  αγαπήσει! Θέλω να κάνω τον Ρωμαίο να ζηλέψει. Θέλω όλοι οι νεκροί εραστές τού κόσμου ν᾿  ακούσουν το γέλιο μας και να νιώσουν θλίψη. Θέλω η πνοή τού πάθους μας να ξυπνήσει τη στάχτη τους για να πονέσουν. Θεέ μου, Χάρυ, πόσο τη λατρεύω!» Καθώς μιλούσε, βημάτιζε πάνω κάτω στο δωμάτιο. Στα μάγουλά του είχαν φανεί οι κόκκινοι λεκέδες τού πυρετού. Ήταν φοβερά ταραγμένος.
Ο λόρδος Χένρυ τον παρατηρούσε με μια λεπτή αίσθηση ευχαρίστησης. Πόσο διαφορετικός ήταν τώρα από το ντροπαλό, φοβισμένο αγόρι που είχε συναντήσει στο ατελιέ τού Μπάζιλ Χόλγουορντ! Είχε αναπτυχθεί σαν λουλούδι, είχε γεννήσει άνθη πορφυρής φλόγας. Από τη μυστική της κρυψώνα είχε προβάλει η Ψυχή του, και στα πρώτα της βήματα βρήκε τον Πόθο που ερχόταν να τη συναντήσει.
«Και τι σκοπεύεις να κάνεις;» είπε στο τέλος ο λόρδος Χένρυ.
«Θέλω εσύ και ο Μπάζιλ να έρθετε ένα βράδυ μαζί μου και να τη δείτε να παίζει. Δεν έχω τον παραμικρό φόβο για το αποτέλεσμα. Είμαι σίγουρος ότι θα αναγνωρίσετε την ιδιοφυΐα της. Ύστερα πρέπει να την πάρουμε από τα χέρια τού Εβραίου. Είναι υποχρεωμένη να μείνει μαζί του για τρία χρόνια - ή μάλλον για δύο χρόνια και οχτώ μήνες - από τώρα. Θα χρειαστεί να τού δώσω κάποια αποζημίωση, φαντάζομαι. Όταν όλα αυτά τακτοποιηθούν, θα βρω ένα θέατρο στο Γουέστ Εντ και τότε θα κάνει το πραγματικό της θεατρικό ντεμπούτο. Θα ξετρελάνει όλο τον κόσμο όπως ξετρέλανε κι εμένα».
«Αυτό αποκλείεται, αγαπητό μου παιδί».
«Ναι, θα τον ξετρελάνει. Δεν έχει μόνο την τέχνη μέσα της, ένα τέλειο καλλιτεχνικό ένστικτο, αλλά έχει και προσωπικότητα.  Εσύ δε μού είπες πολλές φορές ότι οι προσωπικότητες, και όχι οι αρχές, είναι αυτές που συγκλονίζουν την εποχή τους;»
«Ωραία λοιπόν, και πότε θα πάμε να τη δούμε;»
«Για να το σκεφτώ. Σήμερα είναι Τρίτη. Ας το κανονίσουμε για αύριο. Αύριο παίζει την Ιουλιέτα». «Εντάξει. Ραντεβού στο Μπρίστολ στις οχτώ η ώρα. Θα ειδοποιήσω και τον Μπάζιλ».
«Όχι στις οχτώ, Χάρυ, σε παρακαλώ. Στις εξήμισι. Πρέπει να είμαστε εκεί πριν σηκωθεί η αυλαία. Πρέπει να τη δείτε στην πρώτη πράξη, τότε που συναντάει τον Ρωμαίο για πρώτη φορά».
«Στις εξήμισι! Τι ώρα είναι αυτή! Θα ᾿ναι σαν να τρως τσάι με κρέας ή να διαβάζεις εγγλέζικο μυθιστόρημα. Το νωρίτερο στις εφτά. Κανένας καθωσπρέπει άνθρωπος δεν παίρνει το δείπνο του πριν τις εφτά. Θα δεις ως τότε τον Μπάζιλ ή να τού γράψω εγώ;»
«Τον καημένο τον Μπάζιλ! Έχω να τον δω μια βδομάδα. Είναι απαίσιο εκ μέρους μου, αν σκεφτείς κιόλας ότι μού έστειλε το πορτρέτο μου με την πιο υπέροχη κορνίζα που μπορείς να φανταστείς, μια κορνίζα που σχεδίασε ειδικά ο ίδιος, και παρόλο που ζηλεύω τον πίνακα, γιατί είναι έναν ολόκληρο μήνα νεότερος από μένα, πρέπει να παραδεχτώ ότι μού προκαλεί φοβερή ευχαρίστηση. Καλύτερα να τού γράψεις εσύ. Δε θέλω να τον δω μόνος μου. Λέει πράγματα που μ᾿  ενοχλούν. Μού δίνει καλές συμβουλές».
Ο λόρδος Χένρυ χαμογέλασε. «Οι άνθρωποι ενθουσιάζονται να δίνουν στους άλλους εκείνο που χρειάζονται περισσότερο οι ίδιοι. Είναι αυτό που εγώ ονομάζω αποθέωση τής γενναιοδωρίας».
«Α, ο Μπάζιλ είναι πολύ καλός άνθρωπος, μού φαίνεται λιγάκι υποκριτής όμως. Το ανακάλυψα από τότε που σε γνώρισα, Χάρυ».
 «Ο Μπάζιλ, αγαπητό μου παιδί, βάζει όλη τη γοητεία που διαθέτει στην τέχνη του. Έτσι, το μόνο που τού μένει για τη ζωή είναι οι προκαταλήψεις του, οι αρχές και η κοινή λογική του. Οι μόνοι καλλιτέχνες που γνώρισα, που σαν άνθρωποι ήταν καταπληκτικοί, είναι οι κακοί καλλιτέχνες. Οι καλοί καλλιτέχνες υπάρχουν μόνο σ᾿  αυτό που δημιουργούν, και κατά συνέπεια δεν παρουσιάζουν το παραμικρό ενδιαφέρον σαν άνθρωποι. Ένας μεγάλος ποιητής, ένας πραγματικά μεγάλος ποιητής, είναι το πιο αντιποιητικό πλάσμα που υπάρχει. Αλλά οι κατώτεροι ποιητές είναι τρομερά γοητευτικοί. Όσο χειρότεροι είναι οι στίχοι τους, τόσο πιο γραφική είναι η εμφάνισή τους. Μόνο και μόνο το γεγονός ότι ένας άνθρωπος έχει δημοσιεύσει ένα βιβλίο με σονέτα δεύτερης κατηγορίας, αρκεί για να τον κάνει ακαταμάχητα γοητευτικό. Ζει την ποίηση που δεν μπορεί να γράψει. Οι άλλοι γράφουν την ποίηση που δεν τολμούν να ζήσουν».
«Είναι άραγε έτσι στ᾿  αλήθεια, Χάρυ; Αναρωτιέμαι» είπε ο Ντόριαν Γκρέυ, βάζοντας στο μαντίλι του λίγο άρωμα από ένα μεγάλο μπουκάλι με χρυσό πώμα που βρισκόταν στο τραπέζι. «Αφού το λες εσύ, έτσι πρέπει να ᾿ναι. Και τώρα φεύγω. Η Ιμογένη με περιμένει. Μην ξεχάσεις το ραντεβού μας αύριο. Αντίο».
Μόλις βγήκε απ᾿  το δωμάτιο, τα βαριά βλέφαρα τού λόρδου Χένρυ έκλεισαν και άρχισε να σκέφτεται. Σίγουρα, ελάχιστοι άνθρωποι τού είχαν τραβήξει το ενδιαφέρον όσο ο Ντόριαν Γκρέυ, κι όμως, η τρελή λατρεία τού νεαρού για κάποιον άλλον δεν τού προκαλούσε την παραμικρή ενόχληση ή ζήλια. Μάλλον τον ευχαριστούσε. Έκανε τον Ντόριαν ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον αντικείμενο μελέτης. Πάντα τον γοήτευαν οι μέθοδοι των φυσικών επιστημών, τα αντικείμενα τής μελέτης τους όμως τού φαίνονταν κοινά και ασήμαντα. Έτσι, είχε αρχίσει να ανατέμνει τον εαυτό του, και κατέληξε στο τέλος να κάνει ανατομία στους άλλους. Η ανθρώπινη ζωή - αυτή ήταν κατά τη γνώμη του το μόνο σοβαρό αντικείμενο έρευνας. Σε σύγκριση μ᾿  αυτήν δεν υπήρχε τίποτα με κάποια αξία. Είναι αλήθεια ότι παρατηρώντας τη ζωή μες στο παράξενο χωνευτήρι τού πόνου και τής απόλαυσης, δεν μπορεί κανείς να φορά γυάλινη μάσκα στο πρόσωπό του, ούτε να εμποδίζει τις αναθυμιάσεις τού θειαφιού να ποτίζουν το μυαλό και να θολώνουν τη φαντασία του με τερατώδη οράματα και δύσμορφα όνειρα. Υπάρχουν δηλητήρια τόσο λεπτά, που για να μάθεις τις ιδιότητές τους, πρέπει να τ᾿  αφήσεις να σε δηλητηριάσουν. Υπάρχουν αρρώστιες τόσο παράξενες, που πρέπει να τις περάσεις αν θέλεις να καταλάβεις τη φύση τους. Και όμως, πόσο μεγάλη είναι η ανταμοιβή σου! Πόσο υπέροχος σού φαίνεται ολόκληρος ο κόσμος! Να καταγράφεις την περίεργη, σκληρή λογική τού πάθους και τη συναισθηματικά χρωματισμένη ζωή τού πνεύματος - να παρατηρείς πού συναντιούνται και πού χωρίζονται, σε ποιο σημείο συμφωνούν ή συγκρούονται - υπάρχει μια απίστευτη ευχαρίστηση σ᾿  αυτό! Τι σημασία έχει το τίμημα; Καμιά τιμή δεν είναι πολύ ακριβή για μια έντονη αίσθηση.
Συνειδητοποιούσε - και η σκέψη τού έφερνε μια λάμψη ευχαρίστησης στα καστανά σαν αχάτες μάτια του - ότι εξαιτίας κάποιων δικών του λέξεων, λέξεων μουσικών που είχαν ειπωθεί μελωδικά, η ψυχή τού Ντόριαν Γκρέυ είχε στραφεί σ᾿  αυτήν τη λευκή κοπέλα και είχε γονατίσει μπροστά της με λατρεία. Σ᾿  ένα μεγάλο βαθμό, το αγόρι ήταν δικό του δημιούργημα. Τον είχε κάνει να ωριμάσει πριν την ώρα του. Κάτι ήταν κι αυτό. Οι συνηθισμένοι άνθρωποι περιμένουν τη ζωή να τούς αποκαλύψει τα μυστικά της, αλλά στους λίγους, στους εκλεκτούς, τα μυστήρια της ζωής αποκαλύπτονται πριν τραβηχτεί το πέπλο. Μερικές φορές αυτό είναι έργο τής τέχνης, και κυρίως τής λογοτεχνίας, που επιδρά αμέσως στα πάθη και την ανθρώπινη διάνοια. Πότε πότε ωστόσο, κάποια πολυσύνθετη προσωπικότητα παρεμβαίνει κι αναλαμβάνει το ρόλο τής λογοτεχνίας. Κι αυτό είναι πράγματι, με τον τρόπο του, ένα αληθινό έργο τέχνης, αφού κι η ζωή έχει τα καλοδουλεμένα της αριστουργήματα, ακριβώς όπως η ποίηση, η γλυπτική και η ζωγραφική.
Ναι, το αγόρι είχε ωριμάσει πρόωρα. Μάζευε τη σοδειά του ενώ ήταν ακόμη άνοιξη. Ένιωθε τον παλμό και το πάθος τής νιότης, μα είχε αρχίσει κιόλας να αποκτά συνείδηση τού εαυτού του. Ήταν υπέροχο να τον παρακολουθεί κανείς. Με το όμορφο πρόσωπο και την όμορφη ψυχή του, ήταν ένα πλάσμα αξιοθαύμαστο. Δεν είχε σημασία πώς θα κατέληγαν όλα αυτά, ή πώς ήταν μοιραίο να καταλήξουν. Ήταν σαν μια από κείνες τις χαριτωμένες μορφές ενός θεατρικού έργου, που οι χαρές τους μοιάζουν απόμακρες, αλλά οι λύπες τους ξυπνούν μέσα μας την αίσθηση τής ομορφιάς και οι πληγές τους είναι σαν κόκκινα τριαντάφυλλα.
Ψυχή και σώμα, σώμα και ψυχή - πόσο μυστηριώδη είναι! Υπάρχει κάτι το ζωώδες στην ψυχή, και το κορμί έχει στιγμές πνευματικότητας.  Οι αισθήσεις μπορούν να εξευγενιστούν και το πνεύμα να εκφυλιστεί. Ποιος μπορεί να πει πού τελειώνουν οι σαρκικές παρορμήσεις, ή πού αρχίζουν οι φυσικές; Πόσο ρηχοί είναι οι αυθαίρετοι ορισμοί των κοινών ψυχολόγων! Και πόσο δύσκολο να ξεχωρίσεις τι απ᾿  αυτά που ισχυρίζονται οι διάφορες σχολές είναι σωστό! Είναι η ψυχή μια σκιά που κατοικεί στον οίκο τής αμαρτίας; Ή όντως βρίσκεται το κορμί μες στην ψυχή, όπως πίστευε ο Τζορντάνο Μπρούνο; Ο χωρισμός τού πνεύματος από την ύλη είναι ένα μυστήριο, αλλά και η ένωση τού πνεύματος και τής ύλης είναι ένα μυστήριο επίσης.
 Άρχισε ν᾿  αναρωτιέται αν θα μπορέσουμε ποτέ να κάνουμε την ψυχολογία τόσο απόλυτη επιστήμη, ώστε κάθε μικρή άνοιξη τής ζωής να αποκαλύπτεται μπροστά μας. Έτσι όπως είναι τα πράγματα, πάντα παρανοούμε τούς εαυτούς μας και σπάνια κατανοούμε τούς άλλους. Η εμπειρία δεν έχει καμιά ηθική αξία. Είναι απλώς το όνομα που οι άνθρωποι δίνουν στα λάθη τους. Οι ηθικολόγοι, κατά κανόνα, τη θεωρήσανε μια άνωθεν προειδοποίηση, ισχυρίζονταν ότι έχει μια ηθική επίδραση στη διάπλαση τού χαρακτήρα, την εξύμνησαν σαν κάτι που μάς διδάσκει ποιο δρόμο ν᾿  ακολουθήσουμε και τι να αποφύγουμε. Όμως η πείρα δεν έχει καμιά κινητήρια δύναμη. Είναι το ίδιο λίγο, αιτία δράσης, όσο και η συνείδηση. Αυτό που αποδεικνύει στην πραγματικότητα, είναι ότι το μέλλον μας θα είναι ίδιο με το παρελθόν μας, κι ότι την αμαρτία που μια φορά διαπράξαμε, και μάλιστα με απέχθεια, θα τη διαπράξουμε πολλές φορές στο μέλλον, με χαρά.
Έβλεπε ξεκάθαρα ότι η πειραματική μέθοδος ήταν η μόνη μέθοδος για μια επιστημονική ανάλυση των παθών, και σίγουρα ο Ντόριαν Γκρέυ ήταν ένα πολύ κατάλληλο αντικείμενο για το σκοπό του, ένα αντικείμενο που έδειχνε να υπόσχεται πλούσια και γόνιμα αποτελέσματα. Ο ξαφνικός, τρελός έρωτάς του για τη Σίμπυλ Βέιν ήταν ένα ψυχολογικό φαινόμενο μεγάλου ενδιαφέροντος. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι μεγάλο ρόλο στον έρωτα αυτό έπαιζε η περιέργεια, η περιέργεια και η επιθυμία για νέες εμπειρίες. Αλλά έστω κι έτσι, δεν ήταν ένα απλό πάθος, ήταν μάλλον ένα πάθος αρκετά πολυσύνθετο. Το καθαρά αισθησιακό ένστικτο τής εφηβείας με τη βοήθεια τής φαντασίας είχε μεταμορφωθεί, είχε μετατραπεί σε κάτι που στο ίδιο το αγόρι έμοιαζε απομακρυσμένο από τις αισθήσεις, και για το λόγο αυτό ήταν ακόμη πιο επικίνδυνο. Εξάλλου, τα πάθη, που μάς τυραννάνε σκληρότερα είναι εκείνα με τα οποία εξαπατήσαμε τον εαυτό μας σχετικά με την προέλευση τους. Τα πιο ανίσχυρα κίνητρά μας είναι αυτά που έχουμε συνειδητοποιήσει τη φύση τους. Πολύ συχνά, όταν νομίζουμε ότι πειραματιζόμαστε πάνω στους άλλους, στην πραγματικότητα πειραματιζόμαστε πάνω στον εαυτό μας.
Ενώ ο λόρδος Χένρυ καθόταν και τα σκεφτόταν όλ᾿  αυτά σαν να ονειροπολούσε, ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα, μπήκε ο υπηρέτης του και τού υπενθύμισε ότι ήταν ώρα να ντυθεί για το δείπνο. Σηκώθηκε και κοίταξε έξω στο δρόμο. Το ηλιοβασίλεμα είχε βυθίσει σε χρυσαφένια πορφύρα τα πάνω παράθυρα τού απέναντι σπιτιού. Τα τζάμια έλαμπαν σαν πλάκες πυρωμένου μετάλλου. Ο ουρανός ψηλά ήταν σαν ξεθωριασμένο τριαντάφυλλο. Σκέφτηκε τη ζωή τού νεαρού φίλου του, τη ζωγραφισμένη με τα χρώματα τής φωτιάς, και αναρωτήθηκε πώς θα κατέληγαν όλα αυτά.
Όταν έφτασε στο σπίτι, γύρω στις δωδεκάμισι η ώρα, είδε ένα τηλεγράφημα στο τραπέζι τού χολ. Το άνοιξε κι είδε ότι ήταν από τον Ντόριαν Γκρέυ. Του έλεγε ότι είχε αρραβωνιαστεί τη Σίμπυλ Βέιν.

5

«Μητέρα, μητέρα, είμαι τόσο ευτυχισμένη!» ψιθύρισε η κοπέλα, χώνοντας το κεφάλι της στην αγκαλιά τής μαραμένης γυναίκας με το κουρασμένο ύφος που, με τη ράχη στραμμένη στο έντονο φως που έμπαινε ορμητικά από το παράθυρο, καθόταν στη μοναδική πολυθρόνα που υπήρχε στο βρώμικο σαλόνι τους. «Είμαι τόσο ευτυχισμένη!» επανέλαβε, «και πρέπει να ᾿σαι κι εσύ ευτυχισμένη!»
Η κυρία Βέιν έκανε ένα μορφασμό και ακούμπησε τα αδύνατα, λευκασμένα με άσπρο βισμούθιο χέρια της στο κεφάλι τής κόρης της. «Ευτυχισμένη!» επανέλαβε σαν ηχώ. «Εγώ είμαι ευτυχισμένη μόνο όταν σε βλέπω να παίζεις, Σίμπυλ. Δεν πρέπει να σκέφτεσαι τίποτ᾿  άλλο εκτός από το θέατρο. Ο κύριος Ισαάκ στάθηκε πολύ καλός μαζί μας και τού χρωστάμε χρήματα».
Η κοπέλα την κοίταζε σουφρώνοντας δυσαρεστημένη τα χείλη της. «Χρήματα, μητέρα;» φώναξε, «τι σημασία έχουν τα χρήματα; Η αγάπη είναι πιο σημαντική απ᾿  τα χρήματα».
«Ο κύριος Ισαάκ μάς έδωσε πενήντα λίρες προκαταβολή για να πληρώσουμε τα χρέη μας και ν᾿  αγοράσουμε ό,τι χρειάζεται ο Τζέιμς για το ταξίδι του. Δεν πρέπει να το ξεχνάς αυτό, Σίμπυλ. Πενήντα λίρες είναι πολύ μεγάλο ποσό. Ο κύριος Ισαάκ στάθηκε πολύ γενναιόδωρος».
«Δεν είναι πραγματικός κύριος, μητέρα, και δε μού αρέσει καθόλου ο τρόπος που μού μιλάει» είπε η κοπέλα. Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.
«Δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρναμε χωρίς αυτόν» αποκρίθηκε η ηλικιωμένη γυναίκα με ύφος εριστικό.
Η Σίμπυλ Βέιν τίναξε το κεφάλι της και γέλασε. «Δεν τον χρειαζόμαστε πια, μητέρα. Ο Χαριτωμένος Πρίγκιπας είναι τώρα ο άρχοντας τής ζωής μας». Ύστερα σώπασε. Ένα ρόδο τρεμούλιασε μες στο αίμα της και χρωμάτισε τα μάγουλά της. Η γοργή της ανάσα έκανε τα πέταλα των χειλιών της ν᾿  ανοίξουν. Έτρεμαν. Κάποιος νότιος άνεμος πάθους φύσηξε πάνω της κι ανάδεψε τις κομψές πτυχές τού φορέματος της. «Τον αγαπώ» είπε απλά.
«Ανόητο παιδί! Ανόητο παιδί!» ήταν η απάντηση, που ήχησε σαν φράση που επαναλαμβάνει επίμονα ένας παπαγάλος. Μια κίνηση στα σκεβρωμένα, γεμάτα με ψεύτικα κοσμήματα δάχτυλά της, έδωσε στα λόγια της μια τραγελαφική έμφαση.
Η κοπέλα ξαναγέλασε. Στη φωνή της υπήρχε η χαρά ενός πουλιού που κελαηδάει μέσα στο κλουβί. Τα μάτια της άρπαξαν τη μελωδία τού γέλιου, έλαμψαν καθώς τη γύρισαν πίσω σαν ηχώ, κι έπειτα έκλεισαν για μια στιγμή, λες και ήθελαν να κρύψουν το μυστικό τους. Όταν άνοιξαν ξανά, έμοιαζε να ᾿χει περάσει από μπροστά τους η αχλή ενός ονείρου.
Από τη φθαρμένη πολυθρόνα τής μιλούσε η σοφία με τα λεπτά και σφιγμένα της χείλη, τής έκανε υπαινιγμούς για τη φρόνηση, με αποσπάσματα από κείνο το βιβλίο τής δειλίας που ο συγγραφέας του πιθηκίζει το όνομα τής κοινής λογικής. Εκείνη δεν άκουγε. Μέσα στη φυλακή τού πάθους της ήταν ελεύθερη. Ο πρίγκιπας της, ο Χαριτωμένος Πρίγκιπας, ήταν μαζί της. Είχε καλέσει τη μνήμη για να τον ξαναπλάσει. Είχε στείλει την ψυχή της να τον αναζητήσει, κι εκείνη τής τον είχε φέρει πίσω. Το φιλί του έκαιγε πάλι πάνω στα χείλη της. Τα βλέφαρά της είχαν τη θέρμη τής ανάσας του.
Ύστερα η σοφία άλλαξε τακτική(20) και μίλησε για κατασκοπία και ανακάλυψη. Αυτός ο νεαρός μπορεί να ήταν πλούσιος. Αν ήταν έτσι, έπρεπε να σκεφτούν το γάμο. Πάνω στο κοχύλι τού αυτιού της έσπαγαν τα κύματα τής πανουργίας τού κόσμου. Τα βέλη τής πονηριάς περνούσαν σφυρίζοντας δίπλα της. Έβλεπε τα λεπτά χείλη να κινούνται και χαμογέλασε.
Ξαφνικά η Σίμπυλ, ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει. Η φλύαρη σιωπή την τάραζε. «Μητέρα, μητέρα» φώναξε, «γιατί μ᾿  αγαπάει τόσο πολύ; Εγώ ξέρω γιατί τον αγαπώ. Τον αγαπώ γιατί μοιάζει με τον ίδιο τον Έρωτα. Όμως εκείνος τι βλέπει σε μένα; Δεν τού αξίζω. Και πάλι - δεν ξέρω για ποιο λόγο - αν και νιώθω τόσο κατώτερή του, δε νιώθω ταπεινωμένη. Νιώθω περήφανη, φοβερά περήφανη. Μητέρα, αγαπούσες τον πατέρα μου τόσο, όσο αγαπώ εγώ το Χαριτωμένο Πρίγκιπα;»
Η ηλικιωμένη γυναίκα χλώμιασε κάτω από το στρώμα τής πρόστυχης πούδρας που κάλυπτε τα μάγουλά της, και τα στεγνά της χείλη παραμορφώθηκαν από ένα σπασμό πόνου. Η Σίμπυλ έτρεξε κοντά της, την αγκάλιασε και τη φίλησε. «Συγχώρεσέ με, μητέρα. Ξέρω ότι σε πονάει να μιλάς για τον πατέρα. Μα σε πονάει γιατί τον αγαπούσες τόσο πολύ. Μη στενοχωριέσαι τώρα. Είμαι τόσο ευτυχισμένη σήμερα, όσο ήσουν κι εσύ πριν από είκοσι χρόνια. Αχ! Άσε με να ᾿μαι ευτυχισμένη για πάντα!»
«Παιδί μου, είσαι πάρα πολύ μικρή για να ερωτευτείς. Εξάλλου, τι ξέρεις γι᾿  αυτόν το νεαρό; Δεν ξέρεις ούτε καν πώς τον λένε. Όλη αυτή η ιστορία έρχεται σε πολύ ακατάλληλη στιγμή, και πραγματικά, τώρα που ο Τζέιμς φεύγει για την Αυστραλία κι έχω τόσα πράγματα να σκεφτώ, πρέπει να πω ότι περίμενα από σένα περισσότερη περίσκεψη. Τέλος πάντων, όπως είπα και πριν, αν είναι πλούσιος...»
«Αχ! Μητέρα, μητέρα, άσε με να ᾿μαι ευτυχισμένη!»
Η κυρία Βέιν τής έριξε μια ματιά, και με μια από κείνες τις ψεύτικες θεατρικές κινήσεις που τόσο συχνά γίνονται δεύτερη φύση σ᾿  έναν ηθοποιό, την έσφιξε στην αγκαλιά της. Εκείνη τη στιγμή, άνοιξε η πόρτα κι ένας νεαρός με άγρια καστανά μαλλιά μπήκε στο δωμάτιο. Ήταν χοντροφτιαγμένος, τα χέρια και τα πόδια του ήταν πολύ μεγάλα κι αδέξια. Δεν είχε τούς λεπτούς τρόπους τής αδελφής του. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να μαντέψει την κοντινή τους συγγένεια. Η κυρία Βέιν κάρφωσε τα μάτια της πάνω του και χαμογέλασε πιο πλατιά. Μέσα της έκανε στο γιο της την τιμή να τον βλέπει σαν θεατρικό κοινό. Ήταν σίγουρη ότι το «ταμπλό» παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον.
«Θα μπορούσες να φυλάξεις μερικά φιλιά και για μένα, Σίμπυλ, νομίζω» είπε ο νεαρός, γκρινιάζοντας καλοπροαίρετα.
«Α! Μα εσένα δε σ᾿  αρέσει να σε φιλάνε, Τζέιμς» φώναξε. «Είσαι μια φριχτή παλιοαρκούδα». Και διέσχισε τρέχοντας το δωμάτιο για να τον αγκαλιάσει.
Ο Τζέιμς Βέιν κοίταξε το πρόσωπο τής αδελφής του με τρυφερότητα. «Θέλω να έρθεις μαζί μου να κάνουμε έναν περίπατο, Σίμπυλ. Μού φαίνεται πως δε θα ξαναδώ ποτέ πια το απαίσιο Λονδίνο. Κι είμαι σίγουρος πως δε θα μού λείψει».
«Γιε μου, μη λες τέτοια φοβερά πράγματα» μουρμούρισε η κυρία Βέιν, και πήρε ένα φανταχτερό θεατρικό κοστούμι, αναστέναξε κι άρχισε να το μπαλώνει. Ένιωθε κάποια απογοήτευση που δεν είχε μπει κι εκείνος στο ταμπλό τους. Η θεατρικότητα τής οικογενειακής σκηνής θα ήταν πολύ πιο έντονη.
«Για ποιο λόγο, μητέρα; Το εννοώ».
«Με πληγώνεις, γιε μου. Είμαι σίγουρη ότι θα γυρίσεις απ᾿  την Αυστραλία αρκετά εύπορος. Νομίζω ότι δεν υπάρχει καθόλου καλή κοινωνία στις Αποικίες, γι᾿  αυτό, μόλις κάνεις την τύχη σου, πρέπει να γυρίσεις και να πάρεις τη θέση που σού αξίζει στο Λονδίνο».
«Καλή κοινωνία!» μουρμούρισε το αγόρι. «Δε θέλω να ᾿χω καμιά σχέση μαζί της. Θέλω να βγάλω μερικά λεφτά για να σε πάρω εσένα και τη Σίμπυλ απ᾿  το θέατρο. Το μισώ το θέατρο».
«Ω, Τζιμ!» είπε η Σίμπυλ γελώντας. «Μη γίνεσαι κακός. Θέλεις όμως στ᾿  αλήθεια να πάμε περίπατο μαζί; Εγώ θα το ᾿θελα πολύ! Φοβόμουν ότι θα πήγαινες ν᾿  αποχαιρετήσεις τούς φίλους σου. Πολύ γλυκό εκ μέρους σου να μού χαρίσεις το τελευταίο σου απόγευμα. Πού θα πάμε; Ας πάμε στο Πάρκο!»
«Δεν είμαι καλά ντυμένος» αποκρίθηκε εκείνος μουτρώνοντας. «Μόνο όσοι είναι ντυμένοι στην τρίχα πάνε στο Πάρκο».
«Ανοησίες, Τζιμ» ψιθύρισε εκείνη, χαϊδεύοντάς του το μανίκι.
Ο νεαρός δίστασε για μια στιγμή. «Καλά» είπε στο τέλος, «αλλά μην αργήσεις πολύ να ντυθείς». Εκείνη βγήκε απ᾿  το δωμάτιο χορεύοντας. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά άρχισε να τραγουδάει. Τα μικρά της πόδια ακούστηκαν να περπατούν ανάλαφρα στο δωμάτιό της.
Ο Τζέιμς έκανε μερικές βόλτες στο δωμάτιο. Έπειτα στράφηκε στην ακίνητη μορφή στην πολυθρόνα. «Μητέρα, είναι έτοιμα τα πράγματά μου;» ρώτησε.
«Όλα έτοιμα, Τζέιμς» αποκρίθηκε εκείνη, με τα μάτια καρφωμένα στη δουλειά της. Εδώ κι αρκετούς μήνες ένιωθε αμηχανία όταν βρισκόταν μόνη με τον αυστηρό και τραχύ γιο της. Ο ρηχός και μυστικός εσωτερικός της κόσμος ταραζόταν όταν οι ματιές τους συναντιόνταν. Αναρωτιόταν συνεχώς αν είχε υποπτευθεί τίποτα. Η σιωπή, γιατί το αγόρι δεν ξαναμίλησε, τής είχε γίνει ανυπόφορη. Άρχισε να παραπονιέται. Οι γυναίκες αμύνονται με την επίθεση, ακριβώς όπως επιτίθενται με παράξενες και αιφνίδιες υποχωρήσεις. «Ελπίζω να μείνεις ικανοποιημένος, Τζέιμς, με τη ναυτική σου ζωή» είπε. «Πρέπει να θυμάσαι ότι μόνος σου τη διάλεξες. Θα μπορούσες να γίνεις υπάλληλος σε κανένα δικηγορικό γραφείο. Οι δικηγόροι είναι πολύ καθωσπρέπει τάξη, και στην επαρχία δειπνούν συχνά με τις καλύτερες οικογένειες τής περιοχής».
«Τα μισώ τα γραφεία, μισώ και τούς υπαλλήλους» αποκρίθηκε εκείνος. «Αλλά έχεις δίκιο. Μόνος μου διάλεξα τη ζωή μου. Το μόνο που θέλω να σού πω είναι να προσέχεις τη Σίμπυλ. Μην την αφήσεις να πάθει κανένα κακό. Μητέρα, πρέπει να την προσέχεις».
«Τζέιμς, στ᾿  αλήθεια μιλάς πολύ παράξενα. Φυσικά και την προσέχω τη Σίμπυλ».
«Άκουσα ότι ένας κύριος τού καλού κόσμου έρχεται κάθε βράδυ στο θέατρο και πηγαίνει στα παρασκήνια να τής μιλήσει. Αληθεύει αυτό; Τι έχεις να πεις;
«Μιλάς για πράγματα που δεν καταλαβαίνεις, Τζέιμς. Στο επάγγελμά μας είμαστε συνηθισμένες να δεχόμαστε πολλές ευγενικές φιλοφρονήσεις. Εγώ η ίδια έπαιρνα κάποτε χιλιάδες ανθοδέσμες. Αυτό βέβαια γινόταν τότε που ο κόσμος μπορούσε να εκτιμήσει το καλό παίξιμο. Όσο για τη Σίμπυλ, προς το παρόν δεν ξέρω αν ο δεσμός της είναι σοβαρός ή όχι. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο συγκεκριμένος νεαρός είναι ένας τέλειος τζέντλεμαν. Μού φέρεται πάντα με τη μεγαλύτερη ευγένεια. Εξάλλου, μοιάζει πλούσιος και τα λουλούδια που στέλνει είναι υπέροχα».
«Δεν ξέρεις όμως ούτε τ᾿  όνομά του» είπε απότομα ο νεαρός.
«Όχι» απάντησε η μητέρα του, με μια γαλήνια έκφραση στο πρόσωπό της. «Δε μάς έχει αποκαλύψει ακόμη το πραγματικό του όνομα. Νομίζω ότι είναι πολύ ρομαντικό απ᾿  τη μεριά του. Ίσως να ᾿ναι αριστοκράτης».
Ο Τζέιμς Βέιν δάγκωσε τα χείλη του. «Πρόσεχε τη Σίμπυλ, μητέρα» φώναξε, «πρόσεχέ την σαν τα μάτια σου».
«Γιε μου, με στενοχωρείς πολύ. Τη Σίμπυλ την προσέχω πάντα με ιδιαίτερη φροντίδα. Φυσικά, αν αυτός ο κύριος είναι πλούσιος, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη δημιουργήσει μια σχέση μαζί του. Πρέπει να ᾿ναι αριστοκράτης. Η εμφάνισή του τουλάχιστον αυτό δείχνει. Θα ᾿ταν ο πιο λαμπρός γάμος για τη Σίμπυλ. Θα έκαναν ένα υπέροχο ζευγάρι. Η ομορφιά του είναι στ᾿  αλήθεια αξιοπρόσεχτη, όλοι το λένε».
Ο νεαρός μουρμούρισε κάτι μέσ᾿  απ᾿  τα δόντια του και άρχισε να παίζει τα χοντρά του δάχτυλα πάνω στο περβάζι τού παραθύρου. Είχε στρέψει το κεφάλι στη μητέρα του για να τής πει κάτι, όταν άνοιξε η πόρτα και η Σίμπυλ μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο.
«Τι σοβαροί που είστε και οι δυο σας!» φώναξε. «Τι συμβαίνει;»
«Τίποτα» απάντησε εκείνος. «Φαντάζομαι ότι μερικές φορές πρέπει να ᾿ναι κανείς σοβαρός. Αντίο, μητέρα. Θα ᾿ρθω για φαγητό στις πέντε. Όλα είναι στις βαλίτσες εκτός απ᾿  τα πουκάμισά μου, μην ανησυχείς λοιπόν».
«Αντίο, γιε μου» αποκρίθηκε εκείνη, κι έκλινε το κεφάλι με παρατραβηγμένη επισημότητα.
Ήταν φοβερά ενοχλημένη από τον τόνο που τής μίλησε ο γιος της, και στο βλέμμα του υπήρχε κάτι που τη φόβιζε.
«Φίλησέ με, μητέρα» είπε η κοπέλα. Τα λουλουδένια χείλη της άγγιξαν το μαραμένο μάγουλο και ζέσταναν την παγωνιά του.
«Παιδί μου, παιδί μου!» φώναξε η κυρία Βέιν, κοιτάζοντας το ταβάνι σαν ν᾿  αναζητούσε το φανταστικό κοινό τού εξώστη.
«Έλα, Σίμπυλ» είπε ο αδελφός της ανυπόμονα. Απεχθανόταν τις συναισθηματικές υπερβολές τής μητέρας του. Βγήκαν στο φως του ήλιου που τρεμόπαιζε κυνηγημένο από τον άνεμο και κατηφόρισαν τη θλιβερή Γιούστον Ρόουντ.  Οι περαστικοί έριχναν βλέμματα γεμάτα απορία στον σκυθρωπό, βαρύ νεαρό, που φορούσε φτηνά και άχαρα ρούχα και συνόδευε μια τόσο χαριτωμένη κι ευγενική κοπέλα. Ήταν σαν να περπάταγε ένας αγροίκος κηπουρός πλάι σ᾿  ένα τριαντάφυλλο.
Ο Τζιμ έσμιγε κάπου κάπου τα φρύδια, όταν έπιανε το ερευνητικό βλέμμα κάποιου περαστικού. Απεχθανόταν να γίνεται πόλος έλξης βλεμμάτων, συναίσθημα που καταλαμβάνει τις ιδιοφυΐες όψιμα, αλλά που συνοδεύει τούς κοινούς ανθρώπους από τη στιγμή που θα γεννηθούν. Η Σίμπυλ, όμως, έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται την αίσθηση που προκαλούσε. Ο έρωτάς της ριγούσε γελαστός πάνω στα χείλη της. Σκεφτόταν τον Χαριτωμένο Πρίγκιπα, και για να μπορεί να τον σκέφτεται όλο και πιο πολύ, δε μιλούσε γι᾿  αυτόν, αλλά φλυαρούσε για το καράβι που θα ᾿παιρνε ο Τζιμ, για το χρυσάφι που σίγουρα θα έβρισκε, και για την υπέροχη κληρονόμο που θα τής έσωζε τη ζωή από τούς τρομερούς ληστές με τα κόκκινα πουκάμισα, που έστηναν ενέδρες στους ερημότοπους. Γιατί δε θα ᾿μενε ναύτης, επιστάτης φορτίου, ή κάτι παρόμοιο. Α, όχι! Η ζωή τού ναυτικού είναι φοβερή. Φαντάσου να είσαι κλεισμένος σ᾿  ένα φριχτό καράβι, με τα άγρια, αφρισμένα κύματα να προσπαθούν να το πλημμυρίσουν, κι έναν μαύρο άνεμο να πετάει κάτω τα κατάρτια και να ξεσκίζει ουρλιάζοντας τα πανιά! Όχι, θα ξεμπάρκαρε στη Μελβούρνη, θα αποχαιρετούσε ευγενικά τον καπετάνιο και θα ξεκινούσε αμέσως για τα χρυσωρυχεία. Πριν περάσει μια βδομάδα, θα ᾿βρισκε ένα μεγάλο βόλο ατόφιο χρυσάφι, τον μεγαλύτερο που βρέθηκε ποτέ, και θα τον έφερνε στην ακτή με μια άμαξα συνοδευόμενος από έξι έφιππους αστυνομικούς. Οι ληστές θα τούς έκαναν τρεις επιθέσεις, και στη σφαγή που θα επακολουθούσε θα έχαναν όλοι τη ζωή τους. Ή μάλλον, όχι, όχι. Δε θα πήγαινε καθόλου στα χρυσωρυχεία. Τα χρυσωρυχεία είναι απαίσια μέρη, όπου οι άντρες μεθοκοπούν, πυροβολούν ο ένας τον άλλον στα μπαρ και βρίζουν όλη μέρα. Θα γινόταν ένας καλός κτηνοτρόφος προβάτων, κι ένα απόγευμα, την ώρα που θα γύριζε στο σπίτι, καβάλα στο άλογό του θα ᾿βλεπε την ωραία κληρονόμο να την έχει αρπάξει ένας ληστής μ᾿  ένα μαύρο άλογο, θα τον κυνηγούσε και θα την έσωζε. Φυσικά, εκείνη θα τον ερωτευόταν αμέσως, το ίδιο κι εκείνος, θα παντρεύονταν, θα επέστρεφαν στην πατρίδα και θα ζούσαν σ᾿  ένα τεράστιο σπίτι στο Λονδίνο. Ναι, ναι, το μέλλον τού επιφύλασσε υπέροχα πράγματα. Αλλά για να γίνουν όλα αυτά, εκείνος πρέπει να είναι καλός, να μη χάνει την ψυχραιμία του και να μη σπαταλάει τα χρήματά του. Ήταν μόνο ένα χρόνο μεγαλύτερή του, αλλά ήξερε πολύ περισσότερα απ᾿  αυτόν για τη ζωή. Έπρεπε επίσης να τής γράφει με κάθε ταχυδρομείο και να λέει κάθε νύχτα την προσευχή του πριν πέσει για ύπνο. Ο Θεός είναι πολύ καλός και θα τον προστάτευε. Κι εκείνη θα προσευχόταν για χάρη του, και σε λίγα χρόνια θα γύριζε πίσω πλούσιος κι ευτυχισμένος.
 Ο νεαρός την άκουγε σκυθρωπός και δεν έλεγε τίποτα. Η καρδιά του ήταν σφιγμένη που έφευγε από την πατρίδα.
Όμως δεν ήταν μόνο αυτό που τον έκανε μελαγχολικό και κακόκεφο. Αν και ήταν άπειρος, ένιωθε πολύ έντονα πόσο επικίνδυνη ήταν η θέση τής Σίμπυλ. Αυτός ο νεαρός δανδής που ερωτοτροπούσε μαζί της ίσως δεν είχε καθόλου καλές προθέσεις. Ήταν τζέντλεμαν, και ο Τζιμ τον μισούσε γι᾿  αυτό, τον μισούσε από κάποιο περίεργο φυλετικό ένστικτο που δεν μπορούσε να εξηγήσει, και που γι᾿  αυτόν ακριβώς το λόγο τον εξουσίαζε. Είχε επίσης συναίσθηση τού πόσο ρηχός και ματαιόδοξος ήταν ο χαρακτήρας τής μητέρας του, κι αυτό τον έκανε να φοβάται πολύ για τη Σίμπυλ και για την ευτυχία της. Τα παιδιά όσο είναι μικρά αγαπούν τούς γονείς τους· καθώς μεγαλώνουν τούς κρίνουν και μερικές φορές τούς συγχωρούν.
Η μητέρα του! Είχε στο νου του να τη ρωτήσει κάτι, κάτι που τού τριβέλιζε βασανιστικά το μυαλό όλους αυτούς τούς τελευταίους μήνες τής σιωπής. Μια τυχαία φράση που είχε ακούσει στο θέατρο, ένας ψιθυριστός σαρκασμός που έφτασε στ᾿  αυτιά του ένα βράδυ καθώς περίμενε στην πόρτα των παρασκηνίων, είχε αφήσει αχαλίνωτες μέσα του ένα σωρό φριχτές σκέψεις. Τη θυμόταν σαν μια καμτσικιά που ξαφνικά του είχε ξεσκίσει το πρόσωπο. Τα φρύδια του σούφρωσαν οργισμένα, και μ᾿  ένα σπασμό πόνου δάγκωσε το κάτω χείλος του.
«Δεν ακούς ούτε λέξη απ᾿  αυτά που σού λέω, Τζιμ» φώναξε η Σίμπυλ, «κι εγώ κάθομαι και κάνω τα πιο υπέροχα σχέδια για το μέλλον σου. Πες κάτι».
«Τι θέλεις να πω;»
«Ότι θα ᾿σαι καλό παιδί και δε θα μάς ξεχάσεις» απάντησε εκείνη χαμογελώντας του.
Ο Τζιμ σήκωσε τους ώμους. «Μάλλον εσύ θα με ξεχάσεις, Σίμπυλ, κι όχι εγώ εσένα».
Η Σίμπυλ έγινε κατακόκκινη. «Τι εννοείς, Τζιμ;» ρώτησε.
«Άκουσα ότι έχεις έναν καινούριο φίλο. Ποιος είναι; Γιατί δε μού είπες τίποτα; Δεν έχει καλό σκοπό για σένα».
«Σταμάτα, Τζιμ!» διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Μη μιλάς άσχημα γι᾿  αυτόν. Τον αγαπώ».
«Μα ούτε τ᾿  όνομά του δεν ξέρεις» αποκρίθηκε ο νεαρός. «Ποιος είναι; Έχω το δικαίωμα να μάθω».
«Το όνομά του είναι Χαριτωμένος Πρίγκιπας. Δε σ᾿  αρέσει; Α, τι ανόητο παιδί που είσαι! Πάρα πολύ ανόητο! Αν τον έβλεπες, θα σού φαινόταν ο πιο υπέροχος άνθρωπος τού κόσμου. Κάποια μέρα θα τον γνωρίσεις - όταν γυρίσεις απ᾿  την Αυστραλία. Θα τον συμπαθήσεις πολύ. Όλοι τον συμπαθούν, κι εγώ... εγώ τον αγαπώ. Τι καλά να ᾿ρχόσουν στο θέατρο απόψε! Θα ᾿ναι κι αυτός εκεί, κι εγώ θα παίξω την Ιουλιέτα. Αχ, πώς θα την παίξω! Φαντάσου, Τζιμ, να είσαι ερωτευμένη και να παίζεις την Ιουλιέτα! Και εκείνος να κάθεται και να σε βλέπει! Να παίζεις για δική του ευχαρίστηση! Φοβάμαι ότι θα τρομάξει μαζί μου ο θίασος. Ή θα τρομάξει ή θα μαγευτεί. Να είσαι ερωτευμένος σημαίνει να ξεπερνάς τον εαυτό σου. Ο καημένος, ο απαίσιος κύριος Ισαάκ θα φωνάζει “Ιδιοφυΐα, ιδιοφυΐα!” στους αργόσχολους που τού κάνουν παρέα στο μπαρ. Εδώ και καιρό τούς κάνει κηρύγματα για το ταλέντο μου, απόψε θα μιλήσει για μένα σαν να ᾿μαι η φοβερή αποκάλυψη. Το νιώθω. Κι όλα αυτά είναι δικό του έργο, αποκλειστικά δικό του, τού Χαριτωμένου Πρίγκιπα, τού υπέροχου αγαπημένου μου, τού θεού των χαρίτων. Αλλά εγώ δίπλα του είμαι φτωχή. Φτωχή; Τι σημασία έχει; Όταν η φτώχεια χτυπάει την πόρτα, ο έρωτας το σκάει απ᾿  το παράθυρο. Αχ! Οι παροιμίες μας πρέπει να ξαναγραφτούν. Τις φτιάξαν το χειμώνα και τώρα είναι καλοκαίρι - όχι, για μένα είναι άνοιξη, όλος ο κόσμος είναι ένας χορός λουλουδιών στους γαλάζιους ουρανούς».
«Είναι τού καλού κόσμου» είπε το αγόρι σκυθρωπά.
«Είναι ένας πρίγκιπας!» φώναξε εκείνη με τη μελωδική της φωνή. «Τι περισσότερο ζητάς;»
«Θέλει να σε κάνει σκλάβα του».
«Τρέμω στη σκέψη να ᾿μαι ελεύθερη».
«Θέλω να τον προσέχεις».
«Όποιος τον δει, τον λατρεύει, όποιος τον γνωρίσει, τον εμπιστεύεται τυφλά».
«Σίμπυλ, είσαι τρελή μαζί του».
Εκείνη γέλασε και τον έπιασε απ᾿  το μπράτσο. «Καλέ μου γέρο -Τζιμ, μιλάς λες κι είσαι εκατό χρονών. Κάποια μέρα, θα ερωτευτείς κι εσύ. Τότε θα καταλάβεις τι είναι ο έρωτας. Μη μουτρώνεις. Θα ᾿πρεπε να χαίρεσαι με τη σκέψη ότι φεύγεις και μ᾿  αφήνεις τόσο ευτυχισμένη όσο δεν ήμουν ποτέ. Η ζωή στάθηκε σκληρή και για τούς δυο μας, πολύ σκληρή και δύσκολη. Μα όλα θ᾿  αλλάξουν τώρα. Εσύ πηγαίνεις σ᾿  έναν καινούριο κόσμο, εγώ τον βρήκα κιόλας. Να, εδώ έχει δυο θέσεις. Ας κάτσουμε να δούμε τούς κομψούς κυρίους να περνάνε».
Κάθισαν ανάμεσα στο πλήθος που παρακολουθούσε τούς κομψούς περαστικούς. Η Σίμπυλ ανάγκασε τον αδελφό της να μιλήσει για τον εαυτό του, τις ελπίδες του, τα σχέδιά του. Εκείνος μιλούσε αργά και με προσπάθεια. Αντάλλασσαν λόγια μεταξύ τους όπως οι χαρτοπαίκτες ανταλλάσσουν τις μάρκες. Η Σίμπυλ ένιωθε ένα βάρος στο στήθος. Δεν μπορούσε να τού μεταδώσει τη χαρά της. Ένα αχνό χαμόγελο στο σκυθρωπό στόμα τού αγοριού ήταν το μόνο που κατάφερε να κερδίσει. Σε λίγο, σταμάτησε να μιλάει κι έμεινε σιωπηλή. Άξαφνα, το μάτι της πήρε κάτι χρυσαφένια μαλλιά και γελαστά χείλη, και μπροστά της πέρασε μια ανοιχτή άμαξα με επιβάτες δύο κυρίες και τον Ντόριαν Γκρέυ.
Σηκώθηκε απότομα όρθια. «Νάτος!» φώναξε.
«Ποιος;» είπε ο Τζιμ Βέιν.
«Ο Χαριτωμένος Πρίγκιπας» αποκρίθηκε, με τα μάτια καρφωμένα στη βικτώρια που έφευγε.
Εκείνος πετάχτηκε πάνω και την άρπαξε άγαρμπα απ᾿  το μπράτσο. «Δείξ᾿  τον μου. Ποιος απ᾿  όλους είναι; Δείξ᾿  τον μου! Πρέπει να τον δω!» φώναξε, αλλά εκείνη τη στιγμή η άμαξα του δούκα τού Μπέργουικ με τα τέσσερα άλογα πέρασε ανάμεσά τους, και όταν πια απομακρύνθηκε, η βικτώρια είχε φύγει απ᾿  το Πάρκο.
«Έφυγε» μουρμούρισε η Σίμπυλ θλιμμένη. «Πολύ θα ᾿θελα να τον είχες δει».
«Κι εγώ θα ᾿θελα να τον είχα δει, γιατί, μα την πίστη μου, έτσι και σού κάνει ποτέ κακό, θα τον σκοτώσω».
Εκείνη τον κοίταξε έντρομη. Ο Τζιμ επανέλαβε τα λόγια του. Κόψαν τον αέρα σαν μαχαιριές. Ο κόσμος γύρω στράφηκε να τούς κοιτάξει. Μια κυρία κοντά στη Σίμπυλ χαχάνισε ανόητα.
«Έλα, Τζιμ, έλα, πάμε να φύγουμε» τού ψιθύρισε. Ο Τζιμ την ακολούθησε με ύφος πεισματάρικο, καθώς εκείνη διέσχιζε το πλήθος. Χαιρόταν που είχε ξεστομίσει αυτά τα λόγια.
Όταν έφτασαν στο άγαλμα τού Αχιλλέα, η Σίμπυλ στράφηκε και τον κοίταξε. Στα μάτια της υπήρχε οίκτος που, φτάνοντας στα χείλη της, έγινε γέλιο. Τού κούνησε το κεφάλι επιτιμητικά. «Είσαι ανόητος, Τζιμ, πάρα πολύ ανόητος. Είσαι ένα κακότροπο παιδί και τίποτα περισσότερο. Πώς μπορείς να λες τέτοια φριχτά πράγματα; Δεν ξέρεις τι λες. Είσαι ζηλιάρης και κακός. Α! Πολύ θα ᾿θελα να ερωτευόσουν. Ο έρωτας κάνει τούς ανθρώπους καλούς, κι αυτό που είπες εσύ ήταν κακό, πολύ κακό».
«Είμαι δεκάξι χρόνων» αποκρίθηκε εκείνος, «και ξέρω τι σού λέω. Η μητέρα δεν μπορεί να σε βοηθήσει καθόλου. Δεν ξέρει πώς να σε προσέχει και να σε φροντίζει. Καλύτερα να μην έφευγα για την Αυστραλία. Έτσι μου ᾿ρχεται να τα παρατήσω όλα σύξυλα. Και θα το ᾿κανα, αν δεν είχα υπογράψει το φυλλάδιο».
«Α, μη μιλάς με τέτοιο σοβαρό ύφος, Τζιμ. Φέρεσαι σαν τούς ήρωες σ᾿  εκείνα τα ανόητα μελοδράματα που άρεσαν τόσο στη μητέρα να τα παίζει. Μα δε θα κάτσω να μαλώσω μαζί σου. Τον είδα, και, ναι! Και μόνο να τον βλέπω με κάνει απέραντα ευτυχισμένη. Δε θα μαλώσουμε. Ξέρω ότι ποτέ δε θα μπορούσες να κάνεις κακό σε κάποιον που αγαπώ, έτσι δεν είναι;»
«Όσο τον αγαπάς, όχι» απάντησε βαριά.
«Θα τον αγαπώ για πάντα!» φώναξε η Σίμπυλ.
«Κι εκείνος;»
«Κι εκείνος για πάντα!»
«Το καλό που τού θέλω».
Η Σίμπυλ απομακρύνθηκε από κοντά του. Έπειτα γέλασε κι ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. Στο κάτω κάτω, ήταν ακόμη παιδί.
Στη Μαρμάρινη Αψίδα σταμάτησαν ένα λεωφορείο, που τούς άφησε κοντά στο φτωχόσπιτό τους στη Γιούστον Ρόουντ. Ήταν περασμένες πέντε, και η Σίμπυλ Βέιν έπρεπε να ξαπλώσει κάνα δυο ώρες πριν από την παράσταση. Ο Τζιμ επέμενε ότι έτσι έπρεπε να κάνει. Είπε ότι προτιμούσε να την αποχαιρετήσει χωρίς να είναι η μητέρα τους μπροστά. Σίγουρα θα τού  ᾿κανε ολόκληρη σκηνή, κι αυτός απεχθανόταν κάθε είδους σκηνές.
Χώρισαν στο δωμάτιο τής Σίμπυλ. Στην καρδιά τού αγοριού βασίλευε η ζήλια, κι ένα άγριο, θανάσιμο μίσος για τον ξένο που, όπως θεωρούσε, είχε μπει ανάμεσά τους. Μα όταν τα μπράτσα της τυλίχτηκαν γύρω στο λαιμό του και τα δάχτυλά της τού χάιδεψαν τα μαλλιά, μαλάκωσε και τη φίλησε με αληθινή στοργή. Τα μάτια του ήταν δακρυσμένα καθώς κατέβαινε τις σκάλες.
Η μητέρα του τον περίμενε κάτω. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο, τού άρχισε τη γκρίνια για την αργοπορία του. Κάθισε να φάει το φτωχικό του δείπνο χωρίς να τής δώσει καμιά απάντηση.
Σε λίγο, έσπρωξε το πιάτο κι έκρυψε το κεφάλι μες στα χέρια του. Ένιωθε ότι είχε δικαίωμα να μάθει. Αν ήταν αλήθεια αυτό που υποπτευόταν, έπρεπε να τού το είχε πει από καιρό. Η μητέρα του τον παρατηρούσε φοβισμένη. Τα λόγια έβγαιναν μηχανικά απ᾿  τα χείλη της. Στα δάχτυλά της έπαιζε νευρικά ένα κουρελιασμένο δαντελένιο μαντιλάκι. Όταν το ρολόι χτύπησε έξι, ο Τζιμ σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα. Ύστερα γύρισε και την κοίταξε. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Στο βλέμμα της είδε μια απελπισμένη επίκληση οίκτου. Έγινε έξαλλος.
«Μητέρα, θέλω να σε ρωτήσω κάτι» είπε. Τα μάτια της ταξίδεψαν απλανή μες το δωμάτιο. Δεν τού αποκρίθηκε. «Πες μου την αλήθεια. Έχω δικαίωμα να μάθω. Τον είχες παντρευτεί τον πατέρα μου;»
Εκείνη έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό. Ήταν αναστεναγμός ανακούφισης. Η τρομερή στιγμή, η στιγμή που μέρα νύχτα, για βδομάδες και μήνες φοβόταν, είχε έρθει επιτέλους, κι όμως δεν ένιωσε καθόλου φόβο. Ως ένα σημείο μάλιστα, την απογοήτεψε και λιγάκι. Η χυδαία αμεσότητα τής ερώτησης απαιτούσε μιαν άμεση απάντηση. Η σκηνή δεν έφτασε βαθμιαία στην κορύφωση. Η ερώτηση ακούστηκε ωμή. Τής θύμιζε κακή θεατρική πρόβα.
«Όχι» απάντησε, απορώντας με την τραχιά απλότητα τής ζωής.
«Δηλαδή, ο πατέρας μου ήταν ένας παλιάνθρωπος;» φώναξε το αγόρι, σφίγγοντας τις γροθιές του.
Εκείνη κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Το ᾿ξερα ότι δεν ήταν ελεύθερος. Αγαπιόμασταν πολύ. Αν ζούσε, θα φρόντιζε να εξασφαλίσει το μέλλον μας. Μη μιλάς άσχημα γι᾿  αυτόν, γιε μου. Ήταν ο πατέρας σου, κι ήταν πραγματικός κύριος. Είχε μάλιστα και σχέσεις με την αριστοκρατία».
Μια βρισιά ξέφυγε απ᾿  τα χείλη του. «Δε με νοιάζει για μένα» φώναξε, «αλλά μην αφήσεις τη Σίμπυλ... Κύριος τού καλού κόσμου δεν είναι κι αυτός που είναι ερωτευμένος μαζί της, ή παριστάνει τον ερωτευμένο; Έχει κι αυτός σχέσεις με την αριστοκρατία, υποθέτω».
Για μια στιγμή, μια φριχτή αίσθηση ταπείνωσης πλημμύρισε τη γυναίκα. Έσκυψε το κεφάλι της. Σκούπισε τα μάτια της με χέρια που έτρεμαν. «Η Σίμπυλ έχει μητέρα» μουρμούρισε, «εγώ δεν είχα».
Το αγόρι συγκινήθηκε. Την πλησίασε, και σκύβοντας τη φίλησε. «Με συγχωρείς που σε πλήγωσα ρωτώντας για τον πατέρα μου» είπε, «μα δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Έπρεπε να μάθω. Είναι ώρα να φύγω τώρα. Αντίο. Μην ξεχνάς ότι τώρα πια θα ᾿χεις μόνο ένα παιδί να φροντίζεις, και πίστεψέ με, αν αυτός ο άντρας κάνει κακό στην αδελφή μου, θα μάθω ποιος είναι, θα τον βρω και θα τον σκοτώσω σαν σκυλί. Τ᾿  ορκίζομαι».
Η υπερβολική παραφορά τής απειλής, η παθιασμένη χειρονομία που τη συνόδευε, τα παρανοϊκά μελοδραματικά λόγια, έκαναν τη ζωή να τής φανεί πιο ζωντανή. Αυτή η ατμόσφαιρα της ήταν πολύ οικεία. Ανάσανε πιο ελεύθερα, και για πρώτη φορά ύστερα από πολλούς μήνες, θαύμασε πραγματικά το γιο της. Θα ᾿θελε να συνεχίσει τη σκηνή στην ίδια συναισθηματική κλίμακα, αλλά εκείνος την έκοψε. Έπρεπε να κουβαλήσουν τις αποσκευές κάτω και να ψάξουν για καμιά κουβέρτα. Οι υπηρέτης τής πανσιόν μπαινόβγαινε κουβαλώντας τα πράγματα. Ήταν και το παζάρι για το ναύλο τού αμαξά. Η πολύτιμη στιγμή χάθηκε μέσα σε πεζές λεπτομέρειες. Μ᾿  ένα αίσθημα απογοήτευσης κούνησε το κουρελιασμένο δαντελένιο μαντιλάκι από το παράθυρο, καθώς ο γιος της απομακρυνόταν με την άμαξα. Μια μεγάλη ευκαιρία είχε πάει χαμένη. Παρηγορήθηκε λέγοντας στη Σίμπυλ πόσο έρημη θα ήταν η ζωή της τώρα που είχε μονάχα ένα παιδί να φροντίζει. Θυμόταν τη φράση. Τής άρεσε πολύ. Για την απειλή δεν είπε τίποτα. Είχε ειπωθεί με ζωντάνια και δραματικότητα. Αισθανόταν ότι όλοι τους θα γελούσαν μια μέρα με την ανάμνησή της.

6

«Υποθέτω ότι έμαθες τα νέα, Μπάζιλ» είπε ο λόρδος Χένρυ εκείνο το βράδυ, καθώς ο Χόλγουορντ έμπαινε στο μικρό ιδιαίτερο στου Μπρίστολ όπου είχε ετοιμαστεί ένα δείπνο για τρεις.
«Όχι, Χάρυ» αποκρίθηκε ο καλλιτέχνης, δίνοντας το καπέλο και το πανωφόρι του στο σερβιτόρο που υποκλινόταν μπροστά του. «Περί τίνος πρόκειται; Ελπίζω να μην έχει σχέση με την πολιτική. Δεν υπάρχει ούτε ένας σ᾿  ολόκληρη τη Βουλή των Κοινοτήτων που ν᾿  αξίζει τον κόπο να τον ζωγραφίσεις, αν και πολλοί απ᾿  αυτούς είν᾿  ό,τι πεις για ένα ασπρισματάκι».
«Ο Ντόριαν Γκρέυ αρραβωνιάστηκε» είπε ο λόρδος Χένρυ, παρατηρώντας τον προσεκτικά ενώ μιλούσε.
Ο Χόλγουορντ έκανε μια κίνηση έκπληξης και συνοφρυώθηκε. «Ο Ντόριαν αρραβωνιάστηκε!» φώναξε. «Αδύνατον!»
«Κι όμως αληθινό».
«Με ποια;»
«Με κάποια νεαρή ηθοποιό».
«Δεν μπορώ να το πιστέψω. Ο Ντόριαν είναι πολύ λογικός για να κάνει κάτι τέτοιο».
«Ο Ντόριαν είναι πολύ σοφός και γι᾿  αυτό ακριβώς κάνει πότε πότε κάποια τρέλα, αγαπητέ μου Μπάζιλ».
«Δε νομίζω ότι ο γάμος είναι κάτι που μπορεί κανείς να το κάνει πότε πότε, Χάρυ».
«Εκτός αν ζει στην Αμερική» πρόσθεσε ο λόρδος Χένρυ νωχελικά. «Εγώ όμως δεν είπα ότι παντρεύτηκε. Είπα απλώς ότι αρραβωνιάστηκε. Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Θυμάμαι πολύ καθαρά ότι παντρεύτηκα, μα δεν μπορώ να θυμηθώ καθόλου τον εαυτό μου αρραβωνιασμένο. Τείνω να πιστέψω ότι δεν αρραβωνιάστηκα ποτέ».
«Μα σκέψου λιγάκι την καταγωγή τού Ντόριαν, τη θέση και την περιουσία του. Θα ήταν γελοίο να παντρευτεί μια κοπέλα τόσο κατώτερή του».
«Αν θέλεις να τον κάνεις να την παντρευτεί, αυτό ακριβώς να τού το πεις, Μπάζιλ. Τότε σίγουρα θα το κάνει. Όταν ένας άνθρωπος κάνει μια βλακεία, την κάνει πάντα με τις ευγενέστερες των προθέσεων».
«Ελπίζω να ᾿ναι καλό κορίτσι, Χάρυ. Δε θέλω να δω τον Ντόριαν δεμένο με κάποιο ελεεινό πλάσμα που θα μπορούσε να τού χαλάσει το χαρακτήρα και να καταστρέψει το πνεύμα του».
«Α, είναι παραπάνω από καλή - είναι όμορφη» μουρμούρισε ο λόρδος Χένρυ, πίνοντας μια γουλιά βερμούτ με πορτοκάλι. «Ο Ντόριαν λέει ότι είναι όμορφη, και σε κάτι τέτοια σπάνια κάνει λάθος. Το πορτρέτο που τού ζωγράφισες τον έχει κάνει να εκτιμάει μ᾿  ευαισθησία την εμφάνιση των άλλων. Είχε κι αυτό το εξαιρετικό αποτέλεσμα, ανάμεσα στ᾿  άλλα. Θα τη δούμε απόψε, αν ο Ντόριαν δεν ξεχάσει το ραντεβού μας».
«Μιλάς σοβαρά;»
«Φυσικά, Μπάζιλ. Θα ᾿νιωθα δυστυχής αν ήξερα ότι μπορώ να μιλήσω με περισσότερη σοβαρότητα  απ᾿  όση δείχνω αυτή τη στιγμή».
«Τον εγκρίνεις αυτό τον αρραβώνα, Χάρυ;» ρώτησε ο ζωγράφος, περπατώντας πάνω κάτω στο δωμάτιο και δαγκώνοντας τα χείλη του. «Δεν είναι δυνατόν να τον εγκρίνεις. Είναι ένας ανόητος και παράλογος έρωτας».
«Δεν εγκρίνω ούτε απορρίπτω πια το οτιδήποτε. Αυτό είναι μια παράλογη στάση απέναντι στη ζωή. Δεν ερχόμαστε στον κόσμο για να εκφράσουμε τις ηθικές μας προκαταλήψεις. Δε δίνω ποτέ την παραμικρή σημασία σ᾿  αυτά που λένε οι κοινοί άνθρωποι και ποτέ δεν ανακατεύομαι σ᾿  αυτά που κάνουν οι γοητευτικοί. Αν μια προσωπικότητα με γοητεύει, όποιο τρόπο έκφρασης κι αν έχει διαλέξει, εμένα μ᾿  ευχαριστεί το ίδιο. Ο Ντόριαν Γκρέυ ερωτεύεται μια όμορφη κοπέλα που παίζει την Ιουλιέτα και τής κάνει πρόταση γάμου. Γιατί όχι; Και τη Μεσσαλίνα να παντρευόταν, θα εξακολουθούσε να είναι εξίσου ενδιαφέρον. Ξέρεις ότι δεν είμαι υπέρμαχος τού γάμου. Το σημαντικότερο μειονέκτημα τού γάμου είναι ότι στερεί απ᾿  τούς ανθρώπους τον εγωισμό τους. Και οι άνθρωποι χωρίς εγωισμό είναι άχρωμοι. Τούς λείπει η ατομικότητα. Κι ωστόσο, υπάρχουν μερικοί χαρακτήρες που με το γάμο γίνονται πιο σύνθετοι. Διατηρούν τον εγωισμό τους και τού προσθέτουν πολλά άλλα εγώ. Αναγκάζονται να ζουν περισσότερες ζωές. Αποκτούν ανώτερη οργάνωση, και θα ᾿λεγα πως αυτό είναι κι ο σκοπός τής ύπαρξής μας. Κι ύστερα, κάθε εμπειρία έχει την αξία της, κι ό,τι και να λέμε κατά τού γάμου, σίγουρα είναι μια σημαντική εμπειρία. Ελπίζω ο Ντόριαν Γκρέυ να κάνει αυτή την κοπέλα σύζυγό του, να τη λατρέψει με πάθος για κάνα εξάμηνο κι έπειτα να τον ξετρελάνει ξαφνικά κάποια άλλη. Θα αποτελούσε ένα θαυμάσιο αντικείμενο μελέτης».
«Δεν πιστεύεις κουβέντα απ᾿  όσα λες, Χάρυ, και το ξέρεις πολύ καλά. Αν καταστραφεί η ζωή τού Ντόριαν Γκρέυ, κανένας δε θα λυπηθεί περισσότερο από σένα. Είσαι πολύ καλύτερος απ᾿  όσο θέλεις να φαίνεσαι».
Ο λόρδος Χένρυ γέλασε. «Ο λόγος που θέλουμε να έχουμε τόσο καλή γνώμη για τούς άλλους είναι ότι όλοι φοβόμαστε τον εαυτό μας. Η βάση τής αισιοδοξίας είναι απλά και μόνο ο φόβος. Πιστεύουμε ότι είμαστε γενναιόδωροι επειδή αποδίδουμε στον πλησίον μας εκείνες τις αρετές που είναι πιθανό ν᾿  αποδειχτούν ευεργετικές για μάς. Επαινούμε  τον τραπεζίτη μας  γιατί μπορεί να υπερχρεώσουμε το λογαριασμό μας, και βρίσκουμε καλά  στοιχεία  στο ληστή με την ελπίδα ότι θα λυπηθεί τις τσέπες μας. Τα πιστεύω ακράδαντα αυτά που είπα. Περιφρονώ βαθύτατα την αισιοδοξία. Όσο για την καταστροφή τής ζωής που ανέφερες, καμιά ζωή δεν καταστρέφεται εκτός από κείνη που η ανάπτυξή της διακόπτεται. Αν θέλεις να καταστρέψεις το χαρακτήρα ενός ανθρώπου, δεν έχεις παρά να τον αναμορφώσεις. Όσο για το γάμο, και βέβαια θα ᾿ταν ανοησία, αφού υπάρχουν κι άλλοι, και μάλιστα πολύ πιο ενδιαφέροντες δεσμοί ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες. Φυσικά, θα τούς ενθαρρύνω. Έχουν μια ιδιαίτερη γοητεία, γιατί είναι και τής μόδας. Αλλά να κι ο ίδιος ο Ντόριαν. Θα σού πει περισσότερα απ᾿  όσα μπορώ να σού πω εγώ».
«Αγαπητέ μου Χάρυ, αγαπητέ μου Μπάζιλ, περιμένω τα συγχαρητήριά σας!» είπε ο νέος, πετώντας τη βραδινή του κάπα με τη σατινένια φόδρα και σφίγγοντας τα χέρια των φίλων του. «Ποτέ στη ζωή μου δεν ήμουν τόσο ευτυχισμένος. Φυσικά, ήταν πολύ ξαφνικό - όπως όλα τα πραγματικά ευχάριστα πράγματα. Αλλά μού φαίνεται ότι είναι το μόνο που αναζητούσα σ᾿  όλη μου τη ζωή». Είχε κοκκινίσει από έξαψη και χαρά κι έδειχνε ιδιαίτερα όμορφος.
«Ελπίζω να ᾿σαι πάντα ευτυχισμένος, Ντόριαν» είπε ο Χόλγουορντ, «δε σού το συγχωρώ όμως ότι δε μού είπες για τον αρραβώνα σου. Στον Χάρυ το είπες».
«Κι εγώ δε σού συγχωρώ ότι άργησες για το δείπνο» παρεμβλήθηκε ο λόρδος Χένρυ, βάζοντας το χέρι του στον ώμο τού νέου και χαμογελώντας ενώ μιλούσε. «Ελάτε, ας καθίσουμε στο τραπέζι να δοκιμάσουμε την τέχνη τού νέου αρχιμάγειρα, κι ύστερα θα μάς τα πεις όλα».
«Δεν έχω και πολλά να σάς πω» φώναξε ο Ντόριαν, καθώς πήγαιναν να καθίσουν στο μικρό στρογγυλό τραπέζι. «Αυτό που συνέβη είναι το εξής: Αφού χωρίσαμε χτες το βράδυ, Χάρυ, ντύθηκα, δείπνησα στο μικρό ιταλικό εστιατόριο στη Ρούπερτ Στριτ που μού σύστησες, και στις οχτώ η ώρα ήμουν στο θέατρο. Η Σίμπυλ έπαιζε τη Ροζαλίντα. Φυσικά, το σκηνικό ήταν απαίσιο και ο Ορλάντο γελοίος. Αλλά η Σίμπυλ! Θα ᾿πρεπε να τη βλέπατε! Όταν εμφανίστηκε με τα αγορίστικα ρούχα της ήταν τέλεια, υπέροχη. Φορούσε ένα πρασινωπό βελούδινο ζακετάκι με κανελιά μανίκια, καφέ κολλητό παντελόνι με μπότες, ένα κομψό πράσινο καπελάκι με φτερό γερακιού στερεωμένο μ᾿  ένα πετράδι, και μανδύα με κουκούλα κι ανοιχτή κόκκινη φόδρα. Ποτέ δε μού είχε φανεί πιο όμορφη. Είχε όλη τη λεπτή χάρη τής Ταναγραίας που έχεις στο ατελιέ σου, Μπάζιλ. Τα μαλλιά της πλαισίωναν ένα χλωμό ρόδο. Όσο για το παίξιμό της - καλά, θα τη δείτε απόψε. Είναι γεννημένη καλλιτέχνης. Καθόμουν στο θλιβερό θεωρείο μου καταμαγεμένος. Ξέχασα ότι βρισκόμουν στο Λονδίνο, στον δέκατο ένατο αιώνα. Ήμουν μακριά μαζί με την αγάπη μου, σ᾿  ένα δάσος που ποτέ δεν έχει δει ανθρώπου μάτι. Μετά την παράσταση, πήγα στα παρασκήνια και τής μίλησα. Κι εκεί που καθόμασταν μαζί, τα μάτια της πήραν άξαφνα μια έκφραση που ποτέ προηγουμένως δεν είχα ξαναδεί. Τα χείλη μου πλησίασαν τα δικά της. Φιληθήκαμε. Δεν μπορώ να σάς περιγράψω τι ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Μού φάνηκε ότι όλη μου η ζωή είχε συμπυκνωθεί σ᾿  ένα τέλειο σημείο ρόδινης χαράς. Εκείνη ριγούσε σύγκορμη, έτρεμε και σκιρτούσε σαν λευκός νάρκισσος. Ύστερα έπεσε στα γόνατα και μού φίλησε τα χέρια. Αισθάνομαι ότι δε θα ᾿πρεπε να σάς τα πω αυτά, μα δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Η Σίμπυλ δεν το είπε ούτε καν στη μητέρα της. Δεν ξέρω τι θα πουν οι κηδεμόνες μου. Ο λόρδος Ράντλυ σίγουρα Θα γίνει έξαλλος. Δε με νοιάζει όμως. Σε λιγότερο από ένα χρόνο θα ενηλικιωθώ και τότε θα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Τι λες, Μπάζιλ, δεν είχα δίκιο να ψάξω την αγάπη μου μέσα στην ποίηση και να βρω τη γυναίκα μου στα έργα του Σαίξπηρ; Χείλη που ο Σαίξπηρ τα ᾿μαθε να μιλούν, ψιθύρισαν το μυστικό τους στ᾿  αυτί μου. Ένιωσα τα χέρια τής Ροζαλίντας να μ᾿  αγκαλιάζουν και φίλησα την Ιουλιέτα στο στόμα».
«Ναι, Ντόριαν, νομίζω πως είχες δίκιο» είπε αργά ο Χόλγουορντ.
«Την είδες καθόλου σήμερα;» ρώτησε ο λόρδος Χένρυ.
Ο Ντόριαν Γκρέυ κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Την άφησα στο δάσος του Άρντεν και θα την ξαναβρώ σ᾿  έναν κήπο στη Βερόνα».
Ο λόρδος Χένρυ ήπιε μια γουλιά σαμπάνια με ύφος συλλογισμένο. «Σε ποιο συγκεκριμένο σημείο τής ανέφερες τη λέξη “γάμος”, Ντόριαν; Και τι σού απάντησε εκείνη; Μάλλον τα  ᾿χεις ξεχάσει όλ᾿  αυτά».
«Αγαπητέ μου Χάρυ, δεν το χειρίστηκα το ζήτημα σαν εμπορική συναλλαγή, και δεν τής έκανα επίσημη πρόταση γάμου. Τής είπα ότι την αγαπώ κι εκείνη μού είπε ότι δεν είναι άξια να γίνει γυναίκα μου. Άκου δεν είναι άξια! Μα, όλος ο κόσμος δεν αξίζει για μένα τίποτα μπροστά της!»
«Οι γυναίκες είναι υπέροχα πρακτικές» μουρμούρισε ο λόρδος Χένρυ, «πολύ πιο πρακτικές από μάς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εμείς ξεχνάμε συνήθως να θίξουμε το θέμα τού γάμου κι εκείνες φροντίζουν πάντα να μάς το θυμίζουν».
Ο Χόλγουορντ ακούμπησε το χέρι του στο μπράτσο τού φίλου του. «Μη λες τέτοια, Χάρυ. Ο Ντόριαν ενοχλήθηκε. Δεν είναι σαν τους άλλους άντρες. Ποτέ δε θα ᾿κανε μια γυναίκα δυστυχισμένη. Έχει πολύ λεπτό κι ευαίσθητο χαρακτήρα για να κάνει κάτι τέτοιο».
Ο λόρδος Χένρυ έριξε ένα βλέμμα στην απέναντι πλευρά τού τραπεζιού. «Ο Ντόριαν ποτέ δεν ενοχλείται, ό,τι κι αν τού πω» αποκρίθηκε. «Έκανα την ερώτηση, γιατί είχα έναν πολύ σημαντικό λόγο - για την ακρίβεια, τον μοναδικό λόγο που επιτρέπει να κάνει κανείς την οποιαδήποτε  ερώτηση - με άλλα λόγια, ήμουν περίεργος. Η θεωρία μου είναι ότι πρόταση γάμου μάς κάνουν πάντα οι γυναίκες, κι όχι εμείς σ᾿  αυτές. Δε μιλώ, φυσικά, για τη μεσαία τάξη. Αλλά η μεσαία τάξη δεν έχει μοντέρνες αντιλήψεις».
Ο Ντόριαν Γκρέυ γέλασε και τίναξε το κεφάλι του. «Είσαι αδιόρθωτος, Χάρυ, δε με πειράζει όμως. Μού είναι αδύνατον να θυμώσω μαζί σου. Όταν δεις τη Σίμπυλ, θα καταλάβεις ότι ο άντρας που θα μπορούσε να την πληγώσει πρέπει να είναι κτήνος, ένα άκαρδο κτήνος. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να θέλει κανείς να ντροπιάσει αυτήν που αγαπά. Κι εγώ την αγαπώ τη Σίμπυλ Βέιν. Θέλω να τη βάλω πάνω σ᾿  ένα χρυσό βάθρο και να βλέπω τον κόσμο να προσκυνάει τη γυναίκα που είναι δική μου. Τι είναι ο γάμος; Ένας αμετάκλητος όρκος. Γι᾿  αυτό τον κοροϊδεύεις. Α! Μην τον χλευάζεις! Έναν τέτοιο αμετάκλητο όρκο θέλω κι εγώ να πάρω. Η εμπιστοσύνη της με κάνει πιστό, η πίστη της σ᾿  εμένα με κάνει καλό. Όταν είμαι μαζί της, μετανιώνω για όλα όσα μού έμαθες. Γίνομαι διαφορετικός απ᾿  αυτό που με ξέρεις. Έχω αλλάξει, και αρκεί να με αγγίξει με το χέρι της η Σίμπυλ Βέιν, για να με κάνει να ξεχάσω κι εσένα και όλες σου τις λαθεμένες, γοητευτικές, δηλητηριώδεις και υπέροχες θεωρίες».
«Και ποιες είναι αυτές οι θεωρίες;» ρώτησε ο λόρδος Χένρυ, βάζοντας στο πιάτο του σαλάτα.
«Να, οι θεωρίες σου για τη ζωή, οι θεωρίες σου για τον έρωτα, οι θεωρίες σου για την απόλαυση. Όλες σου οι θεωρίες, Χάρυ».
«Η απόλαυση είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να έχει κανείς μια θεωρία» αποκρίθηκε εκείνος, με την αργή, μελωδική του φωνή. «Αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν μπορώ να διεκδικήσω την πατρότητά της. Η θεωρία αυτή ανήκει στη φύση, όχι σ᾿  εμένα. Η απόλαυση είναι η δοκιμασία τής φύσης, το σημάδι τής επιδοκιμασίας της. Όταν είμαστε ευτυχισμένοι, είμαστε πάντα καλοί, αλλά όταν είμαστε καλοί, δεν είμαστε πάντα ευτυχισμένοι».
«Α! Τι εννοείς όμως λέγοντας καλοί;» φώναξε ο Μπάζιλ Χόλγουορντ.
«Ναι» επανέλαβε ο Ντόριαν, γέρνοντας πίσω στην καρέκλα του και κοιτάζοντας το λόρδο Χένρυ πάνω από το μεγάλο μπουκέτο με τα μαβιά κρίνα που ήταν στη μέση τού τραπεζιού, «τι εννοείς λέγοντας καλοί, Χάρυ;»
«Να είσαι καλός σημαίνει να είσαι σε αρμονία με τον εαυτό σου» απάντησε εκείνος, αγγίζοντας το λεπτό χείλος τού ποτηριού του με τα ωχρά, περιποιημένα του δάχτυλα. «Η δυσαρμονία προκύπτει όταν αναγκάζεσαι να είσαι σε αρμονία με τούς άλλους. Η ατομική μας ζωή - αυτό είναι το σημαντικό. Όσο για τη ζωή των γύρω μας, αν θέλουμε να είμαστε υποκριτές ή πουριτανοί, μπορούμε να διατυμπανίζουμε τις ηθικές μας απόψεις για κείνους, αλλά εμάς δε μάς αφορά καθόλου. Κι έπειτα, ο ατομικισμός έχει αναμφίβολα τούς υψηλότερους στόχους. Η σύγχρονη ηθική συνίσταται στην αποδοχή των προδιαγραφών τής κάθε εποχής. Θεωρώ ότι το να αποδέχεται ένας καλλιεργημένος άνθρωπος τις προδιαγραφές τής εποχής του αποτελεί μέγιστη ανηθικότητα».
«Αν όμως κάποιος ζει μόνο για τον εαυτό του, Χάρυ, δεν πληρώνει πολύ μεγάλο τίμημα για την πράξη του αυτή;» ρώτησε ο ζωγράφος.
«Ναι, στις μέρες μας όλα χρεώνονται υπερβολικά. Θα ᾿λεγα ότι η πραγματική τραγωδία των φτωχών είναι, ότι το μόνο πράγμα που μπορούν να επιτρέψουν στους εαυτούς τους είναι η αυταπάρνηση. Οι όμορφες αμαρτίες, όπως και τα όμορφα πράγματα, είναι προνόμιο των πλουσίων».
«Πληρώνουμε και μ᾿  άλλους τρόπους, όχι μόνο με χρήματα».
«Με τι τρόπους, Μπάζιλ;»
«Να, θα ᾿λεγα ότι πληρώνουμε με τις τύψεις μας, με πόνο, με... τελικά, πληρώνουμε με τη συναίσθηση τού ξεπεσμού μας».
Ο λόρδος Χένρυ σήκωσε τούς ώμους. «Αγαπητέ μου φίλε, η μεσαιωνική τέχνη είναι γοητευτική, αλλά τα μεσαιωνικά συναισθήματα είναι εντελώς ξεπερασμένα. Βέβαια, μπορεί κανείς να τα χρησιμοποιήσει στα μυθιστορήματα. Αλλά έτσι κι αλλιώς, τα μοναδικά πράγματα που μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει στα μυθιστορήματα είναι εκείνα που έχει πάψει πια να χρησιμοποιεί στην πραγματικότητα. Πίστεψέ με, κανένας πολιτισμένος άνθρωπος δε μετανιώνει για μια απόλαυση, και κανένας απολίτιστος δεν ξέρει τι είναι η απόλαυση».
«Εγώ ξέρω τι είναι η απόλαυση» φώναξε ο Ντόριαν Γκρέυ. «Είναι το να λατρεύεις κάποιον».
«Αυτό είναι ασφαλώς προτιμότερο απ᾿  το να σε λατρεύουν» αποκρίθηκε ο λόρδος Χένρυ παίζοντας με τα φρούτα. «Το να σε λατρεύουν είναι πολύ ενοχλητικό. Οι γυναίκες μάς μεταχειρίζονται ακριβώς όπως η ανθρωπότητα φέρεται στους θεούς της. Μας εκφράζουν τη λατρεία τους και μάς φορτώνονται συνεχώς, ζητώντας μας να κάνουμε κάτι γι᾿  αυτές».
«Εγώ θα ᾿λεγα πως ό,τι μάς ζητούν, μάς το έχουν δώσει πρώτες εκείνες» μουρμούρισε ο νέος σοβαρά. «Γεννούν μέσα μας τον έρωτα. Έχουν λοιπόν το δικαίωμα και να τον απαιτούν από μάς».
«Αυτό είναι απόλυτα αληθινό, Ντόριαν» φώναξε ο Χόλγουορντ.
«Τίποτα δεν είναι απόλυτα αληθινό» είπε ο λόρδος Χένρυ.
«Αυτό είναι» τον διέκοψε ο Ντόριαν Γκρέυ. «Πρέπει να το παραδεχτείς, Χάρυ, οι γυναίκες προσφέρουν στους άντρες το ίδιο το χρυσάφι των ημερών τους».
«Πολύ πιθανό» αναστέναξε εκείνος, «αλλά πάντα το ζητούν πίσω, και μάλιστα σε πενταροδεκάρες. Αυτό είναι το πρόβλημα. Οι γυναίκες, όπως είπε κάποτε ένας πνευματώδης Γάλλος, μάς εμπνέουν την επιθυμία να δημιουργήσουμε αριστουργήματα και πάντα μάς εμποδίζουν να την εκπληρώσουμε».
«Χάρυ, είσαι απαίσιος! Δεν ξέρω γιατί σε συμπαθώ τόσο πολύ».
«Πάντα θα με συμπαθείς, Ντόριαν» αποκρίθηκε ο λόρδος Χένρυ. «Θα πιείτε καφέ, φίλοι μου; - Σερβιτόρε, φέρε μας καφέ, γαλλική σαμπάνια και μερικά τσιγάρα. Όχι, όχι, καλύτερα μη φέρνεις τσιγάρα, έχω μερικά. Μπάζιλ, δε σού επιτρέπω να καπνίσεις πούρο. Πρέπει να καπνίσεις ένα τσιγάρο. Το τσιγάρο είναι η τέλεια μορφή τής τέλειας απόλαυσης. Είναι εξαίσιο, και σ᾿  αφήνει ανικανοποίητο. Τι περισσότερο μπορεί να ζητήσει κανείς; Ναι, Ντόριαν, πάντα θα με συμπαθείς, και μάλιστα πολύ. Αντιπροσωπεύω για σένα όλες τις αμαρτίες που ποτέ δεν είχες το θάρρος να κάνεις».
«Τι ανοησίες λες, Χάρυ!» φώναξε ο νέος, ανάβοντας το τσιγάρο του μ᾿  έναν ασημένιο δράκοντα που έβγαζε φωτιά απ᾿  το στόμα κι είχε φέρει στο τραπέζι τους ο σερβιτόρος. «Ας πάμε στο θέατρο. Όταν η Σίμπυλ εμφανιστεί στη σκηνή, θα αποκτήσεις ένα νέο ιδανικό στη ζωή σου. Θα ενσαρκώσει κάτι που δε γνώρισες ποτέ».
«Τα έχω γνωρίσει όλα» είπε ο λόρδος Χένρυ με μια έκφραση κούρασης στα μάτια, «αλλά είμαι πάντα πρόθυμος να νιώσω κάτι καινούριο. Φοβάμαι ωστόσο ότι, για μένα τουλάχιστον, δεν υπάρχουν καινούριες συγκινήσεις. Τέλος πάντων, πού ξέρεις, μπορεί η υπέροχη αγαπημένη σου να με συναρπάσει. Λατρεύω το θέατρο. Είναι τόσο πιο αληθινό από τη ζωή. Ας πηγαίνουμε. Ντόριαν, εσύ θα ᾿ρθεις μαζί μου. Λυπάμαι πολύ, Μπάζιλ, στο μόνιππο χωρούν μόνο δύο. Πρέπει να μάς ακολουθήσεις μ᾿  ένα αγοραίο».
Σηκώθηκαν κι έβαλαν τα παλτά τους, πίνοντας τον καφέ τους όρθιοι. Ο ζωγράφος ήταν σιωπηλός κι ανήσυχος. Μια θλίψη τον τύλιγε. Δεν άντεχε την ιδέα τού γάμου τού Ντόριαν, αλλά και πάλι τού φαινόταν προτιμότερος από πολλά άλλα που θα μπορούσαν να είχαν συμβεί. Σε λίγα λεπτά, κατέβηκαν όλοι κάτω. Ο Μπάζιλ έφυγε μόνος, όπως το ᾿χαν κανονίσει, και κοιτούσε τα φώτα τού μικρού μόνιππου μπροστά του. Μια παράξενη αίσθηση απώλειας τον κυρίεψε. Αισθανόταν ότι ο Ντόριαν Γκρέυ δε θα ήταν γι᾿  αυτόν ποτέ πια ό,τι ήταν και στο παρελθόν. Η ζωή είχε μπει ανάμεσά τους... Τα μάτια του σκοτείνιασαν, και οι πολυσύχναστοι, φωτισμένοι δρόμοι θάμπωσαν μπροστά στα μάτια του. Όταν το αμάξι έφτασε στο θέατρο, τού φάνηκε ότι είχε γεράσει χρόνια ολόκληρα.

7

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, το θέατρο εκείνο το βράδυ ήταν κατάμεστο, και ο χοντρός Εβραίος διευθυντής που τούς υποδέχτηκε στην πόρτα έλαμπε ολόκληρος χαμογελώντας μέχρι τ᾿ αυτιά. Τούς συνόδεψε ως το θεωρείο τους με πομπώδη και γλοιώδη δουλικότητα, κουνώντας τα χοντρά, στολισμένα χέρια του και μιλώντας όσο πιο δυνατά τού επέτρεπαν τα πνευμόνια του. Ο Ντόριαν τον σιχάθηκε περισσότερο από ποτέ. Αισθανόταν λες κι είχε πάει να βρει τη Μιράντα κι έπεσε πάνω στον Κάλιμπαν. Ο λόρδος Χένρυ, από την άλλη μεριά, τον βρήκε μάλλον συμπαθητικό. Τουλάχιστον έτσι δήλωσε, κι επέμεινε να τού σφίξει το χέρι, διαβεβαιώνοντάς τον ότι ήταν περήφανος που γνώριζε έναν άνθρωπο που είχε ανακαλύψει μια πραγματική ιδιοφυΐα και είχε χρεοκοπήσει για να μείνει πιστός σ᾿  έναν ποιητή. Ο Χόλγουορντ διασκέδαζε παρατηρώντας τα πρόσωπα στην πλατεία. Έκανε αποπνικτική ζέστη, και ο τεράστιος πολυέλαιος φώτιζε τη σάλα σαν μια τερατώδης ντάλια με πέταλα από κίτρινη φλόγα. Οι νεαροί στην πλατεία είχαν βγάλει τα σακάκια και τα γιλέκα τους και τα είχαν κρεμάσει στις ράχες των καθισμάτων τους. Μιλούσαν με τούς φίλους τους στην άλλη άκρη τού θεάτρου, και μοιράζονταν τα πορτοκάλια τους με τα φανταχτερά κορίτσια που κάθονταν δίπλα τους. Οι φωνές τους ήταν τρομερά τσιριχτές και παράτονες. Ο κρότος των φελλών που πετάγονταν απ᾿  τα μπουκάλια ακουγόταν συνεχώς από το μπαρ τού θεάτρου.
«Τι μέρος κι αυτό για να βρει κανείς τη θεά του!» είπε ο λόρδος Χένρυ.
«Ναι!» αποκρίθηκε ο Ντόριαν Γκρέυ. «Εδώ τη βρήκα, και είναι θείο πλάσμα, καμιά στον κόσμο δεν τη φτάνει. Όταν αρχίσει να παίζει, θα ξεχάσετε τα πάντα. Αυτοί οι κοινοί και άξεστοι άνθρωποι με τα τραχιά πρόσωπα και τις άτσαλες χειρονομίες, γίνονται εντελώς διαφορετικοί όταν βγαίνει στη σκηνή. Κάθονται σιωπηλοί και την κοιτούν. Κλαίνε και γελάνε σύμφωνα με τη δική της θέληση. Επιδρά πάνω τους αμέσως, σαν τον ήχο τού βιολιού. Τούς κάνει κι αποκτούν πνευματικότητα, και νιώθεις ότι είναι κι αυτοί φτιαγμένοι από την ίδια σάρκα και το ίδιο αίμα όπως κι εσύ».
«Από την ίδια σάρκα και το ίδιο αίμα όπως κι εγώ! Α! Ελπίζω όχι!» αναφώνησε ο λόρδος Χένρυ, που περιεργαζόταν τούς θεατές τού εξώστη με τα κιάλια τής όπερας.
«Μην τού δίνεις σημασία, Ντόριαν» είπε ο ζωγράφος. «Καταλαβαίνω τι εννοείς και πιστεύω σ᾿  αυτή την κοπέλα. Για να την αγαπάς εσύ, πρέπει να είναι υπέροχη, και μια κοπέλα που επιδρά πάνω στους άλλους όπως περιγράφεις, πρέπει να είναι φύση λεπτή κι ευγενική. Να προσφέρεις πνευματικότητα στην εποχή σου - να κάτι που αξίζει όσο τίποτε άλλο. Αν αυτή η κοπέλα μπορεί να δίνει ψυχή σ᾿  εκείνους που τόσο καιρό ζούσαν χωρίς ψυχή, αν μπορεί να δημιουργεί την αίσθηση τής ομορφιάς σε ανθρώπους που οι ζωές τους είναι γεμάτες ασχήμια και αθλιότητα, αν μπορεί να τούς γυμνώνει απ᾿  τον εγωισμό τους και να τούς δανείζει δάκρυα για λύπες που δεν είναι δικές τους, αξίζει όλη σου τη λατρεία, αξίζει τη λατρεία όλου τού κόσμου. Ο γάμος αυτός είναι πολύ ταιριαστός. Στην αρχή δεν το ᾿βλεπα έτσι, αλλά τώρα παραδέχομαι ότι έχεις δίκιο. Οι θεοί έπλασαν τη Σίμπυλ Βέιν για σένα. Χωρίς αυτήν θα ήσουν ατελής».
«Ευχαριστώ, Μπάζιλ» αποκρίθηκε ο Ντόριαν Γκρέυ σφίγγοντάς του το χέρι. «Ήξερα ότι εσύ θα με καταλάβαινες. Ο Χάρυ είναι τόσο κυνικός, που με τρομάζει. Αλλά να, άρχισε να παίζει η ορχήστρα. Είναι απαίσια, ευτυχώς όμως θα παίξει μόνο πέντε λεπτά. Ύστερα θα σηκωθεί η αυλαία και θα δείτε την κοπέλα που θα τής προσφέρω όλη μου τη ζωή, που τής έχω κιόλας προσφέρει καθετί καλό που υπάρχει μέσα μου».
Ένα τέταρτο αργότερα, μέσα σε θυελλώδη χειροκροτήματα, εμφανίστηκε στη σκηνή η Σίμπυλ Βέιν. Ναι, σίγουρα ήταν υπέροχη - ένα από τα πιο υπέροχα πλάσματα που έχω δει ποτέ, συλλογίστηκε ο λόρδος Χένρυ. Με την ντροπαλή της χάρη και τα φοβισμένα μάτια θύμιζε ελαφάκι. Μόλις αντίκρισε το κατάμεστο θέατρο με το ενθουσιώδες κοινό, ένα αχνό κοκκίνισμα, σαν τη σκιά ενός ρόδου μέσα σε ασημένιο καθρέφτη, κάλυψε τα μάγουλά της. Έκανε λίγα βήματα πίσω και τα χείλη της έμοιαζαν να τρέμουν. Ο Μπάζιλ Χόλγουορντ σηκώθηκε κι άρχισε να χειροκροτά. Ασάλευτος, σαν μέσα σ᾿  όνειρο, ο Ντόριαν Γκρέυ καθόταν και την κοίταζε. Ο λόρδος Χένρυ την κοίταζε με τα κιάλια του μουρμουρίζοντας: «Γοητευτική! Γοητευτικότατη!»
Η σκηνή διαδραματιζόταν στη μεγάλη αίθουσα τού σπιτιού τού Καπουλέτου, και ο Ρωμαίος ντυμένος προσκυνητής είχε μπει με τον Μερκούτιο και τούς άλλους φίλους του. Η ορχήστρα έπαιξε όπως όπως λίγα μέτρα, και ο χορός άρχισε. Ανάμεσα στο πλήθος των άχαρων, κακοντυμένων ηθοποιών, η Σίμπυλ Βέιν κινιόταν σαν πλάσμα από έναν κόσμο άλλο, πιο ωραίο και πιο ευγενικό. Καθώς χόρευε, το κορμί της λικνιζόταν σαν φυτό που σαλεύει μέσα στο νερό. Οι καμπύλες τού λαιμού της ήταν οι καμπύλες ενός λευκού κρίνου. Τα χέρια της έμοιαζαν πλασμένα από δροσερό φίλντισι.
Κι ωστόσο ήταν περίεργα άτονη. Δεν έδειξε το παραμικρό σημάδι χαράς όταν τα μάτια της έπεσαν πάνω στον Ρωμαίο. Τα λίγα λόγια που έπρεπε να πει:
 
Προσκυνητή μου, τ᾿  αυστηρά σου λόγια αδικούνε
τα χέρια σου, που ευλαβικά δείξαν το σεβασμό τους.
Κι οι άγιες χέρια έχουνε που οι πιστοί μπορούνε
ν᾿  αγγίξουν, κι είναι το άγγιγμα αυτό ο ασπασμός τους
 
όπως και τον σύντομο διάλογο που ακολουθεί, τα είπε με τρόπο εντελώς θεατρινίστικο. Η φωνή της ήταν εξαίσια, αλλά ο τόνος της ψεύτικος κι ο χρωματισμός της λαθεμένος. Αφαιρούσε απ᾿ τούς στίχους κάθε ζωντάνια. Και το πάθος έμοιαζε αφύσικο.
Ο Ντόριαν Γκρέυ χλώμιασε καθώς την παρακολουθούσε. Ήταν απορημένος και ανήσυχος. Κανένας από τούς φίλους του δεν τολμούσε να τού μιλήσει. Τούς φαινόταν τελείως ατάλαντη. Είχαν απογοητευτεί τρομερά.
Ωστόσο, ένιωθαν ότι η σκηνή που μια Ιουλιέτα δείχνει το ταλέντο της είναι η σκηνή τού μπαλκονιού στη δεύτερη πράξη. Και την περίμεναν. Αν αποτύχαινε εκεί, σήμαινε ότι δεν άξιζε τίποτα.
Όταν εμφανίστηκε στο μπαλκόνι με το φως τού φεγγαριού, ήταν πολύ γοητευτική. Αυτό κανείς δεν μπορούσε να το αρνηθεί.
Αλλά ο θεατρινίστικος τρόπος που έπαιζε ήταν ανυπόφορος, κι όσο προχωρούσε η σκηνή χειροτέρευε. Οι κινήσεις της γίνονταν όλο και πιο γελοία τεχνητές. Έδινε υπερβολική έμφαση στο καθετί που έλεγε. Το όμορφο κομμάτι:
 
Ξέρε πως αν δε μού ᾿κρυβε το πρόσωπο η μάσκα
τής νύχτας, θα βαφότανε η όψη μου στο χρώμα
που ᾿ χει η ντροπή των κοριτσιών, με όσα είπα απόψε -
 
το απήγγειλε με την οδυνηρή ακρίβεια μιας μαθήτριας που έμαθε να απαγγέλλει από έναν κακό καθηγητή. Όταν ακούμπησε στο παραπέτο τού μπαλκονιού κι έφτασε σ᾿  εκείνους τούς υπέροχους στίχους:
 
Παρ᾿  όλη τη χαρά που μού χαρίζεις
δε χαίρομαι το σμίξιμο ετούτο μες στη νύχτα.
Ήρθε τόσο αναπάντεχα, με τόση ορμή... και μοιάζει
 μ᾿  αστραπή που χάνεται πριν πει κανείς «αστράφτει».
Γλυκέ μου, καληνύχτα σου! Ετούτο το μπουμπούκι
τού έρωτα, η ανάσα τού καλοκαιριού να το ᾿χει
κάνει λουλούδι υπέροχο, όταν ξαναβρεθούμε-*

*(Τα αποσπάσματα από το Ρωμαίος και Ιουλιέτα είναι σε μετάφραση τού Δημήτρη Μαυρίκιου). [Σ]

τούς πρόφερε σαν να μην είχαν κανένα νόημα για κείνην. Δεν ήταν από νευρικότητα. Ίσα ίσα, όχι μόνο δεν ήταν καθόλου νευρική, αλλά έδειχνε και απολύτως ικανοποιημένη με τον εαυτό της. Απλούστατα, έπαιζε άσχημα. Η ερμηνεία της ήταν μια οικτρή αποτυχία.
Ακόμη και το λαϊκό, αμόρφωτο κοινό τής πλατείας και τού εξώστη είχε χάσει κάθε ενδιαφέρον για το έργο. Οι θεατές άρχισαν να βαριούνται, να μιλούν δυνατά και να σφυρίζουν. Ο Εβραίος διευθυντής που στεκόταν στο πίσω μέρος του εξώστη, χτυπούσε τα πόδια του στο πάτωμα κι έβριζε με μανία. Η μόνη που έμενε ασυγκίνητη ήταν η ίδια η κοπέλα.
Όταν τελείωσε η δεύτερη πράξη, ξέσπασε μια θύελλα σφυριγμάτων, και ο λόρδος Χένρυ σηκώθηκε απ᾿  το κάθισμά του και φόρεσε το πανωφόρι του. «Είναι πολύ όμορφη, Ντόριαν» είπε, «αλλά δεν ξέρει να παίξει. Ας φύγουμε».
«Εγώ θα καθίσω μέχρι το τέλος» αποκρίθηκε ο νέος με φωνή σκληρή και πικραμένη. «Λυπάμαι πάρα πολύ που σ᾿  έκανα να χάσεις το βράδυ σου, Χάρυ. Ζητώ συγνώμη κι απ᾿  τούς δυο σας».
 «Αγαπητέ μου Ντόριαν, θα έλεγα ότι η δεσποινίς Βέιν είναι άρρωστη απόψε» τον διέκοψε ο Χόλγουορντ. «Θα έρθουμε να τη δούμε κάποιο άλλο βράδυ».
«Μακάρι να ᾿ταν άρρωστη» είπε εκείνος. «Αλλά μού φαίνεται απλούστατα αναίσθητη και ψυχρή. Είναι εντελώς αλλαγμένη. Χτες το βράδυ ήταν μια μεγάλη καλλιτέχνις. Απόψε δεν είναι παρά μια μετριότατη θεατρίνα τής σειράς».
«Μη μιλάς έτσι για κάποια που αγαπάς, Ντόριαν. Ο έρωτας είναι κάτι πολύ πιο όμορφο απ᾿  την τέχνη».
«Και τα δυο είναι μορφές μίμησης» παρατήρησε ο λόρδος Χένρυ. «Ας φύγουμε όμως, Ντόριαν, δεν πρέπει να μείνεις άλλο εδώ. Δεν κάνει καθόλου καλό στο ηθικό μας η κακή ηθοποιία. Κι ύστερα, δε φαντάζομαι ότι θα ᾿θελες να παίζει η γυναίκα σου στο θέατρο. Τι σημασία έχει λοιπόν αν παίζει την Ιουλιέτα σαν ξύλινη κούκλα; Είναι πολύ ωραία, κι αν ξέρει τόσο λίγα για τη ζωή, όσα και για την τέχνη τού ηθοποιού, θα ᾿ναι για σένα μια υπέροχη εμπειρία. Υπάρχουν μόνο δύο είδη ανθρώπων που είναι στ᾿  αλήθεια μαγευτικοί - οι άνθρωποι που ξέρουν τα πάντα και οι άνθρωποι που δεν ξέρουν απολύτως τίποτα. Για τ᾿  όνομα τού Θεού, αγαπητό μου παιδί, μην παίρνεις αυτό το σπαραξικάρδιο ύφος! Το μυστικό για να μείνεις νέος παντοτινά είναι να μην έχεις ποτέ συναισθήματα που δε σού ταιριάζουν. Έλα με τον Μπάζιλ κι εμένα στη λέσχη. Θα καπνίσουμε τσιγάρα και θα πιούμε στην ομορφιά τής Σίμπυλ Βέιν. Γιατί είναι πραγματικά πολύ όμορφη. Τι περισσότερο θέλεις;»
«Φύγε, Χάρυ!» φώναξε το αγόρι. «Θέλω να μείνω μόνος. Μπάζιλ, πρέπει να φύγεις κι εσύ. Αχ! Δε βλέπετε ότι η καρδιά μου έχει ραγίσει;» Καυτά δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του. Τα χείλη του άρχισαν να τρέμουν, και ορμώντας στο πίσω μέρος τού θεωρείου, έγειρε στον τοίχο, κρύβοντας το πρόσωπο στα χέρια του.
«Ας φύγουμε εμείς, Μπάζιλ» είπε ο λόρδος Χένρυ, με μια παράξενη τρυφερότητα στη φωνή του. Και οι δυο άντρες βγήκαν μαζί από το θεωρείο.
Λίγα λεπτά αργότερα, τα φώτα τής ράμπας άναψαν και σηκώθηκε η αυλαία για την τρίτη πράξη. Ο Ντόριαν Γκρέυ επέστρεψε στη θέση του. Ήταν χλωμός, περήφανος κι αδιάφορος. Το έργο συνεχιζόταν βαρετό, έμοιαζε ατέλειωτο. Το μισό κοινό έφυγε, διασχίζοντας την αίθουσα με βαριά βήματα και γελώντας. Η παράσταση ήταν ένα φιάσκο. Η τελευταία πράξη παίχτηκε με τούς πάγκους τής πλατείας σχεδόν άδειους. Η αυλαία έπεσε ανάμεσα σε χάχανα και φωνές.
Αμέσως μετά, ο Ντόριαν Γκρέυ όρμησε στα παρασκήνια. Η κοπέλα καθόταν στο καμαρίνι μόνη της και στο πρόσωπό της ήταν ζωγραφισμένη μια έκφραση θριάμβου. Τα μάτια της έλαμπαν με μια εξαίσια φλόγα. Ακτινοβολούσε ολόκληρη. Τα μισάνοιχτα χείλη της χαμογελούσαν σε κάποιο μυστικό που ήξεραν μόνο εκείνα. Μόλις μπήκε ο Ντόριαν, τον κοίταξε και το πρόσωπό της πήρε μια έκφραση ατέλειωτης χαράς. «Τι άσχημα που έπαιξα απόψε, Ντόριαν!» φώναξε.
«Φριχτά!» αποκρίθηκε εκείνος, κοιτάζοντάς την κατάπληκτος - «φριχτά! Η παράσταση ήταν απαίσια. Είσαι άρρωστη; Δεν έχεις ιδέα τι βασανιστήριο ήταν να σε βλέπω. Δεν έχεις ιδέα πόσο υπέφερα».
Η κοπέλα χαμογέλασε. «Ντόριαν» είπε, προφέροντας αργά τ᾿ όνομά του, με μια μακρόσυρτη μουσικότητα στη φωνή της, λες κι ήταν πιο γλυκό κι απ᾿  το μέλι για τα κόκκινα πέταλα των χειλιών της - «Ντόριαν, θα ᾿πρεπε να το ᾿χεις καταλάβει. Τώρα όμως το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;»
«Να καταλάβω τι πράγμα;» ρώτησε εκείνος με θυμό.
«Για ποιο λόγο ήμουν τόσο κακή απόψε. Για ποιο λόγο θα είμαι πάντα κακή από δω και πέρα. Για ποιο λόγο δε θα ξαναπαίξω ποτέ καλά».
Εκείνος σήκωσε τούς ώμους. «Είσαι άρρωστη, μού φαίνεται. Όταν είσαι άρρωστη, δεν πρέπει να παίζεις. Γίνεσαι γελοία. Οι φίλοι μου βαρέθηκαν. Κι εγώ βαρέθηκα».
Η Σίμπυλ έμοιαζε να μην τον ακούει. Ήταν μεταμορφωμένη απ᾿  τη χαρά της. Μια έκσταση ευτυχίας την κυριαρχούσε.
«Ντόριαν, Ντόριαν» φώναξε, «πριν σε γνωρίσω, το να παίζω ήταν η μόνη αλήθεια τής ζωής μου. Μόνο στο θέατρο ζούσα. Νόμιζα ότι όλα ήταν αληθινά. Τη μια βραδιά ήμουν Ροζαλίντα, την άλλη Πόρσια (1). Η χαρά τής Βεατρίκης (2) ήταν και δική μου χαρά, και οι λύπες τής Κορδέλια (3) ήταν κι αυτές δικές μου. Τα πίστευα όλα. Οι κοινοί άνθρωποι που έπαιζαν μαζί μου μού φαίνονταν θεϊκοί. Τα ζωγραφισμένα σκηνικά ήταν ο κόσμος μου. Δε γνώριζα τίποτ᾿  άλλο παρά σκιές και τις πίστευα αληθινές. Ύστερα ήρθες εσύ - αχ, εσύ, όμορφη αγάπη μου! - κι ελευθέρωσες την ψυχή μου απ᾿  τη φυλακή της. Μού έμαθες ποια είναι στ᾿  αλήθεια η πραγματικότητα. Απόψε, πρώτη φορά στη ζωή μου, είδα την κενότητα, την ψευτιά, την ανοησία αυτής τής κούφιας θεατρικής επίδειξης όπου έπαιζα ως τώρα. Απόψε, για πρώτη φορά, συνειδητοποίησα ότι ο Ρωμαίος ήταν απαίσιος, και γέρος, και μπογιατισμένος, ότι το φεγγαρόφωτο στον κήπο ήταν ψεύτικο, ότι τα σκηνικά ήταν πρόστυχα, ότι τα λόγια που έπρεπε να πω δεν ήταν αληθινά, δεν ήταν δικά μου λόγια, δεν ήταν αυτά που εγώ ήθελα να πω. Εσύ μου έφερες κάτι ανώτερο, κάτι που όλη η τέχνη δεν είναι παρά η φτωχή αντανάκλασή του. Μ᾿  έκανες να καταλάβω τι είναι στ᾿  αλήθεια ο έρωτας. Αγάπη μου! Αγάπη μου! Χαριτωμένε Πρίγκιπα! Πρίγκιπα τής ζωής! Τις βαρέθηκα τις σκιές. Εσύ είσαι για μένα κάτι πολύ παραπάνω απ᾿  όλη την τέχνη τού κόσμου. Τι κοινό έχω εγώ με τις μαριονέτες ενός έργου; Όταν βγήκα στη σκηνή απόψε, δεν μπορούσα να καταλάβω τι έγινε και δεν ένιωθα πια το ρόλο μου. Πίστευα ότι θα ᾿μουν υπέροχη. Κι ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Ξαφνικά, η ψυχή μου φωτίστηκε και τα κατάλαβε όλα. Ήταν κάτι εξαίσιο. Τούς άκουγα να σφυρίζουν και χαμογελούσα. Τι μπορούσαν αυτοί να καταλάβουν από μιαν αγάπη σαν τη δική μας; Πάρε με μακριά, Ντόριαν - πάρε με μαζί σου, πάρε με κάπου που να μπορούμε να είμαστε ολομόναχοι. Τη μισώ τη σκηνή. Θα μπορούσα να μιμηθώ ένα πάθος που δε νιώθω, μα δεν μπορώ να μιμηθώ αυτό το πάθος που με καίει σαν φωτιά. Αχ, Ντόριαν, Ντόριαν, καταλαβαίνεις τώρα τι σημαίνει αυτό; Ακόμη και να μπορούσα, θα το ᾿νιωθα σαν ιεροσυλία να παίξω την ερωτευμένη. Εσύ μ᾿  έκανες να το καταλάβω αυτό».

(1) Πόρσια: Ηρωίδα  στο έργο τού Σαίξπηρ "Ο έμπορος τής Βενετίας".  Μια πλούσια κληρονόμος που για χάρη τού νεαρού  Μπασάνιο που θέλει να τής κλέψει την καρδιά, ο Έμπορος τής Βενετίας δανείζεται από τον Εβραίο τοκογλύφο Σάιλοκ (που τον μισεί) χρήματα, με τον όρο ότι αν δεν μπορέσει να τον ξεπληρώσει σε ορισμένο χρόνο, θα  πάρει ο Σάιλοκ μια λίβρα σάρκα από το σώμα του. Στο δικαστήριο η Πόρσια μεταμορφωμένη σε μελετητή τού νόμου, θα σώσει τον έμπορο, λέγοντας  ότι η συμφωνία είναι μια λίβρα σάρκας, αλλά δεν περιλαμβάνει τον όρο να χυθεί αίμα.

(2 ) Βεατρίκη:Ηρωίδα στην  κωμωδία τού Σαίξπηρ "Πολύ κακό το για τίποτα" (Αυτό το έργο κι αν είναι μπερδουκλωμένο κατά τις Σαιξπήριες συνταγές) 

(3) Κορδέλια: Από την τραγωδία τού Σαίξπηρ "Ο βασιλιάς Ληρ". Η μικρότερη και αποκληρωμένη από τον πατέρα της βασιλιά Ληρ,  από την οποία κοντά στο τέλος τής ζωής του θα βρει αγάπη και στοργή. Και όταν σε μία από  στις συνηθισμένες στο Σαίξπηρ συγκρούσεις η Κορδέλια δολοφονείται, ο πατέρας της ξεψυχά κρατώντας το σώμα της στην αγκαλιά του.

Ο Ντόριαν Γκρέυ σωριάστηκε στον καναπέ και γύρισε το πρόσωπό του απ᾿  την άλλη. «Σκότωσες την αγάπη μου» μουρμούρισε.
Εκείνη τον κοίταξε απορημένη και γέλασε. Δεν τής απάντησε. Η Σίμπυλ τον πλησίασε και με τα μικρά της δάχτυλα χάιδεψε τα μαλλιά του. Γονάτισε κι έσφιξε τα χέρια του πάνω στα χείλη της. Εκείνος τα τράβηξε απότομα κι ένα ρίγος τον διαπέρασε.
Ύστερα πετάχτηκε πάνω και πήγε στην πόρτα. «Ναι» φώναξε, «σκότωσες την αγάπη μου. Πριν κινούσες τη φαντασία μου. Τώρα δε μού κινείς ούτε καν την περιέργεια. Μ᾿  αφήνεις εντελώς αδιάφορο. Σ᾿ αγαπούσα γιατί ήσουν υπέροχη, γιατί είχες πνεύμα, ήσουν ιδιοφυΐα, γιατί έδινες ζωή στα όνειρα των μεγάλων ποιητών, μορφή και ουσία στους ίσκιους τής τέχνης. Τα κατέστρεψες όλα. Είσαι ρηχή και ανόητη. Θεέ μου! Τι τρελός που ήμουν να σ᾿  αγαπήσω! Τι ηλίθιος! Δεν είσαι τίποτα για μένα τώρα πια. Δε θα σε ξαναδώ ποτέ. Δε θα σε ξανασκεφτώ ποτέ. Ποτέ δε θα αναφέρω ξανά τ᾿  όνομά σου. Δεν ξέρεις τι ήσουν για μένα, κάποτε... Γιατί... Α! Δεν μπορώ ούτε να το σκέφτομαι! Μακάρι να μη σ᾿  είχαν ποτέ αντικρίσει τα μάτια μου! Κατέστρεψες τον έρωτα τής ζωής μου. Πόσο λίγο ξέρεις από αγάπη, για να λες ότι καταστρέφει την τέχνη σου! Χωρίς την τέχνη σου δεν είσαι τίποτα. Θα σ᾿  έκανα διάσημη, υπέροχη, μεγάλη. Ο κόσμος θα σε λάτρευε σαν θεά και θα ᾿χες τ᾿  όνομά μου. Τι είσαι τώρα; Μια θεατρίνα τρίτης κατηγορίας μ᾿  ένα χαριτωμένο προσωπάκι».
Η κοπέλα έγινε κατάχλωμη κι άρχισε να τρέμει. Έσφιξε σπασμωδικά τα χέρια της, και η φωνή της θαρρείς και σκάλωσε στο λαιμό της. «Δε μιλάς σοβαρά, Ντόριαν, έτσι δεν είναι;» μουρμούρισε. «Παίζεις θέατρο».
«Παίζω θέατρο! Αυτό τ᾿  αφήνω σ᾿  εσένα. Τα καταφέρνεις τόσο καλά!» απάντησε εκείνος πικρά.
Η Σίμπυλ σηκώθηκε, και με μια έκφραση πόνου και ικεσίας στο πρόσωπό της διέσχισε το δωμάτιο και τον πλησίασε. Ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του και τον κοίταξε στα μάτια. Εκείνος την έσπρωξε πίσω. «Μη μ᾿  αγγίζεις!» φώναξε.
Ένα σιγανό βογκητό ξέφυγε απ᾿  τα χείλη της, ρίχτηκε στα πόδια του κι έμεινε εκεί σαν ποδοπατημένο λουλούδι. «Ντόριαν, Ντόριαν, μη μ᾿  αφήνεις!» ψιθύρισε. «Λυπάμαι πολύ που δεν έπαιξα καλά. Σε σκεφτόμουν συνέχεια και δεν μπορούσα να παίξω. Αλλά θα προσπαθήσω - αλήθεια σού λέω, θα προσπαθήσω. Ήρθε τόσο ξαφνικά η αγάπη μου για σένα. Νομίζω ότι δε θα το καταλάβαινα ποτέ αν δε μ᾿  είχες φιλήσει - αν δεν είχαμε φιληθεί. Φίλησέ με πάλι, αγάπη μου. Μη φεύγεις από κοντά μου. Δε θα το αντέξω. Αχ! Μη μού φεύγεις! Ο αδελφός μου... Όχι, δεν έχει σημασία. Δεν το εννοούσε στ᾿  αλήθεια. Αστειευόταν... Αλλά εσύ, αχ! δεν μπορείς να με συγχωρέσεις που δεν έπαιξα καλά απόψε; Θα δουλέψω πολύ σκληρά, θα προσπαθήσω να γίνω καλύτερη. Μην είσαι σκληρός μαζί μου, σ᾿  αγαπώ περισσότερο απ᾿  οτιδήποτε στον κόσμο. Στο κάτω κάτω, μόνο μια φορά δε σ᾿  ευχαρίστησα. Αλλά έχεις δίκιο, Ντόριαν. Έπρεπε να σταθώ σαν αληθινή ηθοποιός. Ήταν ανοησία μου, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Αχ, μη μ᾿  αφήνεις, μη μ᾿  αφήνεις!» Ένας παροξυσμός από βίαιους λυγμούς την έπνιξε. Ήταν κουλουριασμένη στο πάτωμα σαν πληγωμένο ζωάκι κι ο Ντόριαν Γκρέυ την κοίταζε περιφρονητικά με τα όμορφα μάτια του, ενώ στα σμιλεμένα του χείλη ζωγραφίστηκε μια απέραντη αποστροφή. Υπάρχει πάντα κάτι γελοίο στα αισθήματα για τούς  ανθρώπους  που έχουμε πάψει ν᾿  αγαπάμε. Η Σίμπυλ Βέιν τού φαινόταν παράλογα μελοδραματική. Τα δάκρυα και οι λυγμοί της τον ενοχλούσαν.
«Φεύγω» είπε στο τέλος, με την ήρεμη, καθαρή φωνή του. «Δε θέλω να φανώ σκληρός, μα δεν μπορώ να σε ξαναδώ. Με απογοήτευσες».
Εκείνη έκλαιγε σιωπηλά και δεν απάντησε, σύρθηκε μονάχα λίγο πιο κοντά του. Τα μικρά της χέρια απλώθηκαν μπροστά στα τυφλά κι έμοιαζε να τον αναζητούν. Εκείνος έκανε μεταβολή και βγήκε απ᾿  το δωμάτιο. Σε λίγα λεπτά, βρισκόταν κιόλας έξω από το θέατρο.
Ούτε κι ο ίδιος ήξερε πού πήγαινε. Αργότερα θυμήθηκε πως περιπλανήθηκε σε κακοφωτισμένους δρόμους, πέρασε από χαμηλές, σκοτεινές στοές γεμάτες μαύρους ίσκιους και σπίτια που έμοιαζαν κακόφημα.
……………………………………………………………………………………………………………………………….....................................................................................
Σε λίγο, σταμάτησε ένα μόνιππο να τον πάει σπίτι του.
Καθώς γυρνούσε το χερούλι τής πόρτας, το βλέμμα του έπεσε πάνω στο πορτρέτο που τού είχε ζωγραφίσει ο Μπάζιλ Χόλγουορντ. Σταμάτησε απότομα, σαν ξαφνιασμένος. Ύστερα μπήκε στο δωμάτιό του, με ύφος κάπως απορημένο. Έβγαλε το λουλούδι απ᾿  την μπουτονιέρα του και φάνηκε να διστάζει. Στο τέλος, γύρισε πίσω, πλησίασε το πορτρέτο και το κοίταξε προσεκτικά. Στο αχνό φως που προσπαθούσε με δυσκολία να περάσει μέσ᾿  απ᾿  τα μεταξωτά κρεμ στόρια, το πρόσωπο τού φάνηκε λιγάκι αλλαγμένο. Η έκφραση έμοιαζε διαφορετική. Θα ᾿λεγε κανείς ότι γύρω απ᾿  το στόμα είχε αποτυπωθεί κάποια σκληρότητα. Ήταν πραγματικά παράξενο.
Έκανε μεταβολή, πλησίασε το παράθυρο και τράβηξε τις κουρτίνες. Η λαμπερή αυγή πλημμύρισε το δωμάτιο κι έδιωξε τις φανταστικές σκιές στις σκοτεινές γωνίες, όπου έμειναν κρυμμένες και τρεμάμενες. Κι ωστόσο, η παράξενη έκφραση που είχε διακρίνει στο πορτρέτο έμοιαζε να παραμένει εκεί, να γίνεται ακόμη πιο έντονη. Το τρεμουλιαστό, φλόγινο φως τού ήλιου τού φανέρωσε τις γραμμές τής σκληρότητας γύρω απ᾿  το στόμα τόσο καθαρά, λες και κοιτούσε ο ίδιος σ᾿  έναν καθρέφτη ύστερα από μια φριχτή πράξη.
Το πρόσωπό του συσπάστηκε, και παίρνοντας από το τραπέζι έναν οβάλ καθρέφτη κορνιζαρισμένο με φιλντισένιους ερωτιδείς, ένα απ᾿  τα πολλά δώρα που του είχε κάνει ο λόρδος Χένρυ, κοίταξε με βιάση στα γυαλιστερά του βάθη. Καμιά παρόμοια γραμμή δεν παραμόρφωνε τα κόκκινα χείλη του. Τι σήμαινε αυτό;
Έτριψε τα μάτια του, πλησίασε το πορτρέτο και το κοίταξε ξανά με προσοχή. Δε βρήκε κανένα σημάδι αλλαγής στον πίνακα, αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία πως η έκφρασή του είχε αλλοιωθεί. Δεν ήταν ιδέα του. Η αλλαγή ήταν ολοφάνερη.
Σωριάστηκε σε μια καρέκλα κι άρχισε να σκέφτεται. Ξαφνικά, τού ήρθαν στο μυαλό τα λόγια που είχε πει στο ατελιέ τού Μπάζιλ Χόλγουορντ τη μέρα που τέλειωσε το πορτρέτο. Ναι, ναι, τα θυμόταν πολύ καθαρά. Είχε ξεστομίσει την τρελή επιθυμία να μείνει νέος για πάντα ο ίδιος και να γεράσει το πορτρέτο, η δική του ομορφιά να μείνει αλώβητη και το πρόσωπο στο μουσαμά να σηκώσει το βάρος των παθών και των αμαρτιών του, το ζωγραφισμένο είδωλο να σημαδευτεί απ᾿  τις γραμμές τού πόνου και τής σκέψης, και ο ίδιος να διατηρήσει όλο τον λεπτό ανθό και την ομορφιά τής νιότης που μόλις είχε συνειδητοποιήσει πως κατείχε. Μήπως η επιθυμία του είχε εκπληρωθεί; Μα τέτοια πράγματα δε γίνονται. Τού φαινόταν τερατώδες ακόμη και να το σκέφτεται. Αλλά πάλι, είχε μπροστά του το πορτρέτο του και γύρω απ᾿  το στόμα είχε αποτυπωθεί μια έκφραση σκληρότητας.
Σκληρότητα! Είχε φανεί σκληρός; Το σφάλμα ήταν τής κοπέλας, δεν ήταν δικό του. Εκείνος την είχε ονειρευτεί μεγάλη καλλιτέχνιδα, τής είχε δώσει την αγάπη του, γιατί την πίστεψε μεγάλη ηθοποιό. Και εκείνη τον είχε απογοητεύσει. Είχε φανεί ρηχή και ανάξια. Κι όμως, ένα αίσθημα απέραντης μεταμέλειας τον πλημμύρισε μόλις τη σκέφτηκε πεσμένη στα πόδια του να κλαίει με λυγμούς σαν παιδάκι. Θυμήθηκε με τι ψυχρότητα και αδιαφορία την παρακολουθούσε. Γιατί ήταν φτιαγμένος έτσι; Γιατί τού είχε δοθεί μια τέτοια ψυχή; Όμως, κι εκείνος είχε υποφέρει. Τις τρεις ώρες που είχε κρατήσει το έργο, είχε ζήσει αιώνες πόνου, χιλιετίες βασανιστηρίων. Η ζωή του άξιζε τουλάχιστον όσο και η δική της. Αν εκείνος την είχε πληγώσει για μια ολόκληρη ζωή, εκείνη τον είχε συντρίψει για μια στιγμή. Άλλωστε, οι γυναίκες - σε αντίθεση με τους άντρες - είναι πλασμένες για να υποφέρουν. Ζουν με τα συναισθήματά τους. Σκέφτονται μόνο τα συναισθήματά τους. Όταν αποκτούν έναν εραστή, το κάνουν απλώς και μόνο για να ᾿χουν κάποιον να τού κάνουνε σκηνές. Ο λόρδος Χένρυ τού το είχε πει αυτό, και ο λόρδος Χένρυ ήξερε καλά τι είναι οι γυναίκες. Για ποιο λόγο να στεναχωριέται ακόμη για τη Σίμπυλ Βέιν; Δε σήμαινε τίποτα γι᾿  αυτόν τώρα πια.
Αλλά το πορτρέτο; Τι να πει γι᾿  αυτό το πορτρέτο; Κρατούσε το μυστικό τής ζωής του κι αποκάλυπτε την ιστορία του. Τον είχε μάθει να αγαπάει την ομορφιά του. Θα τον μάθαινε άραγε τώρα να μισεί την ψυχή του; Θα τολμούσε να το αντικρίσει ξανά;
Όχι. Ήταν απλώς μια ψευδαίσθηση που τού δημιουργούσαν οι ταραγμένες του αισθήσεις. Η φριχτή νύχτα που είχε περάσει, άφησε πίσω της φαντάσματα και σκιές. Ξαφνικά, είχε μπει στο μυαλό του εκείνη η μικρούτσικη πορφυρή κηλίδα που κάνει τούς ανθρώπους να τρελαίνονται. Το πορτρέτο δεν είχε αλλάξει. Ήταν παραφροσύνη να το νομίζει.
Κι όμως, το πορτρέτο τον κοιτούσε με το όμορφο, παραμορφωμένο του πρόσωπο και το σκληρό χαμόγελο. Τα λαμπερά μαλλιά του άστραφταν στο πρώτο φως τού ήλιου. Τα γαλάζια του μάτια συνάντησαν τα δικά του. Μια αίσθηση απέραντης λύπης, όχι για τον εαυτό του, αλλά για το ζωγραφισμένο είδωλο τού εαυτού του, τον πλημμύρισε. Είχε ήδη αλλάξει και θ᾿  άλλαζε κι άλλο. Το χρυσάφι του θα μαραινόταν και θα γινόταν γκρίζο. Τα λευκά και πορφυρά του ρόδα θα πέθαιναν. Για κάθε του αμαρτία, μια κηλίδα θα λέρωνε και θα κατάστρεφε την ομορφιά τού ειδώλου του. Αυτός όμως δε θα αμάρτανε. Το πορτρέτο αυτό, αλλαγμένο ή όχι, θα ήταν γι᾿  αυτόν το ορατό έμβλημα τής συνείδησής του. Θα αντιστεκόταν στους πειρασμούς. Δε θα ξανάβλεπε το λόρδο Χένρυ - ή τουλάχιστον, δε θα ᾿δινε σημασία σ᾿  εκείνες τις ύπουλες, φαρμακερές θεωρίες που τού είχαν ξυπνήσει για πρώτη φορά το πάθος για πράγματα αδύνατα στον κήπο τού Μπάζιλ Χόλγουορντ. Θα ξαναγυρνούσε στη Σίμπυλ Βέιν, θα επανόρθωνε το σφάλμα του, θα την παντρευόταν, θα προσπαθούσε να την αγαπήσει ξανά. Ναι, ήταν καθήκον του να το κάνει. Εκείνη πρέπει να  ᾿χε υποφέρει πολύ περισσότερο απ᾿  αυτόν. Καημένο παιδί! Τής είχε φερθεί εγωιστικά και σκληρά. Η γοητεία που είχε ασκήσει πάνω του θα ξαναγύριζε. Θα ήταν ευτυχισμένοι. Η ζωή του μαζί της θα ήταν όμορφη και αγνή.
Σηκώθηκε από την καρέκλα του κι έσυρε ένα μεγάλο παραβάν μπροστά στο πορτρέτο, ανατριχιάζοντας καθώς το αντίκρισε πάλι. «Τι τρομερό!» μουρμούρισε, και πήγε στην μπαλκονόπορτα και την άνοιξε. Μόλις βγήκε στον κήπο και πάτησε το γρασίδι, πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο δροσερός αέρας τού πρωινού τού φαινόταν πως έδιωχνε μακριά όλα τα σκοτεινά του πάθη. Σκεφτόταν μόνο τη Σίμπυλ Βέιν. Μια απαλή ηχώ τής αγάπης του ξαναγύρισε στην καρδιά του. Επανέλαβε τ᾿ όνομά της, πολλές φορές. Τα πουλιά που κελαηδούσαν στον δροσόλουστο κήπο έμοιαζε να μιλούν με τα λουλούδια για κείνην.

8

Όταν ξύπνησε, ήταν περασμένο μεσημέρι. Ο καμαριέρης του είχε μπει αρκετές φορές στις μύτες των ποδιών στην κρεβατοκάμαρα για να δει αν είχε ξυπνήσει, κι αναρωτιόταν για ποιο λόγο ο νεαρός του κύριος κοιμόταν μέχρι τόσο αργά. Κάποτε επιτέλους, χτύπησε το κουδούνι και ο Βίκτωρ μπήκε αθόρυβα, μ᾿  ένα φλιτζάνι τσάι και μια στοίβα γράμματα σ᾿  έναν μικρό δίσκο από παλιά πορσελάνη των Σεβρών, κι άνοιξε τις σατέν κουρτίνες στο χρώμα τής ελιάς, με τις γυαλιστερές γαλάζιες μπορντούρες, που κρέμονταν στα τρία ψηλά παράθυρα.
«Ο κύριος κοιμήθηκε καλά σήμερα» είπε χαμογελώντας.
«Τι ώρα είναι, Βίκτωρ;» ρώτησε νυσταγμένος ο Ντόριαν Γκρέυ. «Μία και τέταρτο, κύριε».
Τι αργά που ήταν! Ανακάθισε στο κρεβάτι του, και αφού ήπιε μερικές γουλιές τσάι, έριξε μια ματιά στην αλληλογραφία του. Ανάμεσα στα γράμματα ήταν κι ένα τού λόρδου Χένρυ και το είχε φέρει κάποιος υπηρέτης εκείνο το πρωί. Δίστασε για λίγο, κι έπειτα το έβαλε στην άκρη. Τα άλλα τα άνοιξε βαρύθυμα. Περιείχαν τη συνηθισμένη συλλογή από επισκεπτήρια, προσκλήσεις σε δείπνο, εισιτήρια για ιδιωτικές παραστάσεις, προγράμματα φιλανθρωπικών κοντσέρτων, και άλλα παρόμοια, που κάθε πρωί πέφτουν βροχή στους νέους τής μόδας όσο διαρκεί η κοσμική σεζόν τού Λονδίνου. Υπήρχε κι ένας αρκετά ψηλός λογαριασμός για κάποια ασημοσκαλισμένα σετ τουαλέτας, εποχής Λουδοβίκου ΙΕ΄, που δεν είχε βρει ακόμη το κουράγιο να τα στείλει στους κηδεμόνες του - ήταν ιδιαίτερα παλαιών αρχών και δεν καταλάβαιναν ότι ζούμε σε μια εποχή που τα άχρηστα πράγματα είναι τα μόνα απολύτως αναγκαία για τη ζωή μας. Υπήρχαν επίσης μερικές πολύ ευγενικές επιστολές από τούς δανειστές τής Τζέρμιν Στριτ, που προσφέρονταν να τού δανείσουν αμέσως οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, και μάλιστα με τα πιο λογικά και συμφέροντα επιτόκια.
Σε δέκα λεπτά περίπου, σηκώθηκε, και φορώντας μια κομψή ρόμπα από κασμίρι με μεταξωτά κεντήματα, πέρασε στο μπάνιο που το πάτωμά του ήταν από όνυχα. Το δροσερό νερό τον αναζωογόνησε μετά τον πολύωρο ύπνο του. Έμοιαζε να έχει ξεχάσει όλα όσα έγιναν την προηγούμενη νύχτα. Μια δυο φορές είχε την ακαθόριστη αίσθηση ότι είχε πάρει μέρος σε κάποια παράξενη τραγωδία, όμως την κάλυπτε η εξωπραγματική ατμόσφαιρα τού ονείρου.
Μόλις ντύθηκε, πήγε στη βιβλιοθήκη και κάθισε να πάρει το ελαφρύ γαλλικό πρωινό που τού είχε ετοιμάσει ο Βίκτωρ σ᾿  ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι δίπλα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Η μέρα ήταν εξαίσια. Ο θερμός αέρας έμοιαζε φορτωμένος με αρώματα.
Ξαφνικά, τα μάτια του έπεσαν στο παραβάν που ο ίδιος είχε βάλει μπροστά στο πορτρέτο, κι ανατρίχιασε.
«Μήπως ο κύριος κρυώνει;» ρώτησε ο καμαριέρης του, φέρνοντας την ομελέτα στο τραπέζι. «Να κλείσω την πόρτα;»
Ο Ντόριαν κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Δεν κρυώνω» μουρμούρισε.
Ήταν άραγε αλήθεια όλ᾿  αυτά; Είχε πράγματι αλλάξει το πορτρέτο;  Ή μήπως ήταν μονάχα η φαντασία του που τον έκανε να δει ένα βλέμμα γεμάτο κακία εκεί που υπήρχε ένα βλέμμα γεμάτο χαρά; Είναι δυνατόν να αλλάξει ένας ζωγραφισμένος μουσαμάς; Ήταν παράλογο. Θα το διηγιόταν σαν αστείο καμιά μέρα στον Μπάζιλ. Θα τον έκανε να χαμογελάσει.
Κι όμως, πόσο ζωηρή ήταν η ανάμνησή του! Πρώτα μες στο αχνό λυκαυγές, κι ύστερα στο λαμπρό φως τής αυγής είχε δει τη σκληρότητα αποτυπωμένη γύρω από τα παραμορφωμένα χείλη. Σχεδόν φοβόταν τη στιγμή που ο καμαριέρης του θα έφευγε από το δωμάτιο. Ήξερε πως όταν θα ᾿μενε μόνος, δε θα μπορούσε να μην ξανακοιτάξει το πορτρέτο. Φοβόταν τη βεβαιότητα. Όταν ο Βίκτωρ τού έφερε τον καφέ και τα τσιγάρα και γύρισε να φύγει, ένιωσε μια άγρια επιθυμία να τού πει να μείνει. Καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω του, τον φώναξε. Ο υπηρέτης στάθηκε και περίμενε τις διαταγές του. Ο Ντόριαν τον κοίταξε για μια στιγμή. «Δεν είμαι σπίτι για κανέναν, Βίκτωρ» είπε μ᾿  έναν αναστεναγμό. Ο υπηρέτης υποκλίθηκε και αποσύρθηκε.
Έπειτα σηκώθηκε από το τραπέζι, άναψε ένα τσιγάρο, και σωριάστηκε σ᾿  έναν καναπέ με μαλακά μαξιλάρια που βρισκόταν απέναντι απ᾿  το παραβάν. Το παραβάν ήταν παλιό, από χρυσωμένο ισπανικό δέρμα, δουλεμένο με στάμπες και μάλλον βαριά σχέδια τής εποχής τού Λουδοβίκου ΙΔ΄. Το κοίταξε επίμονα και με περιέργεια, και αναρωτήθηκε αν είχε άραγε κρύψει ποτέ το μυστικό τής ζωής ενός ανθρώπου.
Έπρεπε να το μετακινήσει τελικά; Γιατί να μην το αφήσει εκεί που ήταν; Τι θα τού χρησίμευε να ξέρει; Αν αυτό που φοβόταν ήταν αλήθεια, θα ᾿ταν κάτι τρομακτικό. Αν δεν ήταν αλήθεια, ποιος ο λόγος να προβληματίζεται; Τι θα γινόταν όμως αν, από κάποιο καπρίτσιο τής μοίρας ή από σατανική σύμπτωση, μάτια άλλα από τα δικά του έριχναν μια κρυφή ματιά πίσω απ᾿  το παραβάν κι έβλεπαν τη φοβερή αλλαγή; Τι θα ᾿κανε αν ερχόταν ο Μπάζιλ Χόλγουορντ και τού ζητούσε να δει το έργο του; Ο Μπάζιλ σίγουρα θα τού το ζητούσε. Όχι. Έπρεπε να ξεδιαλύνει το ζήτημα, και μάλιστα αμέσως. Οτιδήποτε άλλο θα ᾿ταν προτιμότερο απ᾿  αυτή τη φριχτή αβεβαιότητα.
Σηκώθηκε και κλείδωσε και τις δύο πόρτες. Τουλάχιστον θα ήταν μόνος όταν θα αντίκριζε τη μάσκα τής ντροπής του. Έπειτα τράβηξε στην άκρη το παραβάν και είδε τον εαυτό του καταπρόσωπο. Ήταν αλήθεια. Το πορτρέτο είχε αλλάξει.
Όπως συχνά θυμόταν αργότερα, και πάντα με μεγάλη απορία, στην αρχή έπιασε τον εαυτό του να κοιτάζει αποσβολωμένος το πορτρέτο με μια αίσθηση σχεδόν επιστημονικού ενδιαφέροντος. Τού φαινόταν απίστευτο να έχει γίνει μια τέτοια αλλαγή. Κι ωστόσο, ήταν γεγονός. Μήπως υπήρχε κάποια υπόγεια συγγένεια ανάμεσα στα χημικά άτομα που σχημάτιζαν τη μορφή κι έδιναν το χρώμα στον πίνακα και στην ψυχή που έκρυβε μέσα του; Ήταν δυνατόν αυτό που η ψυχή σκεφτόταν, εκείνα να το υλοποιούσαν; - αυτό που η ψυχή ονειρευόταν, εκείνα να το πραγματοποιούσαν; Ή μήπως υπήρχε κάποια άλλη, ακόμη πιο τρομερή αιτία; Ρίγησε από φόβο, κι επιστρέφοντας στον καναπέ, έμεινε εκεί ξαπλωμένος να κοιτάζει τον πίνακα με μάτια ορθάνοιχτα, παγωμένος από τη φρίκη.
Ένιωθε, παρ᾿  όλα αυτά, ότι η αλλαγή στο πορτρέτο είχε προκαλέσει και μια αλλαγή στον ίδιο. Τον είχε κάνει να συνειδητοποιήσει πόσο άδικα, πόσο σκληρά είχε φερθεί στη Σίμπυλ Βέιν. Δεν ήταν και πολύ αργά για να επανορθώσει. Θα μπορούσε ακόμη να την κάνει γυναίκα του. Η ψεύτικη κι εγωιστική του αγάπη θα υποχωρούσε μπροστά σε μια επίδραση υψηλότερη, θα μεταμορφωνόταν σ᾿  ένα πάθος πιο ευγενικό, και το πορτρέτο που τού είχε ζωγραφίσει ο Μπάζιλ Χόλγουορντ θα γινόταν για κείνον οδηγός για όλη του τη ζωή, θα ήταν αυτό που για ορισμένους είναι η αγιότητα, για άλλους η συνείδηση, και για όλους μας ο φόβος του Θεού. Υπάρχουν οπιούχα για τις τύψεις, φάρμακα που μπορούν ν᾿  αποκοιμίσουν την αίσθηση τής ηθικής μέσα μας. Όμως εδώ είχε ένα ορατό σύμβολο τού ξεπεσμού, τής αμαρτίας. Μπροστά του βρισκόταν ένα παντοτινά παρόν σημάδι τής καταστροφής που προκαλούν οι άνθρωποι στην ψυχή τους.
Χτύπησε τρεις, κι ύστερα τέσσερις, τέσσερις και μισή, αλλά ο Ντόριαν Γκρέυ παρέμενε ακίνητος. Προσπαθούσε να μαζέψει τα πορφυρά νήματα τής ζωής και να τα υφάνει σ᾿  ένα σχέδιο, να βρει το δρόμο του μέσ᾿  απ᾿  το λαβύρινθο τού πάθους όπου περιπλανιόταν. Δεν ήξερε ούτε τι να κάνει ούτε τι να σκεφτεί. Στο τέλος, πήγε στο τραπέζι κι έγραψε ένα γράμμα γεμάτο πάθος στην κοπέλα που είχε αγαπήσει, ικετεύοντάς την να τον συγχωρέσει και κατηγορώντας τον εαυτό του για την τρέλα του. Γέμιζε τις σελίδες τη μια μετά την άλλη με παράφορα λόγια λύπης και ακόμη πιο παράφορα λόγια πόνου. Υπάρχει έντονη απόλαυση στην αυτοκατηγορία. Όταν κατηγορούμε τον εαυτό μας, νιώθουμε ότι κανένας άλλος δεν έχει το δικαίωμα να μάς κατηγορήσει. Την άφεση μάς την προσφέρει η εξομολόγηση κι όχι ο ιερέας. Όταν ο Ντόριαν τελείωσε το γράμμα του, ένιωθε ότι η αμαρτία του είχε συγχωρεθεί.
Ξαφνικά, κάποιος χτύπησε την πόρτα και άκουσε τη φωνή του λόρδου Χένρυ απ᾿  έξω. «Αγαπητό μου παιδί, πρέπει να σε δω. Άνοιξέ μου αμέσως. Δεν αντέχω να σε νιώθω κλεισμένο εκεί μέσα».
Στην αρχή δεν έδωσε καμιά απάντηση. Έμεινε σιωπηλός κι ασάλευτος. Τα χτυπήματα στην πόρτα συνεχίζονταν και γίνονταν όλο και πιο δυνατά. Ναι, καλύτερα ν᾿  άνοιγε την πόρτα στο λόρδο Χένρυ και να τού εξηγούσε τη νέα ζωή που θα ᾿κανε από δω και πέρα, να μάλωνε μαζί του αν χρειαζόταν, να χώριζε για πάντα απ᾿  αυτόν, αν ο χωρισμός αποδεικνυόταν αναπόφευκτος. Πετάχτηκε πάνω, τράβηξε βιαστικά το παραβάν μπροστά στο πορτρέτο και ξεκλείδωσε την πόρτα.
«Θέλω να σού εκφράσω την βαθιά μου λύπη για όλα αυτά, Ντόριαν» είπε ο λόρδος Χένρυ μπαίνοντας. «Δεν πρέπει όμως να τα σκέφτεσαι».
«Εννοείς την ιστορία τής Σίμπυλ Βέιν;» ρώτησε ο νέος.
«Ναι, φυσικά» αποκρίθηκε ο λόρδος Χένρυ, βουλιάζοντας σε μια πολυθρόνα και βγάζοντας αργά τα κίτρινα γάντια του. «Είναι τρομερό, από μιαν άποψη, αλλά δεν ήταν δικό σου το φταίξιμο. Για πες μου, πήγες στα παρασκήνια και την είδες μετά το τέλος τής παράστασης;»
«Ναι».
«Ήμουν σίγουρος ότι θα πήγαινες. Τής έκανες σκηνή;»
«Τής φέρθηκα σαν κτήνος, Χάρυ - σαν κτήνος. Μα όλα θα πάνε καλά τώρα. Δε λυπάμαι για τίποτε απ᾿  όσα έγιναν. Με βοήθησαν να γνωρίσω τον εαυτό μου καλύτερα».
«Αχ, Ντόριαν, χαίρομαι τόσο που το παίρνεις έτσι! Φοβόμουν ότι θα σ᾿  έβρισκα βουτηγμένο στις τύψεις, να κλαις και να τραβάς τα όμορφα σγουρά σου μαλλιά».
«Πέρασα απ᾿  όλα αυτά» είπε ο Ντόριαν, κουνώντας το κεφάλι και χαμογελώντας. «Τώρα νιώθω πολύ ευτυχισμένος. Και πρώτα απ᾿  όλα, ξέρω τι είναι η συνείδηση. Δεν είναι αυτό που μού έλεγες εσύ. Είναι ό,τι πιο θεϊκό έχουμε μέσα μας. Μην την κοροϊδέψεις ξανά, Χάρυ - τουλάχιστον όχι μπροστά μου. Θέλω να είμαι καλός. Δεν αντέχω στην ιδέα ότι η ψυχή μου είναι ή θα γίνει ποτέ φρικαλέα και αποτρόπαιη».
«Πολύ γοητευτική και καλλιτεχνική βάση για μια ηθική συμπεριφορά, Ντόριαν! Σε συγχαίρω. Αλλά πώς θ᾿  αρχίσεις;»
«Με το να παντρευτώ τη Σίμπυλ Βέιν».
«Να παντρευτείς τη Σίμπυλ Βέιν!» φώναξε ο λόρδος Χένρυ, ενώ σηκωνόταν απότομα και τον κοίταζε αποσβολωμένος και μπερδεμένος. «Μα, αγαπητέ μου Ντόριαν!...»
«Ναι, Χάρυ, ξέρω τι. θα μού πεις. Κάτι φριχτό για το γάμο. Μην το πεις. Μη μού ξαναπείς ποτέ τέτοια πράγματα. Πριν από δύο μέρες ζήτησα από τη Σίμπυλ να με παντρευτεί και δε θ᾿  αθετήσω το λόγο μου. Θα γίνει γυναίκα μου!»
«Γυναίκα σου! Ντόριαν!... Δεν πήρες το γράμμα μου; Σού έγραψα σήμερα το πρωί κι έστειλα αμέσως το γράμμα με δικό μου άνθρωπο».
«Το γράμμα σου; Α, ναι, θυμάμαι. Δεν το διάβασα ακόμη, Χάρυ. Φοβόμουν ότι μπορεί να μού έγραψες κάτι που δε θα μού άρεσε. Κάνεις τη ζωή κομμάτια με τα αποφθέγματά σου»
«Δηλαδή, δεν ξέρεις τίποτα;»
«Τι θες να πεις;»
Ο λόρδος Χένρυ διέσχισε το δωμάτιο, κι αφού κάθισε δίπλα στον Ντόριαν Γκρέυ, τού πήρε και τα δυο χέρια μες στα δικά του και τα έσφιξε δυνατά. «Ντόριαν» είπε, «στο γράμμα μου - μην τρομάξεις- σού έγραφα ότι η Σίμπυλ Βέιν είναι νεκρή».
Μια κραυγή πόνου ξέφυγε απ᾿  τα χείλη τού αγοριού, και σηκώθηκε απότομα, τραβώντας τα χέρια του απ᾿  τα χέρια τού λόρδου Χένρυ. «Νεκρή! Η Σίμπυλ νεκρή! Δεν είναι αλήθεια! Είναι ένα φριχτό ψέμα! Πώς τολμάς να λες ένα τέτοιο ψέμα;»
«Είναι αλήθεια, Ντόριαν» είπε σοβαρά ο λόρδος Χένρυ. «Το γράφουν όλες οι πρωινές εφημερίδες. Σού έγραψα για να σού πω να μη δεις κανέναν ώσπου να έρθω. Θα γίνει προανάκριση, όπως καταλαβαίνεις, και τ᾿  όνομά σου δεν πρέπει να αναμειχθεί. Τέτοιες ιστορίες σε κάνουν πολύ τής μόδας στο Παρίσι. Στο Λονδίνο όμως ο κόσμος έχει πολλές προκαταλήψεις. Εδώ δεν πρέπει ποτέ να κάνει κανείς το κοσμικό του ντεμπούτο μ᾿  ένα σκάνδαλο. Τα σκάνδαλα πρέπει να τα φυλάει για αργότερα, για να δίνουν κάποιο ενδιαφέρον στα γεράματά του. Ελπίζω να μην ξέρουν τ᾿  όνομά σου στο θέατρο. Αν δεν το ξέρουν, εντάξει. Σε είδε κανένας να πηγαίνεις στο καμαρίνι της; Αυτό είναι πολύ σημαντικό».
Για λίγα λεπτά, ο Ντόριαν δεν έδωσε καμιά απάντηση. Είχε μείνει αποσβολωμένος απ᾿  τον τρόμο. Στο τέλος τραύλισε με πνιγμένη φωνή: «Χάρυ, είπες προανάκριση; Τι θέλεις να πεις μ᾿  αυτό; Μήπως η Σίμπυλ - Ω, Χάρυ, δεν μπορώ να το αντέξω! Κάνε γρήγορα, έλα. Πες τα μου όλα αμέσως».
«Είμαι σίγουρος ότι δεν ήταν ατύχημα, Ντόριαν, αν και αυτό πρέπει να πιστέψει το κοινό. Φαίνεται ότι ενώ έφευγε απ᾿  το θέατρο με τη μητέρα της, γύρω στις δωδεκάμισι τη νύχτα, είπε ότι είχε ξεχάσει κάτι επάνω. Την περίμεναν αρκετή ώρα, αλλά εκείνη δεν κατέβαινε. Στο τέλος τη βρήκαν σωριασμένη στο πάτωμα τού καμαρινιού της, νεκρή. Είχε καταπιεί κάτι κατά λάθος, κάποιο απαίσιο κατασκεύασμα που χρησιμοποιούν στο θέατρο. Δεν ξέρω τι ήταν, πρέπει όμως να περιείχε υδροκυάνιο ή ανθρακικό μόλυβδο. Μάλλον υδροκυάνιο ήταν, γιατί όπως φαίνεται ο θάνατός της ήταν ακαριαίος».
«Χάρυ, Χάρυ, είναι τρομερό!» φώναξε το αγόρι.
«Ναι, φυσικά, είναι πολύ τραγικό, αλλά εσύ δεν πρέπει να αναμειχθείς σ᾿  αυτή την ιστορία. Η Στάνταρντ λέει ότι ήταν δεκαεφτά χρονών. Εγώ θα ᾿λεγα ότι ήταν ακόμη πιο μικρή. Έδειχνε τόσο παιδούλα και φαινόταν τόσο άπειρη ηθοποιός. Ντόριαν, δεν πρέπει ν᾿  αφήσεις αυτή την υπόθεση να σού κλονίσει τα νεύρα. Πρέπει να έρθεις να δειπνήσεις μαζί μου και μετά θα περάσουμε απ᾿  την Όπερα. Απόψε τραγουδάει η Πάτι, (1) και όλοι θα είναι εκεί. Μπορείς να έρθεις στο θεωρείο τής αδελφής μου. Θα έχει μαζί της και μερικές κομψές και πνευματώδεις γυναίκες».
«Ώστε δολοφόνησα τη Σίμπυλ Βέιν» είπε ο Ντόριαν Γκρέυ μονολογώντας σχεδόν - «ναι, τη δολοφόνησα, σαν να τής είχα κόψει τον τρυφερό της λαιμό μ᾿  ένα μαχαίρι. Κι όμως, τα τριαντάφυλλα εξακολουθούν να είναι το ίδιο όμορφα. Τα πουλιά κελαηδούν στον κήπο μου το ίδιο χαρούμενα κι ευτυχισμένα. Κι απόψε, θα δειπνήσω μαζί σου, θα πάμε στην Όπερα, κι ύστερα, φαντάζομαι, θα πάμε να πιούμε κάτι. Τι παράξενα δραματική που είναι η ζωή! Αν τα διάβαζα όλ᾿  αυτά σ᾿  ένα βιβλίο, Χάρυ, νομίζω ότι θα μ᾿  έπαιρναν τα κλάματα. Αλλά, δεν ξέρω πώς, τώρα που συνέβησαν στ᾿  αλήθεια, και μάλιστα σ᾿  εμένα, μού φαίνονται υπερβολικά όμορφα για να μπορώ να κλάψω. Να το πρώτο φλογερό ερωτικό γράμμα που έγραψα στη ζωή μου. Τι παράξενο, το πρώτο μου φλογερό ερωτικό γράμμα απευθύνεται σε μια νεκρή. Αναρωτιέμαι, μπορούν άραγε να νιώσουν, αυτοί οι λευκοί, σιωπηλοί άνθρωποι που τούς αποκαλούμε νεκρούς; Η Σίμπυλ! Μπορεί να νιώσει, να καταλάβει, ν᾿  ακούσει; Ω, Χάρυ, πόσο την αγαπούσα κάποτε! Μού φαίνεται ότι έχουν περάσει χρόνια και χρόνια από τότε. Ήταν το παν για μένα. Και ύστερα ήρθε εκείνη η φριχτή νύχτα - μπορεί να ᾿ταν μόλις χτες; - που έπαιξε τόσο απαίσια και η καρδιά μου ράγισε. Μού τα εξήγησε όλα. Ήταν φοβερά συγκινητικά αυτά που μού είπε. Αλλά εγώ δε συγκινήθηκα καθόλου. Τη θεώρησα ρηχή. Ξαφνικά έγινε κάτι που μ᾿  έκανε να φοβηθώ. Δεν μπορώ να σού πω τι ήταν, μα ήταν τρομερό. Είπα πως θα ξαναγυρίσω κοντά της. Ένιωσα ότι είχα κάνει κάτι κακό. Και τώρα είναι νεκρή. Θεέ μου! Θεέ μου! Χάρυ, τι να κάνω; Δεν ξέρεις σε τι μεγάλο κίνδυνο βρίσκομαι, και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να με κρατήσει στον ίσιο δρόμο. Εκείνη θα με βοηθούσε. Δεν είχε το δικαίωμα ν᾿  αυτοκτονήσει. Ήταν εγωιστικό εκ μέρους της».
«Αγαπητέ μου Ντόριαν» αποκρίθηκε ο λόρδος Χένρυ, παίρνοντας ένα τσιγάρο απ᾿  την ταμπακιέρα του και βγάζοντας ένα κουτί σπίρτα από μια χρυσή θήκη, «ο μόνος τρόπος που μια γυναίκα μπορεί να αναμορφώσει έναν άντρα είναι να τού προκαλέσει τόσο θανάσιμη πλήξη, ώστε να χάσει κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή. Αν είχες παντρευτεί αυτή την κοπέλα, η ζωή σου θα ᾿ταν αξιοθρήνητη. Θα τής φερόσουν βέβαια με καλοσύνη. Μπορούμε πάντα να είμαστε καλοί με τούς ανθρώπους που μάς είναι εντελώς αδιάφοροι. Πολύ γρήγορα όμως θ᾿  ανακάλυπτε ότι αδιαφορείς για κείνην. Κι όταν μια γυναίκα ανακαλύπτει κάτι τέτοιο για τον άντρα της, ή που θα γίνει τρομερά άκομψη ή που θα αρχίσει να φορά τα κομψότατα καπελάκια που θα τής αγοράζει ο άντρας κάποιας άλλης. Αφήνω την κοινωνική κατακραυγή εναντίον σου, πράγμα ιδιαίτερα ταπεινωτικό, που εγώ φυσικά δε θα το επέτρεπα ποτέ, μα όπως και να ᾿χει, σε διαβεβαιώ πως η υπόθεση θα κατέληγε σε τέλεια αποτυχία».
«Μάλλον έτσι θα γινόταν» μουρμούρισε το αγόρι βηματίζοντας πάνω κάτω στο δωμάτιο, με πρόσωπο κάτωχρο. «Αλλά το θεώρησα καθήκον μου. Δε φταίω εγώ που αυτή η τρομερή τραγωδία μ᾿  εμπόδισε να κάνω το σωστό. Θυμάμαι που έλεγες κάποτε ότι υπάρχει κάτι μοιραίο στις καλές αποφάσεις - τις παίρνουμε πάντα πολύ αργά. Με τις δικές μου, τουλάχιστον, αυτό έγινε».
«Οι καλές αποφάσεις είναι μάταιες απόπειρες να παρέμβουμε στους νόμους τής επιστήμης. Η προέλευσή τους είναι καθαρή ματαιοδοξία. Το αποτέλεσμά τους ένα μηδέν. Κάπου κάπου, μάς προσφέρουν μερικά από εκείνα τα απολαυστικά, στείρα συναισθήματα, που για τούς αδύναμους έχουν κάποια γοητεία. Είναι το μόνο που μπορεί κανείς να πει γι᾿  αυτές. Είναι απλούστατα επιταγές που υπογράφουν οι άνθρωποι για τράπεζες όπου δεν έχουν αντίκρισμα».
«Χάρυ» φώναξε ο Ντόριαν Γκρέυ, ενώ πλησίαζε και καθόταν δίπλα του, «γιατί δεν μπορώ να νιώσω αυτή την τραγωδία τόσο πολύ όσο θα ᾿θελα; Δε νομίζω ότι είμαι άκαρδος. Εσύ τι λες;» «Έχεις κάνει πάρα πολλές ανοησίες τις τελευταίες δεκαπέντε μέρες που δεν δικαιούσαι να χαρακτηρίζεις έτσι τον εαυτό σου, Ντόριαν» απάντησε ο λόρδος Χένρυ, με το γλυκό, μελαγχολικό του χαμόγελο.
Το αγόρι συνοφρυώθηκε. «Δε μ᾿  αρέσει αυτή η εξήγηση, Χάρυ» είπε, «αλλά χαίρομαι που δεν πιστεύεις ότι είμαι άκαρδος. Δεν είμαι καθόλου άκαρδος. Το ξέρω ότι δεν είμαι. Αλλά πρέπει να παραδεχτώ πως όλη αυτή η ιστορία δε με στεναχώρησε όσο θα ᾿πρεπε. Μού φαίνεται απλώς σαν ένα υπέροχο τέλος σ᾿  ένα υπέροχο έργο. Έχει όλη την τρομακτική ομορφιά τής ελληνικής τραγωδίας, μιας τραγωδίας όπου έπαιξα έναν πολύ σημαντικό ρόλο, μα που δε με πλήγωσε καθόλου».
«Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα» είπε ο λόρδος Χένρυ, που έβρισκε μια βαθιά απόλαυση στο να παίζει με τον ασυναίσθητο εγωισμό τού νέου - «πάρα πολύ ενδιαφέρον θέμα. Νομίζω ότι η πραγματική εξήγηση είναι η εξής: Πολύ συχνά οι αληθινές τραγωδίες τής ζωής συμβαίνουν με τρόπο τόσο ακαλαίσθητο, που μάς πληγώνουν με την ωμή τους βία, με την απόλυτη ασυναρτησία τους, μ᾿  αυτή τη γελοία έλλειψη κάθε νοήματος, καθώς και την ολοκληρωτική έλλειψη κομψότητας και ύφους. Μάς επηρεάζουν με τον ίδιο τρόπο που μάς επηρεάζει και η χυδαιότητα. Μάς δημιουργούν την εντύπωση μιας απροκάλυπτης, κτηνώδους δύναμης που μπροστά της επαναστατούμε. Μερικές φορές, όμως, συμβαίνει στη ζωή μας μια τραγωδία που έχει τα καλλιτεχνικά στοιχεία τής ομορφιάς. Αν αυτά τα στοιχεία τής ομορφιάς είναι αληθινά, η υπόθεση αποκτά άλλη διάσταση και αφυπνίζει μέσα μας την αίσθηση τής θεατρικής εντύπωσης. Ανακαλύπτουμε ξαφνικά ότι δεν είμαστε πια οι ηθοποιοί, αλλά οι θεατές τού έργου. Ή μάλλον είμαστε και τα δύο. Παρατηρούμε τούς εαυτούς μας, και το θαύμα τού θεάματος μάς μαγεύει. Στην περίπτωσή σου, τι έγινε στην πραγματικότητα; Κάποια κοπέλα αυτοκτόνησε από έρωτα για σένα. Πολύ θα ᾿θελα να είχα κι εγώ μια τέτοια εμπειρία. Θα μ᾿  είχε κάνει να μείνω ερωτευμένος με τον έρωτα για όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Οι γυναίκες που με λάτρεψαν - δεν ήταν και πάρα πολλές, πάντως υπήρξαν μερικές - επέμειναν να ζουν, να ζουν για πολύ καιρό αφότου είχα πάψει να νοιάζομαι γι᾿  αυτές ή εκείνες να νοιάζονται για μένα. Τώρα είναι χοντρές και πληκτικές, και όταν τις συναντώ, αρχίζουν αμέσως τις αναπολήσεις. Φριχτό πράγμα το μνημονικό τής γυναίκας! Είναι τρομακτικό! Και τι φοβερή πνευματική αποτελμάτωση φανερώνει! Θα ᾿πρεπε να ρουφάμε το χρώμα τής ζωής, αλλά να μη θυμόμαστε ποτέ τις λεπτομέρειές της. Οι λεπτομέρειες είναι πάντοτε χυδαίες».
«Πρέπει να φυτέψω παπαρούνες στον κήπο μου» αναστέναξε ο Ντόριαν.
«Δε χρειάζεται» αποκρίθηκε ο σύντροφός του. «Η ζωή έχει πάντα τα χέρια της γεμάτα παπαρούνες. Καμιά φορά, βέβαια, τα πράγματα προχωρούν αργά. Κάποτε, για μια ολόκληρη σεζόν δε φορούσα τίποτ᾿  άλλο παρά βιολέτες, πενθώντας μ᾿  αυτό τον καλλιτεχνικό τρόπο ένα ειδύλλιο που δεν ήθελε να πεθάνει. Στο τέλος όμως πέθανε. Δε θυμάμαι τι το σκότωσε. Νομίζω πως ήταν η πρότασή της να θυσιάσει όλο τον κόσμο για χάρη μου. Είναι φριχτές κάτι τέτοιες στιγμές. Σε γεμίζουν με τον τρόμο τής αιωνιότητας. Ε, λοιπόν - μπορείς να το πιστέψεις; - πριν από μια βδομάδα, στο σπίτι τής λαίδης Χάμσαϊρ, ανακάλυψα ότι στο τραπέζι τού δείπνου καθόμουν δίπλα στην εν λόγω κυρία, που επέμενε να φέρει στην επιφάνεια όλη την ιστορία, ξεθάβοντας το παρελθόν και ανασκαλεύοντας το μέλλον. Εγώ είχα θάψει το ρομάντζο μου σ᾿  ένα παρτέρι με ασφοδίλια. Εκείνη το ξέθαψε και με βεβαίωσε ότι τής είχα καταστρέψει τη ζωή. Πρέπει να πω ότι έφαγε ένα τεράστιο δείπνο εκείνο το βράδυ, κι έτσι, δεν ένιωσα καμιά ανησυχία για την υγεία της. Αλλά τι φοβερή έλλειψη γούστου έδειξε με τη συμπεριφορά της! Η μοναδική γοητεία τού παρελθόντος είναι ότι είναι παρελθόν. Οι γυναίκες όμως ποτέ δεν καταλαβαίνουν πότε πέφτει η αυλαία. Θέλουν πάντα και μια έκτη πράξη, και μόλις το έργο πάψει να έχει και το παραμικρό ενδιαφέρον, θέλουν με κάθε τρόπο να το συνεχίσουν. Αν μπορούσαν να κάνουν ό,τι θέλουν, κάθε κωμωδία θα είχε ένα τέλος τραγικό, και κάθε τραγωδία θα κατέληγε σε φάρσα. Είναι γοητευτικά τεχνητές, μα δε νιώθουν καθόλου από τέχνη. Είσαι πολύ πιο τυχερός από μένα. Σε διαβεβαιώ, Ντόριαν, ότι καμιά από τις γυναίκες που γνώρισα δε θα ᾿κανε για μένα αυτό που έκανε για σένα η Σίμπυλ Βέιν. Οι συνηθισμένες γυναίκες πάντα παρηγοριούνται. Μερικές το καταφέρνουν καταφεύγοντας στα αισθηματικά χρώματα. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι μια γυναίκα που φοράει μωβ, όποια κι αν είναι η ηλικία της, ή μια γυναίκα πάνω απ᾿  τα τριάντα πέντε που αγαπάει τις ροζ κορδέλες. Αυτό σημαίνει πάντα ότι έχει παρελθόν. Άλλες βρίσκουν μεγάλη παρηγοριά ανακαλύπτοντας ξαφνικά τις καλές ιδιότητες των συζύγων τους. Σου πετούν στα μούτρα τη συζυγική τους ευτυχία, λες και είναι η πιο γοητευτική αμαρτία. Μερικές τις παρηγορεί η θρησκεία. Τα μυστήρια της έχουν όλη τη χάρη τού φλερτ, μού είπε κάποτε μια γυναίκα, και το καταλαβαίνω αυτό πολύ καλά. Άλλωστε, τίποτα δε σε κάνει τόσο ματαιόδοξο, όσο το να σού λένε ότι είσαι αμαρτωλός. Η συνείδηση μάς κάνει όλους εγωιστές. Ναι, οι παρηγοριές που μπορεί να βρει μια γυναίκα στη σύγχρονη ζωή είναι άπειρες. Κι εδώ που τα λέμε, παρέλειψα να αναφέρω την πιο σημαντική απ᾿  όλες».
«Ποια είναι αυτή, Χάρυ;» είπε άτονα το αγόρι.
«Α, η προφανής παρηγοριά. Μόλις χάσει το θαυμαστή της, παίρνει το θαυμαστή κάποιας άλλης. Στην καλή κοινωνία κάτι τέτοιο αποκαθιστά πάντα τη φήμη μιας γυναίκας. Αλλά πραγματικά, Ντόριαν, πόσο διαφορετική πρέπει να ήταν η Σίμπυλ Βέιν απ᾿  όλες τις γυναίκες που συναντάμε! Υπάρχει κάτι στο θάνατό της που μού φαίνεται πολύ όμορφο. Χαίρομαι που ζω σ᾿  έναν αιώνα όπου συμβαίνουν τέτοια θαύματα. Σε κάνουν να πιστεύεις ότι, στ᾿  αλήθεια, υπάρχουν πράγματα που όλοι μας παίζουμε μαζί τους, όπως είναι ο ρομαντισμός, τα πάθη και οι έρωτες».
«Τής φέρθηκα τρομερά σκληρά. Το ξεχνάς αυτό».
«Πολύ φοβάμαι ότι οι γυναίκες εκτιμούν τη σκληρότητα, την ωμή σκληρότητα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Έχουν εκπληκτικά πρωτόγονα ένστικτα. Εμείς τις έχουμε χειραφετήσει, κι ωστόσο, εκείνες μένουν σκλάβες που περιμένουν τον αφέντη τους. Τούς αρέσει να τις εξουσιάζει κάποιος. Είμαι βέβαιος ότι ήσουν υπέροχος. Ποτέ δε σ᾿  έχω δει πραγματικά πολύ θυμωμένο, αλλά μπορώ να φανταστώ πόσο γοητευτικός θα ήσουν. Και στο κάτω κάτω, μού είπες κάτι προχτές, που τότε μού φάνηκε απλή φαντασιοπληξία απ᾿  τη μεριά σου, τώρα όμως βλέπω ότι είναι απόλυτα αληθινό, κι εκεί βρίσκεται το κλειδί όλης τής ιστορίας.
«Τι ήταν αυτό, Χάρυ;»
«Μού είπες ότι η Σίμπυλ Βέιν αντιπροσώπευε για σένα τις ηρωίδες όλων των μεγάλων ρομάντζων - ότι τη μια βραδιά ήταν Δυσδαιμόνα (1) και την άλλη Οφηλία (2), ότι αν πέθαινε σαν Ιουλιέτα, ξαναγυρνούσε στη ζωή σαν Ιμογένη».
 «Τώρα όμως δε θα ξαναγυρίσει ποτέ πια στη ζωή» μουρμούρισε το αγόρι, κρύβοντας το πρόσωπο στα χέρια του.
«Όχι, δε θα ξαναγυρίσει στη ζωή. Έπαιξε τον τελευταίο της ρόλο. Αλλά εσύ πρέπει να σκέφτεσαι αυτό τον μοναχικό θάνατο στο άθλιο καμαρίνι απλώς και μόνο σαν ένα παράξενο και ζοφερό απόσπασμα από κάποια Ιακωβιανή τραγωδία (3), σαν μια υπέροχη σκηνή από κάποιο έργο τού Γουέμπστερ, τού Φορντ ή του Σιρίλ Τουρνέρ(3). Η κοπέλα αυτή δεν έζησε ποτέ πραγματικά, γι᾿  αυτό και δεν πέθανε ποτέ στ᾿  αλήθεια. Για σένα τουλάχιστον ήταν πάντα ένα όνειρο, μια οπτασία που φτερούγιζε μες στα έργα τού Σαίξπηρ και τα έκανε ακόμη πιο ωραία με την παρουσία της, ένας αυλός απ᾿  όπου η μουσική τού Σαίξπηρ ηχούσε πιο πλούσια και πιο χαρούμενη. Τη στιγμή που άγγιξε την πραγματική ζωή, την κατέστρεψε, αφανίζοντας μαζί και την ομορφιά τής στιγμής, έφυγε για πάντα μακριά. Μπορείς να πενθήσεις την Οφηλία, αν θέλεις. Ρίξε στάχτες στα μαλλιά σου επειδή η Κορδέλια στραγγαλίστηκε. Ύψωσε στον ουρανό την οργή σου, γιατί πέθανε η κόρη τού Βραβάντιου (4) . Μα μη σπαταλάς τα δάκρυά σου για τη Σίμπυλ Βέιν. Η Σίμπυλ Βέιν ήταν λιγότερο αληθινή απ᾿  αυτές».

(1) Δυσδαιμόνα : Η όμορφη και αφοσιωμένη σύζυγος  τού Οθέλλου στην ομώνυμη τραγωδία τού Σαίξπηρ, την οποία ο Οθέλλος  σκοτώνει, γεμάτος καχυποψία, ότι τον απατά με τον Κάσσιο, ύστερα από τις μηχανορραφίες και συκοφαντίες τού Ιάγου. 

(2)
Οφηλία:  Ηρωίδα στο έργο τού Σαίξπηρ "Άμλετ". Κόρη τού νομικού σύμβουλου στην αυλή τού  βασιλιά Κλαύδιου, ο οποίος έχει δολοφονήσει  τον αδελφό του, τον πατέρα τού Άμλετ  βασιλιά τής Δανίας και έχει ανέβει στο θρόνο παντρευόμενος  και τη χήρα τού αδελφού του. Η Οφηλία είναι ερωτευμένη με τον Άμλετ κι όταν αυτός αποκρούει τον έρωτα της τρελαίνεται και στο τέλος αυτοκτονεί. Αυτά παράλληλα με το κεντρικό θέμα τής τραγωδίας που είναι οι προσπάθειες τού Άμλετ να αποκαλύψει το θείο του σαν δολοφόνο τού πατέρα του. 

(3)
Ιακωβιανή τραγωδία και δράμα χαρακτηρίζονται θεατρικά έργα που το γράψιμό τους συμπίπτει με τη βασιλεία τού Καρόλου Ιακώβου Α' (1603–1625). Σ᾿ αυτή την περίοδο γράφτηκαν μερικά από τα έργα τού Σαίξπηρ (1564-1616), (Η Τρικυμία, Βασιλιάς Ληρ, και Μάκβεθ), όπως επίσης και έργα από μεταγενέστερούς του, τον Μπεν Τζόνσον (1572-1637), τον Τζων Γουέμπστερ (1580-1638), τον Τζον Φόρντ (1586-1640), τον Σιρίλ Τουρνέρ  (1575-1626).


(4) Βραβάντιος: Δόγης τής Βενετίας ο πατέρας  τής  Δυσδαιμόνας,  την οποία είχε παντρευτεί ο Οθέλλος παρά τη θέληση του.

Έπεσε σιωπή. Το σούρουπο σκοτείνιασε το δωμάτιο. Αθόρυβα, με πόδια ασημένια, οι σκιές τού κήπου τρύπωσαν μέσα. Τα χρώματα των αντικειμένων ξεθώριασαν αποκαμωμένα.
Σε λίγο, ο Ντόριαν Γκρέυ σήκωσε τα μάτια και κοίταξε το σύντροφό του. «Μού εξήγησες τον εαυτό μου, Χάρυ» μουρμούρισε, μ᾿  έναν μικρό αναστεναγμό που φανέρωνε μάλλον ανακούφιση. «Όλ᾿  αυτά που είπες τα ένιωθα, αλλά ήταν σαν να τα φοβόμουν και δεν μπορούσα να τα εκφράσω ούτε στον εαυτό μου. Πόσο καλά με ξέρεις! Μα δε θα ξαναμιλήσουμε για ό,τι έγινε. Ήταν μια υπέροχη εμπειρία. Αυτό είν᾿  όλο. Αναρωτιέμαι αν η ζωή μού επιφυλάσσει και κάτι άλλο, το ίδιο υπέροχο».
«Η ζωή σού επιφυλάσσει πάρα πολλά υπέροχα πράγματα, Ντόριαν. Δεν υπάρχει τίποτα που εσύ, με την εκπληκτική σου ομορφιά, δε θα μπορέσεις να κάνεις».
«Σκέψου όμως, Χάρυ, τι θα γίνει αν γεράσω, γίνω άσχημος και γεμίσω ρυτίδες. Τι θα γίνει τότε;»
«Α, τότε» είπε ο λόρδος Χένρυ καθώς σηκωνόταν να φύγει, «τότε, αγαπητέ μου Ντόριαν, θα χρειαστεί να αγωνιστείς για να νικήσεις. Τώρα, οι νίκες σού προσφέρονται. Όχι, πρέπει να διατηρήσεις την ομορφιά σου. Ζούμε σε μια εποχή που διαβάζει υπερβολικά, με αποτέλεσμα να μην είναι σοφή, και σκέφτεται υπερβολικά με αποτέλεσμα να μην είναι όμορφη. Κι εσύ δεν είσαι εξαίρεση στον κανόνα. Και τώρα, καλά θα κάνεις να ντυθείς και να ᾿ρθεις μαζί μου στη λέσχη. Έχουμε ήδη αργήσει».
«Προτιμώ να σε συναντήσω στην Όπερα, Χάρυ. Νιώθω πολύ κουρασμένος και δεν μπορώ να φάω. Τι αριθμό έχει το θεωρείο τής αδελφής σου;»
«Είκοσι εφτά, νομίζω. Στο διάζωμα των επισήμων. Θα δεις τ᾿  όνομά της στην πόρτα. Αλλά πολύ λυπάμαι που δεν έρχεσαι να δειπνήσουμε».
«Δεν έχω κουράγιο» είπε ο Ντόριαν άτονα. «Όμως σού είμαι φοβερά υποχρεωμένος για όλα όσα μού είπες. Είσαι ο καλύτερός μου φίλος, δεν υπάρχει αμφιβολία γι᾿  αυτό. Κανένας δε με κατάλαβε ποτέ όσο εσύ».
«Βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή τής φιλίας μας, Ντόριαν» αποκρίθηκε ο λόρδος Χένρυ, σφίγγοντάς του το χέρι. «Αντίο. Θα σε δω πριν τις εννιάμισι, ελπίζω. Και μην το ξεχνάς, απόψε τραγουδάει η Πάτι (5) ».
Καθώς ο λόρδος Χένρυ έκλεινε την πόρτα πίσω του, ο Ντόριαν Γκρέυ χτύπησε το κουδούνι, και σε λίγα λεπτά εμφανίστηκε ο Βίκτωρ με τις λάμπες κι έκλεισε τα παντζούρια. Ο Ντόριαν ανυπομονούσε να τον δει να φεύγει. Ο υπηρέτης έμοιαζε να κάνει το καθετί μ᾿  ένα ατέλειωτο χασομέρι.
Μόλις ο Βίκτωρ έφυγε, όρμησε στο παραβάν και το τράβηξε. Όχι, δεν είχε γίνει καμιά άλλη αλλαγή στο πορτρέτο. Ο πίνακας είχε δεχτεί τα νέα για το θάνατο τής Σίμπυλ Βέιν πριν τα μάθει εκείνος. Αντιλαμβανόταν τα γεγονότα τής ζωής τη στιγμή που συνέβαιναν. Η γεμάτη κακία σκληρότητα που χαλούσε τις λεπτές γραμμές τού στόματος είχε εμφανιστεί, χωρίς αμφιβολία, τη στιγμή που η κοπέλα πήρε το δηλητήριο. Ή μήπως το πορτρέτο αδιαφορούσε για τ᾿  αποτελέσματα; Μήπως ενδιαφερόταν μόνο για όσα συνέβαιναν μες στην ψυχή; Έμεινε ν᾿  απορεί, ελπίζοντας κάποια μέρα να δει την αλλαγή να γίνεται μπροστά στα μάτια του· κι ανατρίχιασε με την ελπίδα του αυτή.
Καημένη Σίμπυλ! Τι ιστορία κι αυτή! Πολλές φορές είχε μιμηθεί το θάνατο πάνω στη σκηνή. Κι ύστερα, ο ίδιος ο θάνατος την άγγιξε και την πήρε μαζί του. Πώς να ᾿χε παίξει άραγε αυτή τη φοβερή, τελευταία σκηνή τής ζωής της; Τον καταράστηκε άραγε πεθαίνοντας; Όχι· είχε πεθάνει από έρωτα, και τώρα πια ο έρωτας θα ήταν γι᾿  αυτόν κάτι ιερό. Η Σίμπυλ είχε εξιλεωθεί για όλα θυσιάζοντας τη ζωή της. Δε θα ξανασκεφτόταν ποτέ όσα τον είχε κάνει να υποφέρει εκείνη τη φριχτή βραδιά στο θέατρο. Όταν θα την έφερνε στο μυαλό του, θα τη σκεφτόταν σαν μια υπέροχη τραγική μορφή που κατέβηκε στη σκηνή τού κόσμου για να τού δείξει την υπέρτατη αλήθεια τού έρωτα. Μια υπέροχη τραγική μορφή; Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του καθώς θυμήθηκε το παιδιάστικο βλέμμα της, τούς ανάλαφρους και χαριτωμένους τρόπους της, την ντροπαλή, δειλή χάρη της. Τα σκούπισε βιαστικά και κοίταξε ξανά το πορτρέτο.
Ένιωσε ότι είχε έρθει στ᾿  αλήθεια ο καιρός να κάνει την επιλογή του. Ή μήπως είχε κιόλας διαλέξει; Ναι, η ζωή είχε αποφασίσει γι᾿  αυτόν - η ζωή, και η δική του αστείρευτη περιέργεια για τη ζωή.  Αιώνια νιότη, απέραντο πάθος, απολαύσεις λεπτές και μυστικές, άγρια χαρά και ακόμη αγριότερες αμαρτίες - όλ᾿  αυτά θα τα ζούσε. Το πορτρέτο έπρεπε να σηκώσει το βάρος τής ντροπής του: Αυτό ήταν όλο.
Ένα αίσθημα πόνου γλίστρησε σιγά σιγά μέσα του καθώς συλλογίστηκε τη βεβήλωση που επιφύλασσε η μοίρα στο όμορφο πρόσωπο που ήταν ζωγραφισμένο στο μουσαμά. Κάποτε, παριστάνοντας με μια παιδική, κοροϊδευτική διάθεση τον Νάρκισσο, είχε φιλήσει, ή μάλλον είχε προσποιηθεί ότι φιλούσε τα ζωγραφισμένα χείλη που τώρα τού χαμογελούσαν τόσο σκληρά. Πρωινά ολόκληρα είχε καθίσει μπροστά στο πορτρέτο θαυμάζοντας την ομορφιά του, ήταν σχεδόν ερωτευμένος μαζί της, έτσι τού φαινόταν μερικές φορές. Θα το ᾿βλεπε τώρα να αλλάζει και ν᾿  ακολουθεί τις δικές του διαθέσεις; Θα γινόταν κάποτε ένα πράγμα τερατώδες και μισητό, κάτι που θα ᾿πρεπε να καταχωνιάσει σ᾿  ένα διπλοκλειδωμένο δωμάτιο, να το κρύψει από το φως τού ήλιου που τόσο συχνά είχε κάνει ακόμα πιο λαμπρό το χρυσαφένιο κυματιστό θαύμα των μαλλιών του; Τι κρίμα! Τι κρίμα!
Για μια στιγμή, σκέφτηκε να προσευχηθεί για να δοθεί ένα τέλος στη φριχτή σχέση ανάμεσα στον ίδιο και το πορτρέτο του. Το πορτρέτο είχε αλλάξει εισακούοντας μια προσευχή του. Και εισακούοντας μιαν άλλη προσευχή, ίσως να ᾿μενε αμετάβλητο.
Ποιος άνθρωπος όμως, που ξέρει έστω και λίγα για τη ζωή, θα έχανε την ευκαιρία να μείνει για πάντα νέος, όσο φανταστική και να ᾿ταν αυτή η ευκαιρία, με όσες μοιραίες συνέπειες και να ᾿ταν φορτωμένη; Εξάλλου, είχε ο ίδιος τον έλεγχο τού φαινομένου; Ήταν όντως η προσευχή του που είχε γεννήσει την αλλαγή; Δε θα μπορούσε να υπάρχει κάποια μυστηριώδης επιστημονική αιτία για όλ᾿  αυτά; Αν η σκέψη ασκεί μια επίδραση σ᾿  έναν ζωντανό οργανισμό, δε θα μπορούσε να επιδράσει και πάνω σε νεκρά και ανόργανα αντικείμενα; Ή ακόμα, δίχως σκέψη ή συνειδητή επιθυμία, αποκλείεται τα πράγματα που είναι έξω από μάς να δονούνται εναρμονιζόμενα με τις διαθέσεις και τα πάθη μας, τα άτομά τους να καλούν το ένα το άλλο ωθούμενα από τη μυστική αγάπη μιας παράξενης συγγένειας; Η αιτία όμως δεν είχε καμιά σημασία. Ποτέ ξανά δε θα τολμούσε να προκαλέσει με προσευχή μια τρομερή δύναμη. Αν το πορτρέτο ήταν μοιραίο να αλλάξει, ας άλλαζε. Αυτό ήταν όλο. Γιατί να το ψάχνει περισσότερο;
Κι έπειτα, θα ήταν πραγματική απόλαυση να το παρακολουθεί. Θα ακολουθούσε τη σκέψη του ως τις πιο μυστικές του κρυψώνες. Το πορτρέτο θα ᾿ταν γι᾿  αυτόν ο μαγικός καθρέφτης.  Όπως τού είχε αποκαλύψει το κορμί του, θα τού αποκάλυπτε και την ψυχή του. Κι όταν θα ᾿ρχόταν ο χειμώνας, εκείνος θα εξακολουθούσε να βρίσκεται στο σημείο που η άνοιξη, τρέμοντας, παραδίνεται στο καλοκαίρι. Όταν το αίμα θα ᾿φευγε απ᾿  το πρόσωπο τού πίνακα, αφήνοντας πίσω του μια ωχρή μάσκα με μάτια βαριά, εκείνος θα διατηρούσε τη λάμψη τής νιότης. Ούτε ένας ανθός τής ομορφιάς του δε θα μαραινόταν. Ούτε ένας παλμός της ζωής του δε θ᾿  αδυνάτιζε. Σαν τούς θεούς των Ελλήνων, θα ᾿μενε δυνατός, ευκίνητος και χαρούμενος. Τι σημασία έχει τι θα πάθαινε το ζωγραφισμένο είδωλο του μουσαμά; Εκείνος θα ήταν ασφαλής. Αυτό ήταν το παν.
Έσυρε ξανά το παραβάν μπροστά στο πορτρέτο χαμογελώντας, και πέρασε στην κρεβατοκάμαρά του όπου τον περίμενε ήδη ο καμαριέρης του. Μια ώρα αργότερα, βρισκόταν στην Όπερα και ο λόρδος Χένρυ έσκυβε πάνω απ᾿  το κάθισμά του για να τού μιλήσει.
  (5) Andelina  Ραtti  (1843-1919):  μια από τις μεγαλύτερες σοπράνο τού δέκατου ένατου αιώνα. [Σ]

9

Kαθώς έπαιρνε το πρόγευμά του το επόμενο πρωί, μπήκε στο δωμάτιο ο Μπάζιλ Χόλγουορντ.
«Χαίρομαι πολύ που σε βρίσκω, Ντόριαν» είπε σοβαρά. «Πέρασα χτες το βράδυ και μού είπαν ότι ήσουν στην Όπερα. Φυσικά, ήξερα ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον να συμβαίνει. Έπρεπε να μού αφήσεις μήνυμα πού έχεις πάει στ᾿  αλήθεια. Πέρασα ένα φριχτό βράδυ με το φόβο ότι μια δεύτερη τραγωδία θ᾿  ακολουθούσε την πρώτη. Νομίζω ότι θα μπορούσες να μου ᾿χες στείλει ένα τηλεγράφημα όταν το πρωτόμαθες. Το διάβασα κατά τύχη σε μια βραδινή έκδοση τής Γκλόουμπ που έπεσε στα χέρια μου στη λέσχη. Ήρθα εδώ αμέσως και ένιωσα απαίσια που δε σε βρήκα. Δεν μπορώ να σού περιγράφω πόσο με συγκλόνισε αυτή η ιστορία. Ξέρω πόσο πρέπει να υποφέρεις. Όμως, πού ήσουν; Πήγες να δεις τη μητέρα τής κοπέλας; Για μια στιγμή, σκέφτηκα να σε ψάξω εκεί. Η εφημερίδα έγραφε τη διεύθυνση. Κάπου στη Γιούστον Ρόουντ, έτσι δεν είναι; Φοβήθηκα όμως μην ενοχλήσω με την παρουσία μου. Είναι ένας πόνος που δε θα μπορούσα να απαλύνω. Καημένη γυναίκα! Σε τι κατάσταση θα πρέπει να βρίσκεται! Κι ήταν το μοναχοπαίδι της! Τι είπε για όλ᾿  αυτά;»
«Αγαπητέ μου Μπάζιλ, πού θέλεις να ξέρω;» μουρμούρισε ο Ντόριαν Γκρέυ, πίνοντας μια γουλιά αχνοκίτρινο κρασί από ένα λεπτό, χρυσοστολισμένο βενετσιάνικο ποτήρι. Είχε ένα ύφος τρομερά βαριεστημένο. «Ήμουν στην Όπερα. Έπρεπε να ᾿ρθεις από κει. Συνάντησα για πρώτη φορά τη λαίδη Γκουέντολιν, την αδελφή τού Χάρυ. Ήμασταν στο θεωρείο της. Είναι φοβερά γοητευτική· και η Πάτι τραγούδησε υπέροχα. Μη μιλάς για φριχτά πράγματα. Όταν δε μιλάς για ένα γεγονός, τότε δεν έχει συμβεί στ᾿  αλήθεια. Η λεκτική έκφραση είναι, όπως λέει ο Χάρυ, αυτή που κάνει τα πράγματα αληθινά. Θα ᾿θελα ακόμη να σού πω ότι η Σίμπυλ δεν ήταν το μοναχοπαίδι αυτής τής γυναίκας. Υπάρχει κι ένας γιος, ένας γοητευτικός τύπος, νομίζω. Αλλά αυτός δεν παίζει στο θέατρο. Είναι ναυτικός, ή κάτι τέτοιο. Και τώρα, μίλησέ μου για σένα. Τι ζωγραφίζεις;»
«Πήγες στην Όπερα;» είπε ο Χόλγουορντ, μιλώντας πολύ αργά, και με μια έντονη χροιά πόνου στη φωνή του. «Πήγες στην Όπερα την ώρα που η Σίμπυλ Βέιν κειτόταν νεκρή σε κάποια άθλια πανσιόν; Πώς μπορείς και μιλάς για άλλες γοητευτικές γυναίκες και για την Πάτι που τραγούδησε θεϊκά, πριν καλά καλά η κοπέλα που αγάπησες αναπαυτεί στον τάφο της; Για τ᾿  όνομα του Θεού, άνθρωπέ μου, το μικρό, λευκό κορμάκι της έχει να περάσει τρομακτικές ταλαιπωρίες ακόμη!»
«Σταμάτα, Μπάζιλ! Δε θέλω ν᾿  ακούω!» φώναξε ο Ντόριαν, και πετάχτηκε πάνω. «Μη μού μιλάς για τέτοια πράματα. Ό,τι έγινε, έγινε. Το παρελθόν είναι παρελθόν».
«Δηλαδή το χτες είναι για σένα παρελθόν;»
«Τι σημασία έχει πόσος χρόνος πέρασε στην πραγματικότητα; Μόνο οι ρηχοί άνθρωποι χρειάζονται χρόνια και χρόνια για ν᾿  απαλλαγούν από ένα συναίσθημα. Ένας άνθρωπος με αυτοκυριαρχία μπορεί να δώσει τέλος σ᾿  έναν πόνο το ίδιο εύκολα, όσο εύκολα μπορεί ν᾿  ανακαλύψει και μια καινούρια απόλαυση. Δε θέλω να αφεθώ στο έλεος των συναισθημάτων μου. Θέλω να τα χρησιμοποιώ, να τα απολαμβάνω και να τα εξουσιάζω».
«Ντόριαν, αυτό που λες είναι φοβερό! Κάτι σ᾿  έχει αλλάξει εντελώς. Εξωτερικά δείχνεις το ίδιο υπέροχο παιδί που κάθε μέρα ερχόταν στο ατελιέ μου και πόζαρε για το πορτρέτο του. Τότε όμως ήσουν απλός, φυσικός και συναισθηματικός. Ήσουν το πιο αγνό και γνήσιο πλάσμα τού κόσμου. Τώρα, δεν ξέρω τι σ᾿  έχει πιάσει. Μιλάς σαν να μην έχεις καρδιά και συμπόνια μέσα σου. Φταίει η επιρροή τού Χάρυ. Είμαι σίγουρος».
Το αγόρι έγινε κατακόκκινο, και πηγαίνοντας στο παράθυρο, κοίταξε για λίγα λεπτά τον καταπράσινο, ηλιόλουστο κήπο. «Χρωστάω πολλά στον Χάρυ, Μπάζιλ» είπε στο τέλος - «περισσότερα απ᾿  όσα χρωστάω σ᾿  εσένα. Εσύ, το μόνο που μού δίδαξες είναι η ματαιοδοξία».
«Αν το ᾿κανα αυτό, έχω τιμωρηθεί, Ντόριαν - ή θα τιμωρηθώ μια μέρα».
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, Μπάζιλ» αναφώνησε, κάνοντας μεταβολή. «Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις. Πραγματικά, τι θέλεις;»
«Θέλω τον Ντόριαν Γκρέυ που ζωγράφισα» είπε θλιμμένα ο καλλιτέχνης.
«Μπάζιλ» είπε ο νέος, πλησιάζοντάς τον και βάζοντας το χέρι του στον ώμο τού ζωγράφου, «ήρθες πολύ αργά. Χτες, όταν έμαθα ότι η Σίμπυλ Βέιν αυτοκτόνησε...»
«Αυτοκτόνησε! Θεέ μου! Είναι σίγουρο αυτό;» φώναξε ο Χόλγουορντ, κοιτάζοντάς τον με τρόμο.
«Αγαπητέ μου Μπάζιλ! Δε φαντάζομαι να πιστεύεις ότι ήταν κάποιο βάρβαρο ατύχημα; Φυσικά αυτοκτόνησε».
Ο Μπάζιλ έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του. «Τρομερό» μουρμούρισε, κι ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του.
«Όχι» είπε ο Ντόριαν Γκρέυ, «δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στην αυτοκτονία της. Είναι μια από τις μεγάλες ρομαντικές τραγωδίες τής εποχής μας. Κατά κανόνα, οι ηθοποιοί ζουν την πιο κοινότυπη ζωή που μπορείς να φανταστείς. Είναι καλοί σύζυγοι ή πιστές σύζυγοι, ή κάτι άλλο εξίσου ανιαρό. Ξέρεις τι θέλω να πω - αυτή τη μικροαστική αρετή κι όλα τα σχετικά. Πόσο διαφορετική ήταν η Σίμπυλ! Εκείνη έζησε την πιο όμορφη τραγωδία της. Πάντα ήταν ηρωίδα. Το τελευταίο βράδυ που έπαιξε - το βράδυ που την είδες - έπαιξε άσχημα, γιατί είχε γνωρίσει την πραγματικότητα τού έρωτα. Όταν κατάλαβε πως ήταν πλασματικός, πέθανε, ακριβώς όπως θα πέθαινε και η Ιουλιέτα. Πέρασε ξανά στη σφαίρα τής τέχνης. Υπάρχει κάτι πάνω της που θυμίζει μάρτυρα. Ο θάνατός της είναι το ίδιο συγκινητικός και άχρηστος, όσο κι ο θάνατος ενός μάρτυρα, έχει όλη τη σπαταλημένη ομορφιά τού μαρτυρίου. Όπως σού έλεγα, όμως, δεν πρέπει να νομίσεις ότι δεν υπέφερα. Αν είχες έρθει χτες, κάποια συγκεκριμένη στιγμή - γύρω στις πεντέμισι ή στις έξι παρά τέταρτο - θα μ᾿  είχες βρει βουτηγμένο στα δάκρυα. Ακόμη κι ο Χάρυ, που ήταν εδώ, γιατί αυτός μού έφερε τα νέα τού θανάτου της, δεν κατάλαβε καθόλου τι περνούσα. Υπέφερα απερίγραπτα. Ύστερα μού πέρασε. Δεν μπορώ να επαναλάβω ένα συναίσθημα. Κανένας δεν μπορεί, εκτός απ᾿  τούς αισθηματίες. Είσαι φοβερά άδικος, Μπάζιλ. Ήρθες εδώ για να με παρηγορήσεις. Μεγάλη καλοσύνη απ᾿  τη μεριά σου. Με βρίσκεις παρηγορημένο και γίνεσαι έξαλλος. Τυπική συμπεριφορά ανθρώπου που συμπονά τον πλησίον του! Μού θυμίζεις μια ιστορία που μού είπε ο Χάρυ για κάποιον φιλάνθρωπο που ξόδεψε είκοσι χρόνια τής ζωής του προσπαθώντας να επανορθώσει μια αδικία ή ν᾿  αλλάξει έναν άδικο νόμο - δε θυμάμαι τι ακριβώς. Στο τέλος το κατάφερε και η απογοήτευσή του δεν είχε όρια. Δεν είχε πια απολύτως τίποτε να κάνει, κόντεψε να πεθάνει από πλήξη κι έγινε αμετάπειστα μισάνθρωπος. Και πέρα απ᾿  αυτό, αγαπητέ μου Μπάζιλ, αν θέλεις πραγματικά να με παρηγορήσεις, μάθε με καλύτερα πώς να ξεχάσω αυτό που συνέβη, ή πώς να το δω απ᾿  τη σωστή καλλιτεχνική του σκοπιά. Δεν ήταν ο Γκοτιέ αυτός που έγραφε για την παρηγοριά των τεχνών; Θυμάμαι μια μέρα στο ατελιέ σου που άνοιξα τυχαία ένα μικρό βιβλιαράκι με εξώφυλλο από περγαμηνή κι έπεσα πάνω σ᾿  αυτή την καταπληκτική φράση. Δεν είμαι βέβαια σαν εκείνο τον νέο που μού ᾿λεγες όταν πηγαίναμε μαζί στο Μάρλοου, τον νέο που έλεγε ότι το κίτρινο σατέν μπορεί να παρηγορήσει για όλες τις δυστυχίες τής ζωής. Εγώ αγαπώ τα ωραία πράγματα που μπορείς να τ᾿ αγγίξεις και να τα αισθανθείς: παλιά μπροκάρ, πρασινισμένους μπρούντζους, καλλιτεχνήματα λάκας, σκαλιστό ελεφαντόδοντο, εξαίσιο περιβάλλον, πολυτέλεια, μεγαλοπρέπεια - έχουν πολλά να σού προσφέρουν. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι η καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία που δημιουργούν, ή έστω αποκαλύπτουν. Όταν γίνεσαι θεατής τής ίδιας σου τής ζωής, όπως λέει ο Χάρυ, ξεφεύγεις απ᾿  τον πόνο της ζωής. Ξέρω ότι νιώθεις μεγάλη έκπληξη που μ᾿  ακούς να σού μιλάω έτσι. Δεν έχεις καταλάβει πόσο έχω εξελιχθεί. Όταν με γνώρισες, ήμουν ένα σχολιαρόπαιδο. Τώρα είμαι άντρας. Έχω καινούρια πάθη, καινούριες σκέψεις, καινούριες ιδέες. Είμαι διαφορετικός, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να με συμπαθείς λιγότερο. Έχω αλλάξει, εσύ όμως πρέπει να μείνεις φίλος μου για πάντα. Φυσικά κι έχω μεγάλη αδυναμία στον Χάρυ. Ξέρω, ωστόσο, ότι εσύ είσαι καλύτερος από κείνον. Δεν είσαι δυνατότερος - φοβάσαι υπερβολικά τη ζωή - αλλά είσαι καλύτερος. Και πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν κάποτε μαζί! Μη μ᾿  εγκαταλείπεις, Μπάζιλ, και μη με μαλώνεις. Είμαι αυτός που είμαι. Δεν υπάρχει τίποτ᾿  άλλο να πούμε πάνω σ᾿  αυτό».
Ο ζωγράφος ένιωσε παράξενα συγκινημένος. Ο νέος τού ήταν αφάνταστα αγαπητός, και η προσωπικότητά του είχε σταθεί  το μεγάλο σημείο καμπής στην τέχνη του. Δεν άντεχε την ιδέα να συνεχίσει να τον κατηγορεί. Στο κάτω κάτω, η αδιαφορία του ίσως και να ᾿ταν απλώς μια περαστική διάθεση, μια διάθεση τής στιγμής. Υπήρχαν τόσο πολλά καλά στοιχεία μέσα του, στοιχεία τόσο ευγενικά.
«Καλά, Ντόριαν» είπε τελικά μ᾿  ένα  θλιμμένο χαμόγελο. «Δε θα σού ξαναμιλήσω γι᾿  αυτή την τραγική ιστορία. Ελπίζω μονάχα να μην αναφερθεί τ᾿  όνομά σου σε συσχετισμό μ᾿  αυτήν. Η προανάκριση θα γίνει σήμερα το απόγευμα. Σ᾿  έχουν καλέσει;»
Ο Ντόριαν κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και στο πρόσωπό του φάνηκε ότι ενοχλήθηκε απ᾿  την αναφορά τής λέξης «προανάκριση». Σ᾿  αυτά τα πράγματα υπήρχε κάτι τόσο ωμό και πεζό. «Δεν ξέρουν τ᾿  όνομά μου» αποκρίθηκε.
«Εκείνη όμως, δεν μπορεί, θα το ήξερε».
«Μόνο το μικρό μου όνομα, και είμαι σίγουρος ότι δεν το είχε πει σε κανέναν. Μού είπε μια φορά ότι όλοι ήταν πολύ περίεργοι να μάθουν ποιος είμαι, κι εκείνη συνεχώς τούς έλεγε πως με λένε Χαριτωμένο Πρίγκιπα. Ήταν πολύ όμορφο εκ μέρους της. Πρέπει να μού ζωγραφίσεις τη Σίμπυλ, Μπάζιλ. Θα ᾿θελα να ᾿χω κάτι απ᾿  αυτήν, κάτι περισσότερο από την ανάμνηση λίγων φιλιών και μερικών μισοειπωμένων, παθιασμένων λέξεων».
«Θα προσπαθήσω να κάνω κάτι, Ντόριαν, αν αυτό θα σ᾿  ευχαριστούσε. Αλλά πρέπει να έρθεις στο ατελιέ και να μού ξαναποζάρεις. Δεν μπορώ να δουλέψω χωρίς εσένα».
«Ποτέ δε Θα μπορέσω να ξαναποζάρω για σένα, Μπάζιλ. Είναι αδύνατον!» αναφώνησε, κάνοντας ένα βήμα πίσω.
Ο ζωγράφος τον κοίταξε απορημένος. «Αγαπητό μου παιδί, τι ανοησίες είναι αυτές;» φώναξε. «Θέλεις να πεις ότι δε σού άρεσε το πορτρέτο που σού ζωγράφισα; Πού είναι; Γιατί το ᾿κρυψες πίσω απ᾿  το παραβάν; Άσε με να το δω. Είναι ό,τι καλύτερο έχω ζωγραφίσει ποτέ. Τράβηξε το παραβάν, Ντόριαν. Είναι ντροπή να κρύβει ο υπηρέτης σου το έργο μου. Απ᾿  τη στιγμή που μπήκα, ένιωσα ότι το δωμάτιο ήταν διαφορετικό».
«Ο υπηρέτης μου δεν έχει καμιά σχέση, Μπάζιλ. Φαντάζεσαι ότι θα τον άφηνα να τακτοποιεί το δωμάτιό μου όπως θέλει; Μερικές φορές μού γεμίζει τα βάζα με λουλούδια - αυτό είν᾿  όλο. Όχι, εγώ το έβαλα εκεί. Έπεφτε πολύ φως πάνω στο πορτρέτο».
«Πολύ φως! Δεν πιστεύω να μιλάς σοβαρά, αγαπητέ μου; Η θέση αυτή είναι καταπληκτική. Άσε με να το δω». Και ο Χόλγουορντ προχώρησε προς τη γωνία τού δωματίου.
Μια κραυγή τρόμου ξέφυγε απ᾿  τα χείλη τού Ντόριαν Γκρέυ, που όρμησε ανάμεσα στο ζωγράφο και το παραβάν. «Μπάζιλ» είπε κάτωχρος, «δεν πρέπει να το δεις. Δε θέλω να το δεις».
«Να μη δω το έργο μου! Δε μιλάς σοβαρά. Για ποιο λόγο να μην το δω;» διαμαρτυρήθηκε γελώντας ο Χόλγουορντ.
«Αν προσπαθήσεις να το δεις, Μπάζιλ, στο λόγο τής τιμής μου δε θα σού ξαναμιλήσω ποτέ. Μιλάω πολύ σοβαρά. Δε θα σού δώσω καμιά εξήγηση, και μη με ρωτήσεις γιατί. Να ξέρεις όμως πως αν αγγίξεις αυτό το παραβάν, όλα έχουν τελειώσει μεταξύ μας».
Τον Χόλγουορντ σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Κοιτούσε τον Ντόριαν Γκρέυ αποσβολωμένος. Ποτέ δεν τον είχε δει σε τέτοια κατάσταση. Ο νέος ήταν κυριολεκτικά κάτωχρος από τη λύσσα. Οι γροθιές του ήταν σφιγμένες και οι κόρες των ματιών του έμοιαζαν με δίσκους γαλάζιας φλόγας. Έτρεμε ολόκληρος.
«Ντόριαν!»
«Μη μιλάς!»
«Μα τι συμβαίνει; Φυσικά και δε θα το δω αν δε θέλεις» είπε μάλλον ψυχρά, κάνοντας μεταβολή και πλησιάζοντας το παράθυρο. «Αλλά, πραγματικά, μού φαίνεται παράλογο να μην μπορώ να δω το ίδιο μου το έργο, και μάλιστα τώρα που αποφάσισα να το εκθέσω στο Παρίσι το φθινόπωρο. Ίσως χρειαστεί να τού περάσω άλλο ένα χέρι βερνίκι πριν την έκθεση, οπότε κάποια μέρα θα το δω, γιατί όχι σήμερα λοιπόν;»
«Να το εκθέσεις! Θέλεις να το εκθέσεις;» φώναξε ο Ντόριαν Γκρέυ, και μια παράξενη αίσθηση τρόμου τον κυρίεψε. Θα έβλεπε λοιπόν όλος ο κόσμος το μυστικό του; Θα χάζευαν οι άνθρωποι με το στόμα ανοιχτό το μυστήριο τής ζωής του; Αυτό ήταν αδύνατον. Κάτι - δεν ήξερε τι - κάτι έπρεπε να γίνει αμέσως.
«Ναι. Δε φαντάζομαι να ᾿χεις αντίρρηση. Ο Ζορζ Πετί θα συγκεντρώσει τούς καλύτερους πίνακές μου για μια ειδική έκθεση στη Ρι  ντε Σεζ, που θ᾿  ανοίξει την πρώτη βδομάδα τού Οκτωβρίου. Το πορτρέτο θα λείψει μονάχα για ένα μήνα. Φαντάζομαι ότι δε σού είναι δύσκολο να το αποχωριστείς για τόσο λίγο. Εδώ που τα λέμε, εκείνο τον καιρό θα πρέπει να είσαι εκτός Λονδίνου. Κι αφού το ᾿χεις μονίμως κρυμμένο πίσω απ᾿  το παραβάν, δεν πρέπει να σε νοιάζει και τόσο πολύ».
 Ο Ντόριαν Γκρέυ σκούπισε με την παλάμη του το μέτωπό του. Ήταν γεμάτο σταγόνες ιδρώτα. Ένιωθε ότι βρισκόταν στο χείλος ενός φοβερού κινδύνου. «Ένα μήνα πριν μού έλεγες ότι δε θα το εκθέσεις ποτέ» φώναξε. «Για ποιο λόγο άλλαξες γνώμη; Τελικά, εσείς που δηλώνετε συνεπείς, αλλάζετε διαθέσεις το ίδιο εύκολα όσο και ο καθένας. Η μόνη διαφορά είναι πως οι δικές σας διαθέσεις τής στιγμής δεν πρέπει να τις παίρνει κανείς τοις μετρητοίς. Δεν μπορείς να έχεις ξεχάσει ότι με διαβεβαίωνες με κάθε σοβαρότητα πως τίποτα στον κόσμο δε θα σ᾿  έπειθε να το εκθέσεις. Και στον Χάρυ είπες το ίδιο ακριβώς». Σταμάτησε ξαφνικά και απ᾿  τα μάτια του πέρασε μια λάμψη. Θυμήθηκε κάτι που τού είχε πει κάποτε ο λόρδος Χένρυ, μεταξύ σοβαρού και αστείου: «Αν θέλεις να περάσεις ένα παράξενο και ενδιαφέρον τέταρτο τής ώρας, βάλε τον Μπάζιλ να σού πει γιατί δε θέλει να εκθέσει το πορτρέτο σου. Εμένα μού το είπε, και τα λόγια του ήταν μια αποκάλυψη». Ναι, ίσως και ο Μπάζιλ να είχε το μυστικό του. Θα τον ρωτούσε και θα προσπαθούσε να το μάθει.
«Μπάζιλ» είπε, κοιτάζοντάς τον κατάματα καθώς τον πλησίαζε, «έχουμε κι οι δυο ένα μυστικό. Πες μου το δικό σου και θα σού πω κι εγώ το δικό μου. Ποιος ήταν ο λόγος που αρνιόσουν ως τώρα να εκθέσεις το πορτρέτο μου;»
Ο ζωγράφος ανατρίχιασε. «Ντόριαν, αν σού το έλεγα, μπορεί να με συμπαθούσες λιγότερο, κι ασφαλώς θα με κορόιδευες. Από σένα δε θα το άντεχα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αν δε θέλεις να ξαναδώ το πορτρέτο σου, εντάξει, δε με νοιάζει. Θα ᾿χω εσένα να βλέπω. Αν θέλεις το καλύτερο έργο που έκανα ποτέ να μείνει άγνωστο στον κόσμο, είμαι ικανοποιημένος. Η φιλία σου μού είναι πιο πολύτιμη και από τη δημοσιότητα και από τη φήμη».
«Όχι, Μπάζιλ, πρέπει να μού πεις» επέμεινε ο Ντόριαν Γκρέυ. «Νομίζω ότι έχω δικαίωμα να ξέρω». Ο φόβος του είχε περάσει και τη θέση του είχε πάρει η περιέργεια. Ήταν αποφασισμένος ν᾿  ανακαλύψει το μυστικό τού Μπάζιλ Χόλγουορντ.
«Ας καθίσουμε, Ντόριαν» είπε ο ζωγράφος ταραγμένος. «Ας καθίσουμε. Και απάντησέ μου σ᾿  αυτό. Έχεις παρατηρήσει στον πίνακα κάτι περίεργο - κάτι που ίσως στην αρχή δε σού  ᾿κανε εντύπωση και σού αποκαλύφθηκε ξαφνικά;»
«Μπάζιλ!» φώναξε ο νέος, αρπάζοντας τα μπράτσα τής πολυθρόνας του με χέρια τρεμάμενα, και κοιτάζοντας τον με μάτια ορθάνοιχτα, αγριεμένα κι ανήσυχα.
«Όπως βλέπω, το ᾿χεις προσέξει. Μη μιλάς. Περίμενε ν᾿  ακούσεις τι έχω να σού πω. Ντόριαν, απ᾿  τη στιγμή που σε γνώρισα, η προσωπικότητά σου άσκησε επάνω μου την πιο περίεργη επίδραση που μπορείς να φανταστείς. Κυριάρχησες στην ψυχή, στο πνεύμα και στη δύναμή μου. Έγινες για μένα η ορατή ενσάρκωση εκείνου τού αόρατου ιδανικού που η ανάμνησή του στοιχειώνει εμάς τούς καλλιτέχνες σαν ένα εξαίσιο όνειρο. Σε λάτρεψα. Άρχισα να ζηλεύω όποιον μιλούσε μαζί σου. Σε ήθελα αποκλειστικά για μένα. Ένιωθα ευτυχισμένος μονάχα όταν ήμουν μαζί σου. Όταν ήσουν μακριά μου, εξακολουθούσες να είσαι παρών στην τέχνη μου... Φυσικά, δε σ᾿  άφησα ποτέ να καταλάβεις τίποτε απ᾿  όλα αυτά. Δεν έπρεπε. Δε θα τα καταλάβαινες. Ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν τα καταλάβαινα. Το μόνο που ήξερα, ήταν ότι είχα δει την τελειότητα καταπρόσωπο, και ότι ο κόσμος είχε γίνει υπέροχος στα μάτια μου - υπερβολικά υπέροχος ίσως, γιατί σε μια τέτοια παράφορη λατρεία υπάρχει κίνδυνος, ο κίνδυνος να τη χάσεις, αλλά κι ο κίνδυνος να τη διατηρήσεις... Οι βδομάδες περνούσαν κι εσύ με απορροφούσες όλο και πιο πολύ. Κι ύστερα τα πράγματα εξελίχθηκαν. Σε είχα σχεδιάσει σαν Πάρη με μια κομψή πανοπλία και σαν Άδωνη με γυαλιστερό ακόντιο και κυνηγετικό μανδύα. Στεφανωμένος με βαριά άνθη λωτού είχες καθίσει στην πλώρη τού πλοίου τού Αδριανού, κοιτάζοντας το θολό, πράσινο Νείλο. Είχες σκύψει πάνω απ᾿  τα ήσυχα νερά μιας λιμνούλας σε κάποιο ελληνικό δάσος και κοιτούσες στο σιωπηλό ασήμι τού νερού το θαύμα τής μορφής σου. Και όλ᾿  αυτά ήταν έτσι όπως θα ᾿πρεπε να είναι η τέχνη: ασύνειδη, ιδανική κι απόμακρη. Μια μέρα, μια μοιραία μέρα, όπως σκέφτομαι καμιά φορά, αποφάσισα να ζωγραφίσω ένα υπέροχο πορτρέτο σου, όπως είσαι στ᾿  αλήθεια, όχι με την αμφίεση των νεκρών εποχών, αλλά με τα δικά σου ρούχα και στη δική σου εποχή. Δεν ξέρω αν ήταν ο ρεαλισμός τής μεθόδου, ή μόνο το θαύμα τής προσωπικότητάς σου που παρουσιάστηκε έτσι άμεσα μπροστά μου, δίχως ομίχλες ή πέπλα. Ξέρω όμως ότι καθώς δούλευα, κάθε κουκκίδα, κάθε λεπτή στρώση χρώματός μού φαινόταν πως αποκάλυπτε το μυστικό μου.  Άρχισα να φοβάμαι ότι οι άλλοι θα καταλάβαιναν την ειδωλολατρία μου. Ένιωθα, Ντόριαν, ότι είχα πει πάρα πολλά, ότι είχα βάλει πάρα πολλά απ᾿  τον εαυτό μου στο πορτρέτο. Τότε ήταν που αποφάσισα να μην επιτρέψω ποτέ να εκτεθεί αυτός ο πίνακας. Εσύ ενοχλήθηκες λίγο· δεν είχες καταλάβει τι σήμαινε για μένα. Όταν μίλησα με τον Χάρυ για όλ᾿  αυτά, με κορόιδεψε. Μα δε με πείραξε αυτό. Κι όταν ο πίνακας τελείωσε και έμεινα μόνος μαζί του, ένιωσα ότι είχα δίκιο... Ε, λίγες μέρες αργότερα, το πορτρέτο έφυγε απ᾿  το ατελιέ μου. και μόλις ξέφυγα από την αβάσταχτη γοητεία τής παρουσίας του, άρχισα να νιώθω πως ήμουν ανόητος να φαντάζομαι ότι είχα δει κάτι σ᾿  αυτό, κάτι περισσότερο απ᾿  το ότι είσαι εξαιρετικά όμορφος κι ότι εγώ ξέρω να ζωγραφίζω. Ακόμη και τώρα δεν μπορώ παρά να νιώθω ότι είναι λάθος να πιστεύουμε πως το πάθος που αισθάνεται κανείς όταν δημιουργεί, φαίνεται στ᾿  αλήθεια στο τελειωμένο έργο. Η τέχνη είναι πάντοτε πιο αφηρημένη απ᾿  όσο φανταζόμαστε. Η μορφή και το χρώμα μάς μιλούν για μορφή και χρώμα - κι αυτό είν᾿  όλο. Πολύ συχνά, μού φαίνεται πως η τέχνη κρύβει τον καλλιτέχνη πολύ περισσότερο απ᾿  όσο τον αποκαλύπτει. Κι έτσι, όταν μού έγινε αυτή η προσφορά απ᾿  το Παρίσι, αποφάσισα να στείλω το πορτρέτο σου σαν το κυριότερο έργο τής έκθεσής μου. Δε μού πέρασε ποτέ απ᾿  το μυαλό η σκέψη ότι θ᾿  αρνιόσουν. Τώρα βλέπω ότι έχεις δίκιο. Το πορτρέτο δεν μπορεί να εκτεθεί. Μη θυμώσεις μαζί μου, Ντόριαν, για όσα σού είπα. Όπως είχα πει κάποτε και στον Χάρυ, είσαι πλασμένος για να σε λατρεύουν».
Ο Ντόριαν Γκρέυ πήρε μια βαθιά ανάσα. Τα μάγουλά του ξαναβρήκαν το χρώμα τους κι ένα χαμόγελο αχνοφάνηκε στα χείλη του. Ο κίνδυνος είχε περάσει. Για την ώρα ήταν ασφαλής. Κι ωστόσο, δεν μπόρεσε να μη νιώσει μιαν απέραντη λύπη για το ζωγράφο που μόλις τού είχε κάνει αυτή την παράξενη εξομολόγηση, και αναρωτήθηκε αν θα τον εξουσίαζε ποτέ και τον ίδιο τόσο πολύ η προσωπικότητα ενός φίλου.  Ο λόρδος Χένρυ είχε τη γοητεία ενός ανθρώπου πολύ επικίνδυνου. Όμως αυτό ήταν όλο. Ήταν υπερβολικά έξυπνος και κυνικός για να τον αγαπήσει κανείς πραγματικά. Θα υπήρχε άραγε ποτέ κανείς που θα τον γέμιζε μ᾿  αυτή την παράξενη ειδωλολατρία; Μήπως ήταν αυτό ένα απ᾿  τα πράγματα που τού επιφύλασσε η ζωή;
«Μού φαίνεται καταπληκτικό, Ντόριαν» είπε ο Χόλγουορντ, «που τα διέκρινες όλ᾿  αυτά στο πορτρέτο. Μα τα είδες πραγματικά;»  «Είδα κάτι» αποκρίθηκε εκείνος, «κάτι που μού φάνηκε πολύ παράξενο».
«Λοιπόν, τι λες τώρα; Θα μ᾿  αφήσεις να δω τον πίνακα;»
Ο Ντόριαν κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Μη μού το ζητάς αυτό, Μπάζιλ. Μού είναι αδύνατον να σου επιτρέψω να σταθείς μπροστά σ᾿  αυτό το πορτρέτο».
«Μια άλλη φορά τότε».
«Ποτέ».
«Καλά, ίσως έχεις δίκιο. Και τώρα αντίο, Ντόριαν. Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος στη ζωή μου που επηρέασε πραγματικά την τέχνη μου. Ό,τι καλό έχω κάνει, το χρωστάω σ᾿  εσένα. Α! Δεν ξέρεις πόσο μού στοίχισε να σού πω όλα όσα σού είπα».
«Αγαπητέ μου Μπάζιλ» είπε ο Ντόριαν, «τι μού είπες; Απλούστατα ότι ένιωθες πως με θαύμαζες υπερβολικά. Αυτό δεν είναι ούτε καν κομπλιμέντο».
«Δεν είχα την πρόθεση να σού κάνω κομπλιμέντο. Ήτανε μια εξομολόγηση. Τώρα που την έκανα, νομίζω ότι κάτι χάθηκε από μέσα μου. Ίσως δεν πρέπει κανείς να εκφράζει τη λατρεία του με λόγια».
«Ήταν μια πολύ απογοητευτική εξομολόγηση».
«Μα τι περίμενες, Ντόριαν; Δε φαντάζομαι να είδες και τίποτ᾿  άλλο στο πορτρέτο; Υπάρχει κάτι ακόμη;»
«Όχι, δεν υπάρχει τίποτ᾿  άλλο. Γιατί ρωτάς; Δεν πρέπει όμως να μιλάς για λατρεία. Είναι ανόητο. Εσύ κι εγώ είμαστε φίλοι, Μπάζιλ, και πρέπει να μείνουμε φίλοι για πάντα».
«Εσύ έχεις τον Χάρυ» είπε ο ζωγράφος θλιμμένα.
«Α, τον Χάρυ!» φώναξε ο νέος μ᾿  ένα χαρούμενο γέλιο. «Ο Χάρυ περνάει τις μέρες του λέγοντας πράγματα απίστευτα και τα βράδια του κάνοντας πράγματα απίθανα. Είναι ακριβώς η ζωή που θα ᾿θελα κι εγώ να κάνω. Μα δε νομίζω ότι θα πήγαινα στον Χάρυ αν είχα κάποιο πρόβλημα. Σ᾿  εσένα θα ᾿ρχόμουν πρώτα, Μπάζιλ».
«Θα μού ποζάρεις ξανά;»
«Αδύνατον!»
«Καταστρέφεις την καλλιτεχνική μου ζωή με την άρνησή σου, Ντόριαν. Κανένας δε συναντάει δύο ιδανικά στη ζωή του. Οι περισσότεροι δε συναντούν ούτε καν ένα».
«Δεν μπορώ να σού το εξηγήσω, Μπάζιλ, αλλά δεν πρέπει ποτέ πια να σού ξαναποζάρω. Υπάρχει κάτι μοιραίο σ᾿  ένα πορτρέτο. Έχει μια δική του ζωή. Θα έρθω να πιούμε το τσάι μας μαζί. Αυτό θα είναι εξίσου ευχάριστο».
«Πιο ευχάριστο για σένα, φοβάμαι» μουρμούρισε λυπημένα ο Χόλγουορντ. «Και τώρα, αντίο. Λυπάμαι που δε μού επιτρέπεις να ξαναδώ το πορτρέτο. Αλλά δεν μπορεί να γίνει τίποτε. Καταλαβαίνω απόλυτα τι αισθάνεσαι».
Μόλις βγήκε απ᾿  το δωμάτιο, στο πρόσωπο τού Ντόριαν Γκρέυ σχηματίστηκε ένα χαμόγελο. Ο καημένος ο Μπάζιλ! Πόσο λίγο καταλάβαινε τον πραγματικό λόγο τής άρνησής του! Και τι παράξενο ήταν που, αντί να αναγκαστεί εκείνος να αποκαλύψει το μυστικό του, είχε πετύχει, σχεδόν κατά τύχη, να αποσπάσει ένα μυστικό απ᾿  το φίλο του! Και πόσα πράγματα τού εξήγησε αυτή η παράξενη εξομολόγηση! Τις παράλογες εκρήξεις ζήλιας τού  ζωγράφου, την τυφλή του αφοσίωση, τα υπερβολικά του εγκώμια, τις περίεργες σιωπές του - τώρα τα καταλάβαινε όλα, και τον λυπόταν. Τού φαινόταν ότι υπήρχε κάτι τραγικό σε μια φιλία με τόσο έντονο ρομαντικό χρώμα.
Αναστέναξε και χτύπησε το κουδούνι. Έπρεπε πάση θυσία να κρύψει κάπου το πορτρέτο. Δεν ήταν διατεθειμένος να το ριψοκινδυνέψει πάλι ν᾿  ανακαλυφθεί το μυστικό του.
Ήταν τρέλα που το είχε αφήσει, έστω και για μια ώρα, σ᾿  ένα δωμάτιο όπου θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να μπει κάποιος φίλος του.

10

Όταν ήρθε ο υπηρέτης του, τον κοίταξε έντονα κι αναρωτήθηκε αν τού είχε περάσει, η σκέψη να κρυφοκοιτάξει πίσω απ᾿  το παραβάν. Είχε ένα ύφος εντελώς απαθές και περίμενε τις διαταγές του. Ο Ντόριαν άναψε ένα τσιγάρο, πλησίασε στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε. Έβλεπε πολύ καθαρά και το πρόσωπο τού υπηρέτη του. Έμοιαζε με ατάραχη μάσκα δουλοπρέπειας. Δεν είχε τίποτε να φοβηθεί. Σκέφτηκε όμως ότι θα ᾿ταν καλύτερο να πάρει τα μέτρα του.
Μιλώντας πολύ αργά, τού είπε να ειδοποιήσει την οικονόμο ότι ήθελε να τη δει, και μετά να πάει στον κορνιζοποιό και να τον παρακαλέσει να στείλει αμέσως δυο ανθρώπους του. Τού φάνηκε πως, καθώς ο υπηρέτης έφευγε από το δωμάτιο, γύρισε για μια στιγμή τα μάτια του προς τη μεριά τού παραβάν. Ή μήπως ήταν ιδέα του;
Σε λίγο, φορώντας το μαύρο μεταξωτό της φόρεμα και τα παλιομοδίτικα πλεχτά της γάντια, μπήκε βιαστικά στη βιβλιοθήκη η κυρία Λιφ. Τής ζήτησε το κλειδί τής αίθουσας διδασκαλίας.
«Τής παλιάς αίθουσας διδασκαλίας, κύριε Ντόριαν;» αναφώνησε εκείνη. «Μα είναι γεμάτη σκόνη. Πρέπει να την τακτοποιήσω και να την καθαρίσω πρώτα. Δεν είναι καθόλου σωστό να τη δείτε έτσι, κύριε. Πραγματικά, καθόλου σωστό».
«Δε θέλω να την τακτοποιήσεις, Λιφ. Το μόνο που θέλω είναι το κλειδί».
«Μα, κύριε, θα γεμίσετε αράχνες. Για τ᾿  όνομα τού θεού, αυτή την αίθουσα έχουμε να την ανοίξουμε σχεδόν πέντε χρόνια, από τότε που πέθανε η εντιμότης του».
Το πρόσωπό του συσπάστηκε μόλις άκουσε για τον παππού του. Είχε μισητές αναμνήσεις απ᾿  αυτόν. «Δεν έχει σημασία» αποκρίθηκε. «Το μόνο που θέλω είναι να ρίξω μια ματιά στο δωμάτιο - τίποτ᾿  άλλο. Δώσε μου το κλειδί».
«Ορίστε το κλειδί, κύριε» είπε η ηλικιωμένη κυρία, ψάχνοντας τα κλειδιά τής αρμαθιάς της με αβέβαια και τρεμάμενα χέρια. «Να το. Θα το βγάλω αμέσως. Δεν πιστεύω όμως να θέλετε να μείνετε εκεί πάνω, κύριε, είστε τόσο καλά τακτοποιημένος εδώ».
«Όχι, όχι» φώναξε εκείνος ανυπόμονα. «Ευχαριστώ, Λιφ. Δε σε θέλω τίποτ᾿  άλλο».
Εκείνη καθυστέρησε μερικά λεπτά, φλυαρώντας ακατάσχετα για κάποια λεπτομέρεια τού νοικοκυριού. Ο Ντόριαν αναστέναξε και τής είπε να τα κανονίσει όπως νόμιζε καλύτερα. Η οικονόμος έφυγε απ᾿  το δωμάτιο όλο χαμόγελα.
Μόλις έκλεισε η πόρτα, ο Ντόριαν έβαλε το κλειδί στην τσέπη του κι έριξε μια ματιά ολόγυρα. Το βλέμμα του έπεσε σ᾿  ένα μεγάλο πορφυρό κάλυμμα από σατέν όλο χρυσά κεντήματα, ένα θαυμάσιο δείγμα βενετσιάνικης τέχνης τού τέλους τού δέκατου έβδομου αιώνα, που ο παππούς του είχε ανακαλύψει σ᾿  ένα μοναστήρι κοντά στην Μπολόνια. Ναι, μ᾿  αυτό θα τύλιγε το φοβερό πορτρέτο. Ίσως να το είχαν χρησιμοποιήσει πολλές φορές για κάλυμμα νεκρού.  Τώρα θα έκρυβε κάτι που ήταν μολυσμένο με τη δική του σήψη, χειρότερη κι από τη σήψη τού θανάτου - κάτι που θα γεννούσε φρίκη, μα δε θα πέθαινε ποτέ. Ό,τι είναι το σκουλήκι για το πτώμα, θα ᾿ταν οι αμαρτίες του για το ζωγραφισμένο είδωλό του πάνω στο μουσαμά. Θα κατέστρεφαν την ομορφιά του και θα κατέτρωγαν τη χάρη του. Θα το μόλυναν και θα το γέμιζαν ντροπή. Μα το πορτρέτο θα εξακολουθούσε να ζει. Θα ᾿μενε ζωντανό για πάντα.
Ρίγησε, και για μια στιγμή μετάνιωσε που δεν είχε πει στον Μπάζιλ τον αληθινό λόγο για τον οποίο ήθελε να κρύψει το πορτρέτο. Ο Μπάζιλ θα τον βοηθούσε να αντισταθεί στην επιρροή τού λόρδου Χένρυ και στις ακόμη πιο δηλητηριώδεις επιρροές που προέρχονταν από την ίδια του την ιδιοσυγκρασία. Η αγάπη που τού είχε - γιατί ήταν αληθινή αγάπη αυτό που ένιωθε ο Μπάζιλ - δεν είχε τίποτα που να μην είναι ευγενικό και πνευματικό. Δεν ήταν εκείνος ο απλός θαυμασμός τής ομορφιάς που γεννιέται από τις αισθήσεις και πεθαίνει όταν οι αισθήσεις κουραστούν. Ήταν μια αγάπη σαν αυτήν που είχε νιώσει ο Μιχαήλ Άγγελος,  ο Μονταίν, ο Βίνκελμαν κι ο ίδιος ο Σαίξπηρ. Ναι, ο Μπάζιλ θα μπορούσε να τον σώσει. Αλλά τώρα ήταν πια πολύ αργά.  Έτσι κι αλλιώς, το παρελθόν μπορείς πάντα να το εκμηδενίσεις. Το σβήνεις με τη μεταμέλεια, την άρνηση ή τη λησμονιά. Το μέλλον όμως είναι αναπόφευκτο. Είχε μέσα του πάθη που θα έβρισκαν την τρομερή τους διέξοδο, όνειρα που θα έκαναν πραγματικότητα τη διαβολική τους σκιά.
Σήκωσε από τον καναπέ το χρυσοπόρφυρο ύφασμα που τον κάλυπτε, και κρατώντας το στα χέρια του, πέρασε πίσω απ᾿  το παραβάν. Μήπως το πρόσωπο στο μουσαμά ήταν πιο δολερό από πριν; Τού φαινόταν ότι δεν είχε αλλάξει· όμως το μίσος που ένιωθε γι᾿  αυτό είχε γίνει πιο δυνατό. Χρυσά μαλλιά, γαλάζια μάτια, ροδοκόκκινα χείλη - όλα εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Μονάχα η έκφραση είχε αλλάξει. Και ήταν απαίσια μες στη σκληρότητά της. Σε σχέση με την επίκριση και την αποδοκιμασία που έβλεπε μέσα της, πόσο ανάλαφρες ήταν οι κατηγορίες τού Μπάζιλ για τη συμπεριφορά του μετά το θάνατο τής Σίμπυλ Βέιν! - πόσο ανώδυνες και πόσο ασήμαντες! Η ίδια του η ψυχή τον κοιτούσε απ᾿  το μουσαμά, τον έκρινε και τον κατέκρινε. Μια έκφραση πόνου απλώθηκε στο πρόσωπό του, και σκέπασε τον πίνακα με το βαρύτιμο κάλυμμα. Την ίδια στιγμή, ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα. Βγήκε απ᾿  το παραβάν την ώρα που ο υπηρέτης του έμπαινε στο δωμάτιο.
«Οι άνθρωποι είναι εδώ, κύριε».
Ένιωσε ότι έπρεπε να ξεφορτωθεί αμέσως τον καμαριέρη του. Δεν έπρεπε να ξέρει πού θα μεταφερόταν ο πίνακας. Είχε κάτι το ύπουλο πάνω του, και τα μάτια του ήταν σκεφτικά, προδοτικά. Κάθισε στο γραφείο κι έγραψε ένα σημείωμα στο λόρδο Χένρυ, ζητώντας του να τού στείλει κάτι να διαβάσει και υπενθυμίζοντάς του ότι είχαν ραντεβού στις οχτώμισι το βράδυ.
«Να περιμένεις απάντηση» είπε, δίνοντάς του το σημείωμα, «και πες στους ανθρώπους να περάσουν».
Σε δυο τρία λεπτά, ακούστηκε ξανά ένα χτύπημα στην πόρτα και μπήκε ο κύριος Χάμπαρντ αυτοπροσώπως, ο διάσημος κορνιζοποιός τής Σάουθ Ώντλεϋ Στριτ, μαζί με έναν κάπως άξεστο νεαρό βοηθό. Ο κύριος Χάμπαρντ ήταν ένας ροδοκόκκινος ανθρωπάκος με πυρρόξανθες φαβορίτες· το θαυμασμό του για την τέχνη τον μετρίαζε σημαντικά η μόνιμη απενταρία των περισσότερων καλλιτεχνών που είχαν συναλλαγές μαζί του. Κατά κανόνα, δεν έφευγε ποτέ απ᾿  το κατάστημά του. Περίμενε να τον επισκέπτονται οι πελάτες του. Για χάρη τού Ντόριαν Γκρέυ όμως, έκανε πάντα μια εξαίρεση. Υπήρχε κάτι στον Ντόριαν που γοήτευε τούς πάντες. Και το να τον βλέπεις μονάχα, ήταν μια απόλαυση.
«Τι μπορώ να κάνω για σάς, κύριε Γκρέυ;» είπε, τρίβοντας τα παχουλά, γεμάτα φακίδες χεράκια του. «Έλαβα την τιμή να έρθω αυτοπροσώπως. Μόλις έπεσε στα χέρια μου μια υπέροχη κορνίζα, κύριε. Τη βρήκα σ᾿  έναν πλειστηριασμό. Παλιά, φλωρεντίνικη. Πρέπει να ᾿ναι απ᾿  το Φρόντχιλ. Ταιριάζει καταπληκτικά σε πίνακα με θρησκευτικό περιεχόμενο, κύριε Γκρέυ».
«Πολύ λυπάμαι που μπήκατε στον κόπο να έρθετε ο ίδιος, κύριε Χάμπαρντ. Θα περάσω οπωσδήποτε απ᾿  το κατάστημά σας να δω την κορνίζα - αν και επί τού παρόντος δε μ᾿  ενδιαφέρει ιδιαίτερα η θρησκευτική τέχνη - σήμερα όμως το μόνο που θα ᾿θελα είναι να μού μεταφέρετε έναν πίνακα στο τελευταίο πάτωμα. Είναι αρκετά βαρύς και γι᾿  αυτό σκέφτηκα να σάς παρακαλέσω να μού στείλετε δυο υπαλλήλους σας».
«Κανένας κόπος, κύριε Γκρέυ. Χαρά μου να σάς εξυπηρετήσω. Ποιο είναι το έργο τέχνης, κύριε;»
«Αυτό» απάντησε ο Ντόριαν, τραβώντας το παραβάν. «Μπορείτε να το μεταφέρετε έτσι όπως είναι, με το κάλυμμά του; Δε θα ᾿θελα να γρατσουνιστεί κατά τη μεταφορά».
«Κανένα πρόβλημα, κύριε» είπε ο εγκάρδιος κορνιζοποιός, αρχίζοντας με τη βοήθεια τού υπαλλήλου του να ξεκρεμάει τον πίνακα από τις μακριές μπρούντζινες αλυσίδες που τον κρατούσαν. «Και τώρα, κύριε Γκρέυ, πού θα τον μεταφέρουμε;»
«Θα σάς οδηγήσω εγώ, κύριε Χάμπαρντ. Ακολουθήστε με αν έχετε την καλοσύνη. Ή μάλλον, καλύτερα να περάσετε εσείς μπροστά. Δυστυχώς, πρέπει ν᾿  ανέβουμε στη σοφίτα. Θα πάμε απ᾿  την μπροστινή σκάλα που είναι πιο φαρδιά».
Τούς άνοιξε την πόρτα, βγήκαν στο χολ κι άρχισαν ν᾿  ανεβαίνουν. Η περίτεχνη, μεγάλη κορνίζα είχε κάνει τον πίνακα εξαιρετικά ογκώδη, και πότε πότε, παρά τις δουλοπρεπείς διαμαρτυρίες τού κυρίου Χάμπαρντ, που σαν γνήσιος έμπορος δεν άντεχε να βλέπει έναν τζέντλεμαν να κάνει κάτι χρήσιμο, ο Ντόριαν έβαζε κι αυτός ένα χέρι για να τούς βοηθήσει.
«Αρκετά ζόρικος στο κουβάλημα, κύριε» είπε λαχανιασμένος ο ανθρωπάκος, όταν έφτασαν στο τελευταίο κεφαλόσκαλο. Και σκούπισε το μέτωπό του που γυάλιζε από τον ιδρώτα. «Δυστυχώς, είναι μάλλον βαρύς» μουρμούρισε ο Ντόριαν, ξεκλειδώνοντας την πόρτα τού δωματίου που θα φύλαγε το περίεργο μυστικό τής ζωής του και θα έκρυβε την ψυχή του από τα μάτια των ανθρώπων.
Είχε να μπει στο δωμάτιο αυτό περισσότερο από τέσσερα χρόνια - από τότε που σταμάτησε να το χρησιμοποιεί, πρώτα σαν δωμάτιο για παιχνίδι όταν ήταν μικρός, και κατόπιν σαν αναγνωστήριο όταν μεγάλωσε λίγο, δεν είχε ξαναπατήσει στο κατώφλι του. Ήταν ένα μεγάλο, ευρύχωρο δωμάτιο, που έχτισε ο τελευταίος λόρδος Κέλσο ειδικά για τον μικρό του εγγονό, που εξαιτίας τής παράξενης ομοιότητάς του με τη μητέρα του, αλλά και για άλλους λόγους, ανέκαθεν τον μισούσε και ήθελε να τον κρατάει σε απόσταση. Στον Ντόριαν φάνηκε ότι δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου. Εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί η τεράστια ιταλική κασέλα με τις περίτεχνες ζωγραφιές στις πλευρές και τα χρυσοστόλιστα σκαλίσματα, όπου τόσο συχνά κρυβόταν όταν ήταν μικρός. Εκεί βρισκόταν και η βιβλιοθήκη από σανταλόξυλο, γεμάτη με τα ταλαιπωρημένα σχολικά βιβλία του. Πόσο καλά τα θυμόταν όλα! Κάθε λεπτό τής μοναχικής παιδικής ηλικίας του ξαναγύριζε στο νου του καθώς κοιτούσε ολόγυρα. Θυμήθηκε την άσπιλη αγνότητα των παιδικών του χρόνων και τού φάνηκε φριχτό που θα έκρυβε ειδικά εδώ το μοιραίο πορτρέτο. Πόσο λίγο σκεφτόταν τότε, εκείνες τις μέρες που πέθαναν πια, αυτά που η μοίρα τού φύλαγε!
Ωστόσο, δεν υπήρχε κανένα άλλο μέρος στο σπίτι τόσο ασφαλές από περίεργα κι αδιάκριτα βλέμματα, όσο αυτό. Το κλειδί θα το κρατούσε εκείνος, και κανένας άλλος δε θα μπορούσε να μπει.  Κάτω απ᾿  το πορφυρό του κάλυμμα, το ζωγραφισμένο στο μουσαμά πρόσωπο θα μπορούσε να γίνει κτηνώδες, μιαρό κι αηδιαστικό. Τι σημασία είχε; Κανείς δε θα το ᾿βλεπε. Ούτε κι ο ίδιος. Γιατί να παρακολουθεί τη φρικαλέα σήψη τής ψυχής του; Είχε τη νιότη του - αυτό ήταν αρκετό. Κι εξάλλου, δεν υπήρχε τάχα περίπτωση ο χαρακτήρας του να γίνει πιο ευγενικός με το πέρασμα των χρόνων; Δεν υπήρχε κανένας λόγος το μέλλον του να είναι γεμάτο ντροπή. Μπορεί στο μονοπάτι τής ζωής να συναντούσε έναν έρωτα, έναν έρωτα που θα τον εξάγνιζε και θα τον προστάτευε απ᾿  τις αμαρτίες που ένιωθε ήδη ν᾿  αναδεύονται στο πνεύμα και τη σάρκα του - εκείνες τις παράξενες αμαρτίες που δεν είχαν πάρει ακόμη συγκεκριμένο σχήμα και μορφή, και που το μυστήριο που τις κάλυπτε τούς χάριζε τη λεπτότητα και τη γοητεία τους. Ίσως, μια μέρα, η σκληρή έκφραση να έφευγε από το πορφυρό, ευαίσθητο στόμα, και τότε θα μπορούσε να δείξει σ᾿  όλο τον κόσμο το αριστούργημα του Μπάζιλ Χόλγουορντ.
Όχι, αυτό ήταν αδύνατον. Ώρα με την ώρα και βδομάδα με τη βδομάδα, το πρόσωπο πάνω στο μουσαμά γερνούσε. Μπορεί να γλίτωνε απ᾿  τη φρίκη τής αμαρτίας, αλλά η φρίκη των γηρατειών τον περίμενε ανελέητη. Τα μάγουλα θα βαθούλωναν ή θα χαλάρωναν. Κίτρινες ρυτίδες θ᾿  απλώνονταν γύρω απ᾿  τα μάτια που θα ξεθώριαζαν ολοένα και θα γίνονταν απαίσια. Τα μαλλιά θα έχαναν τη λάμψη τους, το στόμα θα στράβωνε ή θα κρέμαγε, θα ᾿παιρνε μια έκφραση ηλιθιότητας ή χοντροκοπιάς, όπως είναι τα στόματα των γέρων. Ο ζαρωμένος λαιμός, τα κρύα χέρια με τις γαλάζιες πεταχτές φλέβες, το κυρτωμένο κορμί, όλα τού θύμιζαν τον παππού του που ήταν τόσο αυστηρός μαζί του όταν ήταν παιδί. Το πορτρέτο έπρεπε να κρυφτεί. Δε γινόταν αλλιώς.
«Φέρτε το μέσα, κύριε Χάμπαρντ, σάς παρακαλώ» είπε κουρασμένα, γυρίζοντας προς τον κορνιζοποιό. «Με συγχωρείτε που σάς καθυστέρησα τόσο. Σκεφτόμουν κάτι άλλο».
«Ποτέ δε λέω όχι για ένα διαλειμματάκι, κύριε Γκρέυ» αποκρίθηκε ο κορνιζοποιός, που αγκομαχούσε ακόμη. «Πού να το βάλουμε, κύριε;»
«Ω, όπου να ᾿ναι. Εδώ. Εδώ είναι εντάξει. Δε θέλω να το κρεμάσω. Ακουμπήστε το στον τοίχο. Ευχαριστώ».
«Θα μπορούσα να ρίξω μια ματιά στο έργο, κύριε;»
Ο Ντόριαν ταράχτηκε. «Δεν είναι απ᾿  τα έργα που θα σάς ενδιέφεραν, κύριε Χάμπαρντ» είπε, με τα μάτια καρφωμένα πάνω στον έμπορο. Ένιωθε έτοιμος να τού χιμήξει και να τον ρίξει κάτω αν τολμούσε να σηκώσει το υπέροχο κάλυμμα που έκρυβε το μυστικό τής ζωής του. «Δε σάς χρειάζομαι άλλο. Σάς είμαι πολύ υποχρεωμένος που είχατε την καλοσύνη να έρθετε».
«Αλίμονο, κύριε Γκρέυ, τι λέτε; Πάντα έτοιμος να σάς εξυπηρετήσω, κύριε». Και ο κύριος Χάμπαρντ κατέβηκε βαριά τις σκάλες, ακολουθούμενος από το βοηθό του που γύρισε το κεφάλι και ξανακοίταξε τον Ντόριαν, με μια έκφραση γεμάτη ντροπαλό θαυμασμό στο τραχύ, άσχημο πρόσωπό του. Δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του τόσο όμορφο άνθρωπο.
Όταν ο ήχος των βημάτων τους έσβησε, ο Ντόριαν κλείδωσε την πόρτα κι έβαλε το κλειδί στην τσέπη του. Τώρα ένιωθε ασφαλής. Κανείς δε θα ξανάβλεπε τον φοβερό πίνακα. Κανένα άλλο μάτι εκτός από το δικό του δε θ᾿  αντίκριζε την ντροπή του.
Φτάνοντας στη βιβλιοθήκη, διαπίστωσε ότι ήταν περασμένες πέντε και ότι το τσάι ήταν ήδη σερβιρισμένο. Σ᾿  ένα μικρό τραπεζάκι από βαθύχρωμο αρωματικό ξύλο με σιντεφένια επίστρωση, δώρο τής λαίδης Ράντλυ, τής γυναίκας τού κηδεμόνα του, που ήταν μια χαριτωμένη εξ επαγγέλματος άρρωστη και είχε περάσει τον περασμένο χειμώνα στο Κάιρο, βρισκόταν ένα σημείωμα τού λόρδου Χένρυ και δίπλα του ένα βιβλίο δεμένο με κίτρινο χαρτί, με το εξώφυλλο λίγο σκισμένο και τις άκρες λερωμένες. Πάνω στο δίσκο τού τσαγιού υπήρχε ένα φύλλο τής τρίτης έκδοσης τής εφημερίδας Σαιντ Τζέιμς. Ήταν φανερό ότι ο Βίκτωρ είχε επιστρέφει. Αναρωτήθηκε αν είχε συναντήσει τούς ανθρώπους στο χολ ενώ έφευγαν και τούς είχε ψαρέψει για να μάθει τι έκαναν στο σπίτι. Σίγουρα θα παρατηρούσε την απουσία τού πίνακα - χωρίς αμφιβολία την είχε ήδη παρατηρήσει την ώρα που έφερνε το τσάι. Δεν είχε τραβήξει το παραβάν, και στον τοίχο φαινόταν το κενό που είχε αφήσει ο πίνακας. Ίσως κάποια νύχτα να τον τσάκωνε ν᾿  ανεβαίνει κρυφά πάνω και να προσπαθεί να παραβιάσει την πόρτα τού δωματίου. Ήταν φοβερό να έχεις έναν κατάσκοπο μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Είχε ακούσει για πολλούς πλούσιους που τούς εκβίαζε κάποιος υπηρέτης για όλη τους τη ζωή, γιατί είχε διαβάσει ένα γράμμα ή είχε κρυφακούσει μια συζήτηση, ή είχε βρει ένα επισκεπτήριο με μια διεύθυνση και είχε ανακαλύψει κάτω από ένα μαξιλάρι κάποιο ξεραμένο λουλούδι ή ένα κομμάτι τσαλακωμένη δαντέλα.
Αναστέναξε, κι αφού γέμισε το φλιτζάνι του τσάι, άνοιξε το σημείωμα τού λόρδου Χένρυ. Τού έλεγε μονάχα ότι τού έστελνε τη βραδινή εφημερίδα κι ένα βιβλίο που θα τον ενδιέφερε, κι ότι θα ήταν στη λέσχη στις οχτώ και τέταρτο. Άνοιξε βαριεστημένος τη Σαιντ Τζέιμς και την ξεφύλλισε. Το βλέμμα του έπεσε σε μια παράγραφο στην πέμπτη σελίδα που ήταν σημαδεμένη με κόκκινο μολύβι.
 
«ΠΡΟΑΝΑΚΡΙΣΙΣ  ΔΙΑ ΤΟΝ ΘΆΝΑΤΟΝ ΗΘΟΠΟΙΟΎ. - Σήμερον την πρωίαν, εις την Μπελ Τάβερν επί τής οδού  Χόξτον διεξήχθη προανάκρισις υπό τού Περιφερειακού Ανακριτού, κυρίου Ντάνμπυ, διά τον θάνατον τής Σίμπυλ Βέιν, νεαράς ηθοποιού ήτις ηργάζετο εις το Βασιλικόν Θέατρον τού Χόλμπορν. Το πόρισμα ήτο θάνατος εξ ατυχήματος. Το ακροατήριον εξέφρασε ζωηρώς την συμπάθειάν του προς την μητέρα τής θανούσης, ήτις κατελήφθη υπό μεγάλης συγκινήσεως ενώ έδιδε την κατάθεσίν της και ήκουεν την μαρτυρικήν κατάθεσιν τού δόκτορος Μπίρελ, όστις διενήργησε την νεκροψίαν».
 
Το πρόσωπό του σκοτείνιασε, έσκισε την εφημερίδα και πέταξε τα κομμάτια της στο καλάθι στην άλλη άκρη τού δωματίου. Πόσο άσχημα ήταν όλα αυτά! Και πόσο φριχτά έκανε τα πράγματα η αληθινή ασχήμια! Ένιωσε λίγο ενοχλημένος με το λόρδο Χένρυ που τού έστειλε την εφημερίδα με τα νέα. Και σίγουρα ήταν ανοησία του που είχε σημαδέψει την παράγραφο με κόκκινο μολύβι. Μπορεί να το διάβαζε ο Βίκτωρ. Τα αγγλικά τού υπηρέτη έφταναν και περίσσευαν για να διαβάσει κάτι τέτοιο.
Μπορεί να το είχε διαβάσει και να είχε αρχίσει κάτι να υποψιάζεται. Αλλά κι έτσι να ᾿ταν, τι σημασία είχε; Τι σχέση μπορούσε να έχει ο Ντόριαν Γκρέυ με το θάνατο τής Σίμπυλ Βέιν; Δεν υπήρχε κανένας λόγος να φοβάται. Ο Ντόριαν Γκρέυ δεν την είχε σκοτώσει.
Το βλέμμα του έπεσε στο κίτρινο βιβλίο που τού είχε στείλει ο λόρδος Χένρυ. Τι ήταν άραγε, αναρωτήθηκε. Πλησίασε στο μικρό μαργαριταρόχρωμο οκτάγωνο τραπέζι, που πάντα τού δημιουργούσε την εντύπωση ότι ήταν έργο κάποιων παράξενων αιγυπτιακών μελισσών που δούλευαν το ασήμι, και παίρνοντας το βιβλίο, κάθισε σε μια πολυθρόνα κι άρχισε να το ξεφυλλίζει. Σε λίγο, απορροφήθηκε. Ήταν το πιο παράξενο βιβλίο που είχε διαβάσει ποτέ. Τού φαινόταν πως μπροστά του, εξαίσια ντυμένες και κάτω απ᾿  τον απαλό ήχο των φλάουτων, περνούσαν οι αμαρτίες τού κόσμου σε μια βουβή παρέλαση. Πράγματα που είχε θολά ονειρευτεί, τα ένιωθε ξαφνικά να γίνονται αληθινά. Πράγματα που δεν είχε ποτέ ονειρευτεί, τού αποκαλύπτονταν σιγά σιγά.
Ήταν ένα μυθιστόρημα χωρίς πλοκή, μ᾿  έναν μόνο ήρωα, και στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια ψυχολογική σπουδή ενός νεαρού Παριζιάνου, που πέρασε τη ζωή του προσπαθώντας να πραγματοποιήσει στον δέκατο ένατο αιώνα όλα τα πάθη και τούς τρόπους σκέψης που ανήκαν σ᾿  όλους τούς άλλους αιώνες εκτός από τον δικό του, και να συνοψίσει, αν ήταν δυνατόν, στον εαυτό του τις διάφορες φάσεις που πέρασε το ανθρώπινο πνεύμα στη διάρκεια τής ιστορίας του, δοκιμάζοντας για χάρη τής ψευτιάς τους και μόνο, εκείνες τις απαρνήσεις που οι άνθρωποι είχαν την αφροσύνη να αποκαλέσουν την αποφυγή τους  αρετή, αλλά κι εκείνες τις φυσικές εξεγέρσεις που οι σοφοί εξακολουθούν να ονομάζουν αμαρτίες. Το βιβλίο ήταν γραμμένο σ᾿  εκείνο το περίεργο πλουμιστό ύφος, το ζωντανό και σκοτεινό συγχρόνως, ήταν γεμάτο αργκό και αρχαϊσμούς, τεχνικές εκφράσεις και καλοδουλεμένες παραφράσεις, στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο μερικών από τούς καλύτερους εκπροσώπους τής γαλλικής σχολής των Συμβολιστών. Είχε μεταφορές τερατόμορφες σαν ορχιδέες, κι εξίσου λεπτές  σε χρωματισμούς. Η ζωή των αισθήσεων περιγραφόταν με όρους μυστικιστικής φιλοσοφίας. Μερικές φορές ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς αν διάβαζε τις πνευματικές εκστάσεις κάποιου μεσαιωνικού αγίου ή τις νοσηρές εξομολογήσεις ενός σύγχρονου αμαρτωλού. Ήταν ένα δηλητηριώδες βιβλίο. Μια βαριά οσμή θυμιάματος έμοιαζε να βγαίνει απ᾿  τις σελίδες του και να αναστατώνει το μυαλό. Ο ρυθμός και μόνο των προτάσεών του, η λεπτή μονοτονία τής μουσικής τους, γεμάτη πολύπλοκες επωδούς και κινήσεις που με τέχνη επαναλαμβάνονταν, προκαλούσαν στο μυαλό του νέου, καθώς περνούσε από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, κάτι σαν ρεμβασμό, ένα ονειρικό βύθισμα που δεν τον άφηνε να δει ότι η μέρα έσβηνε και οι σκιές γλιστρούσαν στο δωμάτιο.
Ασυννέφιαστος, τρυπημένος από ένα μοναχικό αστέρι, ένας ουρανός χαλκοπράσινος έλαμπε μέσ᾿  απ᾿  τα παράθυρα. Ο Ντόριαν συνέχισε να διαβάζει στο αδύναμο φως ώσπου δεν έβλεπε πια. Ύστερα, αφού ο καμαριέρης του τον είχε ειδοποιήσει αρκετές φορές ότι η ώρα ήταν περασμένη, σηκώθηκε, πήγε στο διπλανό δωμάτιο, ακούμπησε το βιβλίο στο μικρό φλωρεντινό τραπέζι που βρισκόταν πάντα δίπλα στο κρεβάτι του κι άρχισε να ντύνεται για το δείπνο.
Όταν έφτασε στη λέσχη, ήταν σχεδόν εννιά η ώρα, και βρήκε το λόρδο Χένρυ να κάθεται μόνος του στο πρωινό δωμάτιο, με ύφος βαριεστημένο.
«Λυπάμαι πολύ, Χάρυ» φώναξε, «αλλά το φταίξιμο είναι όλο δικό σου. Το βιβλίο που μου ᾿στειλες με μάγεψε τόσο πολύ, που ξέχασα πως περνούσε η ώρα».
«Ναι, το ᾿ξερα ότι θα σού άρεσε» αποκρίθηκε ο οικοδεσπότης του, ενώ σηκωνόταν απ᾿  την καρέκλα του.
«Δεν είπα ότι μού άρεσε, Χάρυ. Είπα ότι με μάγεψε. Υπάρχει μεγάλη διαφορά».
«Α, ώστε το ανακάλυψες κι αυτό;» μουρμούρισε ο λόρδος Χένρυ. Και πέρασαν στην τραπεζαρία.

11

 Για πολλά χρόνια, ο Ντόριαν Γκρέυ δεν μπορούσε να ελευθερωθεί από την επίδραση αυτού τού βιβλίου. Ή ίσως θα ήταν πιο ακριβές να πούμε ότι ποτέ δεν προσπάθησε να ελευθερωθεί. Προμηθεύτηκε από το Παρίσι εννιά αντίτυπα μεγάλου σχήματος τής πρώτης έκδοσης, τα έδεσε σε διάφορα χρώματα, ώστε να ταιριάζουν στις διαφορετικές διαθέσεις του και στις εναλλασσόμενες ιδιοτροπίες τού χαρακτήρα του, που κατά καιρούς, έδειχνε να μην μπορεί να ελέγξει καθόλου. Ο ήρωας, ένας υπέροχος νεαρός Παριζιάνος, στον οποίο η ρομαντική και η επιστημονική ιδιοσυγκρασία αναμειγνυόταν τόσο παράξενα, έγινε γι᾿  αυτόν κάτι σαν πρόδρομος τού εαυτού του. Και πράγματι, τού φαινόταν ότι το βιβλίο περιείχε την ιστορία τής ζωής του, μια ιστορία που είχε γραφεί πριν τη ζήσει εκείνος.
Ως ένα βαθμό, ήταν πιο τυχερός από τον φανταστικό ήρωα τού μυθιστορήματος. Εκείνος ποτέ δε γνώρισε - και ποτέ δεν είχε λόγο να γνωρίσει - τον κάπως κωμικοτραγικό τρόμο τού ήρωα για τούς καθρέφτες, τις γυαλιστερές μεταλλικές επιφάνειες και το ακίνητο νερό, που είχε κυριέψει τον νεαρό Παριζιάνο τόσο νωρίς στη ζωή του και οφειλόταν στην αιφνίδια φθορά τής ομορφιάς του, που πρέπει να υπήρξε κάποτε αξιοσημείωτη. Με μια χαρά σχεδόν σκληρή - κι ίσως σε κάθε χαρά, όπως και σ᾿  όλες τις απολαύσεις, η σκληρότητα έχει τη θέση της - διάβαζε το τελευταίο μέρος τού βιβλίου, με την πραγματικά τραγική, αν και κάπως υπερτονισμένη, περιγραφή τού πόνου και τής απόγνωσης που νιώθει ο ήρωας, έχοντας χάσει αυτό που στους άλλους, και στον κόσμο ολόκληρο, εκτιμούσε περισσότερο από καθετί.
Γιατί η θαυμάσια ομορφιά που είχε τόσο πολύ μαγέψει τον Μπάζιλ Χόλγουορντ και πολλούς άλλους, έμοιαζε να μη θέλει να τον εγκαταλείψει ποτέ. Ακόμη κι εκείνοι που είχαν ακούσει τα χειρότερα πράγματα εναντίον του, γιατί από καιρό σε καιρό παράξενοι ψίθυροι σχετικά με τη ζωή του κυκλοφορούσαν υπογείως στο Λονδίνο και σχολιάζονταν σ᾿  όλες τις λέσχες, δεν μπορούσαν να πιστέψουν τίποτε ατιμωτικό γι᾿  αυτόν μόλις τον έβλεπαν. Διατηρούσε πάντα την όψη τού ανθρώπου που έχει κρατήσει τον εαυτό του μακριά απ᾿  τη βρωμιά τού κόσμου. Άνθρωποι που μιλούσαν χυδαία, σώπαιναν μόλις ο Ντόριαν Γκρέυ έμπαινε στο δωμάτιο. Υπήρχε κάτι στο αγνό του πρόσωπο που έμοιαζε να τούς επικρίνει. Η απλή του παρουσία τούς ξανάφερνε στο μυαλό την ανάμνηση τής αθωότητας που είχαν κηλιδώσει. Αναρωτιόνταν πώς ήταν δυνατόν ένας τόσο γοητευτικός και χαριτωμένος άνθρωπος όπως αυτός να μην έχει τα σημάδια μιας εποχής που ήταν συγχρόνως πρόστυχη και αισθησιακή.
Πολύ συχνά, επιστρέφοντας στο σπίτι του μετά από μια μυστηριώδη και μακρόχρονη απουσία, από εκείνες που έδιναν λαβή σε τόσο παράξενες εικασίες ανάμεσα στους φίλους του, ή σ᾿  όσους πίστευαν ότι ήταν φίλοι του, ανέβαινε κρυφά στο κλειδωμένο δωμάτιο, άνοιγε την πόρτα με το κλειδί που πάντα είχε πάνω του, και στεκόταν μ᾿  έναν καθρέφτη στο χέρι μπροστά στο πορτρέτο που τού είχε ζωγραφίσει ο Μπάζιλ Χόλγουορντ, κοιτώντας μια το κακό και γερασμένο πρόσωπο στο μουσαμά, και μια το ωραίο νεανικό πρόσωπο που τού χαμογελούσε μέσ᾿  απ᾿  τη γυαλιστερή επιφάνεια τού καθρέφτη. Η έντονη αντίθεση μεγάλωνε την ευχαρίστησή του.  Ερωτευόταν όλο και περισσότερο την ομορφιά του, ενδιαφερόταν όλο και πιο πολύ για τη διαφθορά τής ψυχής του. Εξέταζε με λεπτολόγα προσοχή, και μερικές φορές με μια τερατώδη και τρομακτική απόλαυση, τις φριχτές γραμμές που χάραζαν το ρυτιδιασμένο μέτωπο ή σέρνονταν γύρω από το βαρύ αισθησιακό στόμα,  και μερικές φορές αναρωτιόταν ποια ήταν πιο απαίσια, τα σημάδια τής αμαρτίας ή τα σημάδια τής ηλικίας. Έβαζε τα λευκά του χέρια δίπλα στα τραχιά, πρησμένα χέρια τού πορτρέτου και χαμογελούσε. Κορόιδευε το παραμορφωμένο κορμί και τα εξασθενημένα μέλη του.
Υπήρχαν όμως και στιγμές, τη νύχτα, όταν ξάπλωνε και ξαγρυπνούσε στην αρωματισμένη κρεβατοκάμαρά του, ή στο άθλιο δωμάτιο τής κακόφημης ταβέρνας κοντά στην αποβάθρα, όπου μεταμφιεσμένος και με ψευδώνυμο συνήθιζε να πηγαίνει, που σκεφτόταν τη διαφθορά τής ψυχής του με λύπη, με μια λύπη που ήταν ακόμη πιο οδυνηρή γιατί ήταν καθαρά εγωιστική. Αυτές οι στιγμές όμως ήταν σπάνιες. Η περιέργεια για τη ζωή, που πρώτος ο λόρδος Χένρυ τον είχε κάνει να νιώσει όταν κάθονταν οι δυο τους στον κήπο τού φίλου τους, έμοιαζε να μεγαλώνει όσο την ικανοποιούσε. Όσο περισσότερα μάθαινε, τόσο περισσότερα επιθυμούσε να μάθει. Ένιωθε μιαν άγρια πείνα, που όσο την έτρεφε, τόσο πιο ακόρεστη γινόταν.
Ωστόσο, δεν παραμελούσε τις κοινωνικές του σχέσεις. Μία ή δύο φορές το μήνα στη διάρκεια τού χειμώνα, και κάθε Τετάρτη βράδυ όσο διαρκούσε η κοσμική σεζόν, άνοιγε στον κόσμο το ωραίο του σπίτι και έφερνε τούς πιο διάσημους μουσικούς τής εποχής για να γοητέψουν τούς καλεσμένους του με τα θαύματα τής τέχνης τους. Τα μικρά του δείπνα, που τα οργάνωνε πάντα με τη βοήθεια τού λόρδου Χένρυ, ήταν γνωστά τόσο για την προσεκτική επιλογή και τοποθέτηση των συνδαιτυμόνων, όσο και για το εξαιρετικό γούστο στη διακόσμηση τού τραπεζιού, με τη λεπτή αρμονική τακτοποίηση των εξωτικών λουλουδιών, τα κεντημένα τραπεζομάντιλα και τα παλιά σερβίτσια από χρυσάφι και ασήμι. Υπήρχαν πράγματι πολλοί, ειδικά ανάμεσα στους πολύ νεαρούς άντρες, που έβλεπαν, ή φαντάζονταν ότι έβλεπαν, στον Ντόριαν Γκρέυ τη ζωντανή ενσάρκωση ενός τύπου που συχνά ονειρεύονταν όταν σπούδαζαν στο Ίτον ή στην Οξφόρδη, ενός τύπου που έπρεπε να συνδυάζει κάτι από την αληθινή καλλιέργεια τού λόγιου με όλη τη χάρη, την ξεχωριστή παρουσία και τούς τέλειους τρόπους ενός ανθρώπου τού κόσμου. Τούς φαινόταν ότι ο Ντόριαν Γκρέυ συγκαταλέγεται ανάμεσα σ᾿  εκείνους που ο Δάντης λέει ότι θέλησαν «να γίνουν τέλειοι λατρεύοντας την ομορφιά». (1) Σαν τον Γκωτιέ, ήταν απ᾿  τούς ανθρώπους, για τούς οποίους «ο ορατός κόσμος υπήρχε».(2)
Και βέβαια, γι᾿  αυτόν η ζωή ήταν η πρώτη, η σπουδαιότερη των τεχνών, κι όλες οι άλλες τέχνες δεν ήταν παρά μια προετοιμασία για τη ζωή. Η μόδα, που κάνει το πραγματικά φανταστικό να γίνεται προς στιγμήν παγκόσμιο, και ο δανδισμός,(3) που με τον τρόπο του είναι μια απόπειρα να τεκμηριωθεί ο απόλυτος μοντερνισμός τής ομορφιάς, είχαν, φυσικά, στοιχεία που τον γοήτευαν. Ο τρόπος που ντυνόταν και το ιδιαίτερο στυλ  που από καιρό σε καιρό υιοθετούσε, είχαν μεγάλη επιρροή στους εκλεκτούς νεαρούς των χορών τού Μέηφεαρ και των λεσχών του Παλ Μαλ, που τον αντέγραφαν σε οτιδήποτε έκανε και προσπαθούσαν να μιμηθούν την τυχαία γοητεία τής χαριτωμένης επιτήδευσής του, που όμως ο ίδιος δεν έπαιρνε και πολύ στα σοβαρά.
Διότι, παρόλο που δεν είχε καμιά αντίρρηση να δεχτεί τη θέση που τού προσφέρθηκε αμέσως μόλις ενηλικιώθηκε, - και έβρισκε όντως μια λεπτή ευχαρίστηση στη σκέψη ότι θα μπορούσε να γίνει για το Λονδίνο τής εποχής του αυτό που ήταν για την αυτοκρατορική Ρώμη τής εποχής τού Νέρωνα ο συγγραφέας τού Σατυρικού, (4) - κατά βάθος επιθυμούσε να γίνει κάτι παραπάνω από απλός κριτής κομψότητας  που θα τον συμβουλεύονταν για το πώς φοριέται ένα κόσμημα, πώς δένεται μια γραβάτα ή πώς πρέπει να κρατιέται ένα μπαστούνι. Προσπαθούσε να επεξεργαστεί ένα νέο σχήμα ζωής που θα περιείχε μια λογική φιλοσοφία και ταξινομημένες αρχές, και η ανώτερη πραγμάτωσή του θα ήταν η πνευματικοποίηση των αισθήσεων.
Η λατρεία των αισθήσεων πολλές φορές, και ίσως δίκαια, έχει επισύρει την κατακραυγή, γιατί οι άνθρωποι νιώθουν έναν φυσικό, ενστικτώδη φόβο για τις αισθήσεις και τα πάθη που μοιάζουν πιο δυνατά απ᾿  αυτούς, και που ξέρουν πως έχουν κοινά στοιχεία και με λιγότερο οργανωμένες μορφές ύπαρξης. Αλλά ο Ντόριαν Γκρέυ θεωρούσε πως η αληθινή φύση των αισθήσεων δεν είχε γίνει ποτέ κατανοητή, πως είχαν παραμείνει ζωώδεις και πρωτόγονες, γιατί ο κόσμος είχε προσπαθήσει να τις υποτάξει με την στέρηση ή να τις σκοτώσει με τον πόνο, αντί να επιδιώξει να τις κάνει στοιχεία μιας νέας πνευματικότητας, που το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της θα ήταν ένα λεπτό ένστικτο για την ομορφιά. Παρακολουθούσε την πορεία τού ανθρώπου μες στην Ιστορία και τον κυρίευε ένα αίσθημα απώλειας. Τόσο πολλές υποταγές! Και τόσο άσκοπες! Η Ιστορία ήταν γεμάτη τρελές κι εκούσιες απορρίψεις, τερατώδεις μορφές αυτοβασανισμού και αυταπάρνησης, που αιτία τους ήταν ο φόβος και το αποτέλεσμα ένας εκφυλισμός απείρως τρομερότερος από τον εκφυλισμό που οι άνθρωποι, μέσα στην άγνοιά τους, είχαν προσπαθήσει ν᾿  αποφύγουν. Η φύση, με τη θαυμάσια ειρωνεία της, έστελνε τον αναχωρητή να τραφεί μαζί με τα θηρία τής ερήμου κι έδινε στον ερημίτη τ᾿  αγρίμια για συντροφιά.
Ναι, όπως είχε προφητέψει ο λόρδος Χένρυ, θα ερχόταν ένας νέος ηδονισμός που θα ξαναδημιουργούσε τη ζωή και θα την έσωζε απ᾿  αυτόν τον τραχύ, άσχημο πουριτανισμό, που ζει στις μέρες μας μια παράξενη αναβίωση. Θα χρησιμοποιούσε, φυσικά, και τη λογική, δε θα αποδεχόταν όμως ποτέ καμιά θεωρία ή σύστημα που θα απαιτούσε τη θυσία οποιασδήποτε εμπειρίας πάθους. Ίσα ίσα, ο σκοπός του θα ήταν η ίδια η εμπειρία κι όχι ο καρπός τής εμπειρίας, είτε γλυκός είτε πικρός είναι αυτός. Δε θα γνώριζε τον ασκητισμό που νεκρώνει τις αισθήσεις, ούτε και τη χυδαία ασωτία που τις αμβλύνει. Θα μάθαινε τον άνθρωπο να συγκεντρώνεται στις στιγμές μιας ζωής, που και η ίδια δεν είναι τίποτ᾿  άλλο παρά μια στιγμή.
Λίγοι είναι αυτοί που δεν έχει τύχει να ξυπνήσουν μερικές φορές πριν το χάραμα, είτε μετά από μια νύχτα δίχως όνειρα από κείνες που μάς κάνουν να ερωτευτούμε σχεδόν το θάνατο, είτε μετά από μια νύχτα φρίκης και διαστρεβλωμένης χαράς, όταν μέσα στα δώματα τού μυαλού γλιστρούν φαντάσματα πιο τρομερά κι απ᾿ την ίδια την πραγματικότητα, και το ένστικτο αποκτά τη  ζωηράδα που κρύβεται στο γκροτέσκο, αυτή που δίνει  στη γοτθική τέχνη την ανθεκτική της ζωντάνια,  αυτή την τέχνη που μπορεί να είναι άπιαστη ιδέα,   ειδικά γι αυτούς που το μυαλό τους έχει ταραχτεί από  την αρρώστια τού ρεμβασμού. Σιγά σιγά, δάχτυλα λευκά τρυπώνουν μέσ᾿  απ᾿  τις κουρτίνες και μοιάζει να τρέμουν. Με μαύρα, φανταστικά σχήματα, βουβές σκιές σέρνονται στις γωνιές τού δωματίου και μένουν εκεί κουλουριασμένες. Έξω, ακούγονται τα πουλιά που πεταρίζουν ανάμεσα στα φύλλα, ο θόρυβος των ανθρώπων που πηγαίνουν στις δουλειές τους, ή οι λυγμοί και οι αναστεναγμοί τού ανέμου που κατεβαίνει από τούς λόφους και περιτριγυρίζει το σιωπηλό σπίτι σαν να φοβάται πως θα ξυπνήσει αυτούς που κοιμούνται, ενώ ξέρει πως πρέπει να καλέσει τον ύπνο να βγει από την πορφυρή σπηλιά του. Το ένα μετά το άλλο τα λεπτά σκοτεινά πέπλα σηκώνονται, σιγά σιγά τα πράγματα ξαναπαίρνουν το σχήμα και το χρώμα τους, και παρακολουθούμε την αυγή να ξαναδημιουργεί τον κόσμο με το αρχαίο του σχέδιο. Οι χλωμοί καθρέφτες ξαναποκτούν τη μιμική ζωή τους. Τα σβηστά κεριά στέκουν εκεί που τ᾿  αφήσαμε, και δίπλα τους πεσμένο το βιβλίο που διαβάζαμε με τις μισές σελίδες του άκοπες ή το λουλούδι που φορούσαμε στο χορό, ένα γράμμα που φοβηθήκαμε να διαβάσουμε ή που διαβάσαμε χίλιες φορές. Τίποτα δε μάς φαίνεται αλλαγμένο. Μέσ᾿  από τις εξωπραγματικές σκιές τής νύχτας ξαναγυρνά η ζωή που ξέραμε. Πρέπει να ξαναρχίσουμε από κει που σταματήσαμε, και τότε ή μάς κυριεύει  η τρομερή αίσθηση τής αναγκαιότητας που επιτάσσει να συνεχίσουμε να διοχετεύουμε την ενεργητικότητα μας στις ίδιες βαρετές και στερεότυπες συνήθειες, ή νιώθουμε μιαν άγρια επιθυμία ν᾿  ανοίξουν ένα πρωί τα βλέφαρά μας σ᾿  έναν κόσμο που πλάστηκε καινούριος στα σκοτεινά για ευχαρίστησή μας, έναν κόσμο όπου τα πράγματα θα ᾿χουν καινούριο σχήμα και χρώμα, θα είναι αλλαγμένα ή θα ᾿χουν άλλα μυστικά, έναν κόσμο όπου το παρελθόν θα έχει μικρή ή και καθόλου θέση, ή έστω δε θα επιβιώνει με τη μορφή τής συνειδητής υποχρέωσης και τής μεταμέλειας, γιατί ακόμη και η ανάμνηση τής χαράς κρύβει πίκρα, και οι αναμνήσεις τής απόλαυσης φέρνουν μαζί τους τον πόνο.
Η δημιουργία κόσμων σαν αυτούς ήταν για τον Ντόριαν Γκρέυ ο αληθινός σκοπός, ή ένας από τούς αληθινούς σκοπούς τής ζωής, και στην αναζήτησή του για αισθήσεις που θα ᾿ταν συγχρόνως νέες και υπέροχες και θα είχαν το στοιχείο τού παράξενου, που είναι τόσο σημαντικό για ένα ρομάντζο, συχνά υιοθετούσε τρόπους σκέψης που ήξερε πως είναι ξένοι στο χαρακτήρα του, παρέδιδε τον εαυτό του στην υπόγεια επίδρασή τους, και ύστερα, έχοντας συλλάβει το χρώμα τους κι έχοντας ικανοποιήσει την πνευματική του περιέργεια, τούς εγκατέλειπε μ᾿  εκείνη την περίεργη αδιαφορία που δεν είναι ασύμβατη με μια πραγματικά φλογερή ιδιοσυγκρασία, και μάλιστα, σύμφωνα με ορισμένους σύγχρονους ψυχολόγους, είναι μια από τις προϋποθέσεις της.

(1) Η φράση αυτή αναφέρεται από τον Walter Pater στο βιβλίο " Marius the Epicurean" , δεν είναι όμως τού Δάντη.[Σ]
(2) Είναι παρμένο από φράση του Γκωτιέ στο Journal τού  Γκονκούρ της 1ης Μαΐου 1857. [Σ]
(3) Δανδισμός: Δανδισμός ήταν η στάση να γίνεται κάποιος εντυπωσιακός, μέσω τού ντυσίματος και τής εξωτερικής εμφάνισης και προσποίησης. "Να ζεις και να πεθαίνεις μπροστά σ᾿ ένα καθρέπτη" αυτό ήταν το έμβλημα τού Δανδή κατά τον Μπωτλαίρ. Ο Δανδής υπάρχει μέσα από την πρόκληση, δεν μπορεί να βεβαιωθεί για την ύπαρξή του, αν δεν τη ξαναβρίσκει στους άλλους. Ο ίδιος ο Όσκαρ Γουάιλντ ήταν ένας δανδής.
(4) Ο συγγραφέας τού «Σατυρικού»: Πετρώνιος (πέθανε το 66 μ.Χ.). Ήταν γνωστός ως κριτής τού καλού γούστου για το  Νέρωνα.  [Σ]
………………………………………………………………………………………………………...................................................................................................................
 
Στον τοίχο τού μοναχικού, κλειδωμένου δωματίου όπου είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια τής παιδικής του ηλικίας, είχε κρεμάσει με τα ίδια του τα χέρια το τρομερό πορτρέτο με τα χαρακτηριστικά που συνεχώς άλλαζαν και τού έδειχναν την αληθινή φθορά τής ζωής του, και μπροστά του, σαν κουρτίνα, είχε κρεμάσει το χρυσοπόρφυρο κάλυμμα. Για βδομάδες ολόκληρες δεν πλησίαζε εκεί, ξεχνούσε την απαίσια ζωγραφιά, ξανάβρισκε την καλή του διάθεση, την υπέροχη ευθυμία του, και τον απορροφούσε ολόψυχα η απόλαυση τού ότι ζούσε και υπήρχε. Ύστερα, ξαφνικά, κάποια νύχτα έφευγε κρυφά απ᾿  το σπίτι, πήγαινε σ᾿  εκείνα τα φοβερά μέρη κοντά στη κακόφημη περιοχή τού  Μπλου Γκέιτ Φιλντς  κι έμενε εκεί, μέρες ολόκληρες, ώσπου να τον διώξουν. Όταν γύριζε, πήγαινε και καθόταν μπροστά στο πορτρέτο, μερικές φορές το μισούσε  και τον εαυτό του μαζί, άλλες φορές πάλι, γεμάτος από εκείνη την αλαζονεία τού εγωισμού που οφείλεται κατά το ήμισυ στη  γοητεία τής αμαρτίας,  χαμογελούσε με μια κρυφή ευχαρίστηση στην παραμορφωμένη σκιά που έπρεπε να σηκώσει το φορτίο τής ντροπής αντί για κείνον.
Λίγα χρόνια αργότερα, δεν άντεχε πια να μένει μακριά από την Αγγλία πολύ καιρό, κι εγκατέλειψε τη βίλα στην Τρουβίλ  που τη μοιραζόταν με το λόρδο Χένρυ όπως και το μικρό άσπρο, περιτοιχισμένο σπίτι στο Αλγέρι όπου είχαν περάσει αρκετούς χειμώνες. Δεν άντεχε να βρίσκεται μακριά από τον πίνακα που αποτελούσε ένα τόσο σημαντικό κομμάτι τής ζωής του, κι ακόμη, φοβόταν μήπως κατά τη διάρκεια τής απουσίας του μπει κάποιος στο δωμάτιο, παρά τις περίπλοκες αμπάρες που είχε βάλει στην πόρτα του.
Ήξερε πολύ καλά ότι και να τον έβλεπαν, δε θα καταλάβαιναν τίποτα. Είναι αλήθεια ότι το πορτρέτο, παρ᾿  όλη τη χυδαιότητα και την ασχήμια τού προσώπου, εξακολουθούσε να τού μοιάζει πολύ. Μα τι θα μπορούσαν να μάθουν οι άλλοι απ᾿  αυτό; Θα κορόιδευε οποιονδήποτε τολμούσε να το χλευάσει. Δεν το είχε ζωγραφίσει εκείνος. Τι τον ένοιαζε πόσο πρόστυχο και γεμάτο ντροπή έδειχνε; Ακόμη και να τούς το ᾿λεγε, θα τον πίστευαν;
Κι όμως φοβόταν. Μερικές φορές, όταν βρισκόταν στο μεγάλο σπίτι του στη κομητεία τού  Νότινγχαμ, διασκεδάζοντας τούς κοσμικούς νεαρούς τής κοινωνικής του τάξης που αποτελούσαν την κύρια συντροφιά του, και εκπλήσσοντας την επαρχία με την αχαλίνωτη πολυτέλεια και τη φανταχτερή μεγαλοπρέπεια τής ζωής του, εγκατέλειπε ξαφνικά τούς καλεσμένους του κι έτρεχε στην πόλη για να σιγουρευτεί ότι κανείς δεν είχε παραβιάσει την πόρτα και ότι το πορτρέτο εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί. Τι θα γινόταν αν το έκλεβε κανείς; Και μόνο η σκέψη, τον έκανε να παγώνει από τρόμο. Σίγουρα τότε ο κόσμος θα μάθαινε το μυστικό του. Ίσως ήδη να το υποπτευόταν.
Γιατί, ενώ γοήτευε πολλούς, υπήρχαν κι αρκετοί που δεν τον εμπιστεύονταν. Λίγο έλειψε να τον μαυρίσουν στις εκλογές μιας λέσχης τού Γουέστ Εντ όπου και η κοινωνική του θέση και η καταγωγή του τού έδιναν κάθε δικαίωμα να γίνει μέλος, και λέγεται ότι μια φορά που ένας φίλος του τον πήγε στο καπνιστήριο τής λέσχης Τσώρτσιλ, ο δούκας τού Μπέργουικ κι ένας άλλος τζέντλεμαν σηκώθηκαν επιδεικτικά και βγήκαν απ᾿  την αίθουσα. Μετά τα είκοσι πέντε του, άρχισαν να κυκλοφορούν γι᾿  αυτόν κάτι περίεργες ιστορίες. Οι φήμες έλεγαν ότι τον είχαν δει να καβγαδίζει με ξένους ναυτικούς σ᾿  ένα καταγώγιο στις μακρινές γειτονιές τού Γουάιτσαπελ, κι ότι έκανε παρέα με κλέφτες και παραχαράκτες και γνώριζε τα μυστικά τής δουλειάς τους. Οι παράξενες απουσίες του έγιναν διαβόητες, κι όταν έκανε πάλι την εμφάνισή του στην κοινωνία, άρχιζαν να ψιθυρίζουν γι᾿ αυτόν στις γωνίες, τον προσπερνούσαν χαμογελώντας του περιφρονητικά ή τον κοίταζαν με ψυχρά, ερευνητικά μάτια, λες κι ήταν αποφασισμένοι να ανακαλύψουν το μυστικό του.
Σε τέτοιες θρασύτητες και προσβολές εκείνος, φυσικά, δεν έδινε σημασία, και κατά τη γνώμη των περισσοτέρων, οι ειλικρινείς και εγκάρδιοι τρόποι του, το παιδικό γοητευτικό του χαμόγελο και η άπειρη χάρη αυτής τής υπέροχης νιότης που φαινόταν να μην τον εγκαταλείπει ποτέ, ήταν από μόνα τους μια ικανοποιητική απάντηση στις συκοφαντίες, όπως τις χαρακτήριζαν, που κυκλοφορούσαν εναντίον του. Παρατηρήθηκε, ωστόσο, ότι μερικοί απ᾿  τους πιο κοντινούς του φίλους άρχισαν μετά από λίγο να τον αποφεύγουν.
Γυναίκες που τον είχαν λατρέψει παράφορα και είχαν αψηφήσει για χάρη του τις κοινωνικές επικρίσεις, περιφρονώντας προκλητικά κάθε συμβατικότητα, γίνονταν κατάχλωμες από τρόμο ή ντροπή μόλις έβλεπαν τον Ντόριαν Γκρέυ.
Ωστόσο, αυτοί οι ψίθυροι περί σκανδάλων το μόνο που κατάφερναν ήταν να αυξάνουν, στα μάτια πολλών, την παράξενη κι επικίνδυνη γοητεία του. Η μεγάλη του περιουσία ήταν βέβαια ένα στοιχείο ασφάλειας. Η κοινωνία, η πολιτισμένη κοινωνία τουλάχιστον, δεν είναι ποτέ πρόθυμη να πιστέψει κάτι σε βάρος εκείνων που είναι και πλούσιοι και γοητευτικοί. Νιώθει ενστικτωδώς ότι οι καλοί τρόποι είναι πιο σημαντικοί από την ηθική, και κατά τη γνώμη της, το να είναι κανείς ευυπόληπτος και αξιοσέβαστος, έχει λιγότερη αξία από το να έχει στην κουζίνα του έναν καλό αρχιμάγειρο. Και στο κάτω κάτω, είναι πολύ μικρή παρηγοριά να ακούς ότι ο άνθρωπος που παρέθεσε ένα κακό δείπνο ή πρόσφερε κρασί δεύτερης ποιότητας, είναι άμεμπτος στην ιδιωτική του ζωή. Ακόμα και οι μεγαλύτερες αρετές δεν μπορούν να εξιλεώσουν για ένα χλιαρό πρώτο πιάτο, όπως παρατήρησε κάποτε ο λόρδος Χένρυ σε μια συζήτηση πάνω σ᾿  αυτό το θέμα - και ίσως η άποψή του να μην είναι τόσο ακραία όσο φαίνεται. Γιατί οι κανόνες τής καλής κοινωνίας είναι, ή θα ᾿πρεπε να είναι, ίδιοι με τούς κανόνες τής τέχνης. Η μορφή είναι γι᾿  αυτήν κάτι πολύ ουσιαστικό. Το κοινωνικό παιχνίδι πρέπει να έχει την αξιοπρέπεια μιας τελετουργίας καθώς και τον εξωπραγματικό της χαρακτήρα, και να συνδυάζει τον ανειλικρινή χαρακτήρα ενός ρομαντικού θεατρικού έργου με το πνεύμα και την ομορφιά που μάς κάνουν τα έργα αυτά ευχάριστα. Είναι η ανειλικρίνεια κάτι τόσο τρομερό; Δε νομίζω. Είναι απλά μια μέθοδος για να πολλαπλασιάζουμε τις προσωπικότητές μας.
Αυτή, τουλάχιστον, ήταν η γνώμη τού Ντόριαν Γκρέυ. Πολλές φορές απορούσε με τη ρηχή ψυχολογία εκείνων που αντιλαμβάνονται το Εγώ τού ανθρώπου σαν κάτι απλό, μόνιμο, αξιόπιστο και μονοσήμαντο. Για κείνον, ο άνθρωπος είναι ένα ον με μυριάδες ζωές και μυριάδες αισθήσεις, ένα πολύπλοκο και πολύμορφο πλάσμα που φέρει μέσα του παράξενες κληρονομιές σκέψης και πάθους, και που η ίδια η σάρκα του είναι μολυσμένη από τις τερατώδεις αρρώστιες των νεκρών. Λάτρευε να περιδιαβάζει στην κρύα, θλιβερή πινακοθήκη τού εξοχικού του σπιτιού και να κοιτάζει τα πορτρέτα εκείνων που το αίμα τους κυλούσε τις φλέβες του.

Όσοι δεν ενδιαφέρονται για ιστορικές φυσιογνωμίες που λάτρεψαν το κακό και την αμαρτία μπορούν να παραλείψουν αυτό το κομμάτι. Όσοι ενδιαφερθούν θα βρουν πλούσια ύλη για να μελετήσουν περισσότερο τη ζωή που έκαναν αυτά τα "μπουμπούκια".

[ Έβλεπε τον Φίλιπ Χέρμπερτ, που ο Φράνσις Όσμπορν τον περιγράφει στο βιβλίο του "Απομνημονεύματα τής βασιλείας τής Βασιλίσσης Ελισάβετ και τού Βασιλέως Ιάκωβου" σαν άνθρωπο που «όλοι στην Αυλή αγαπούσαν για το όμορφο πρόσωπό του, που όμως γρήγορα τον εγκατέλειψε». Ήταν άραγε η ζωή τού νεαρού Χέρμπερτ η ζωή που έκανε κι ο ίδιος μερικές φορές; Μήπως κάποιο παράξενο δηλητηριώδες σπέρμα είχε γλιστρήσει από κορμί σε κορμί και είχε φτάσει ως το δικό του;
Μήπως ήταν μια αμυδρή αίσθηση αυτής τής κατεστραμμένης χάρης τού προγόνου του, που τον είχε κάνει τόσο ξαφνικά, και σχεδόν χωρίς λόγο, να ξεστομίσει στο ατελιέ τού Μπάζιλ  Χόλγουορντ εκείνη την τρελή ευχή που είχε τόσο πολύ αλλάξει τη ζωή του; Δίπλα, με χρυσοκέντητο κόκκινο γιλέκο, πανωφόρι με πετράδια και χρυσαφί τελείωμα στο περιλαίμιο και τα μανικέτια, ήταν όρθιος ο Σερ Άντονι Σέραρντ, και στα πόδια του ήταν σωριασμένη η ασημιά και μαύρη πανοπλία του. Τι να ᾿χε κληρονομήσει απ᾿  αυτόν τον άνθρωπο, τον εραστή τής Τζοβάνα τής Νάπολης; Μήπως την αμαρτία και την ντροπή; Ήταν δυνατόν οι πράξεις του να ᾿ταν απλά και μόνο τα όνειρα που ο νεκρός δεν είχε τολμήσει να πραγματοποιήσει; Παρακάτω, απ᾿  τον ξεθωριασμένο μουσαμά χαμογελούσε η λαίδη Ελίζαμπεθ Ντεβερό, με την τούλινη καλύπτρα της, μπούστο με μαργαριτάρια και σκιστά ροζ μανίκια. Ήξερε τη ζωή της και τις παράξενες ιστορίες που κυκλοφορούσαν για τούς εραστές της. Είχε άραγε κι ο ίδιος κάτι από τη δική της ιδιοσυγκρασία; Αυτά τα αμυγδαλωτά μάτια με τα βαριά βλέφαρα έμοιαζε να τον κοιτούν παράξενα. Και τι να πει κανείς για τον Τζωρτζ  Γουίλομπι, με τα πουδραρισμένα του μαλλιά και τις εντυπωσιακές, ψεύτικες ελιές. Πόσο κακός έδειχνε! Το πρόσωπό του ήταν σκυθρωπό και σκούρο, ενώ τα αισθησιακά χείλη του έμοιαζε να ᾿χουν παραμορφωθεί απ᾿  την περιφρόνηση. Λεπτά δαντελένια μανικέτια έπεφταν πάνω στα αδύνατα κίτρινα χέρια του που ήταν παραφορτωμένα με δαχτυλίδια. Ήταν ένας δανδής τού δέκατου όγδοου αιώνα και νεανικός φίλος τού λόρδου Φέραρς. Ακολουθούσε ο δεύτερος λόρδος Μπάκενχαμ, ο σύντροφος τού Πρίγκιπα Αντιβασιλέα στις πιο τρελές του μέρες κι ένας από τούς μάρτυρες στον μυστικό του γάμο με την κυρία Φιτζχέρμπερτ. Πόσο ωραίος και περήφανος ήταν, με τις καστανές μπούκλες του και την προκλητική του στάση! Τι πάθη να τού είχε κληροδοτήσει αυτός; Ο κόσμος τον αντιμετώπιζε σαν άνθρωπο ανήθικο. Πρωτοστατούσε στα όργια στο Κάρλτον Χάουζ. Το αστέρι τού παράσημου τής Περικνημίδας έλαμπε πάνω στο στήθος του. Δίπλα του κρεμόταν το πορτρέτο τής συζύγου του, μιας ωχρής γυναίκας με λεπτά χείλη, ντυμένης στα μαύρα. Και το δικό της αίμα έρεε στις φλέβες του. Πόσο περίεργα ήταν όλα! Κι απ᾿  τη μητέρα του, που το πρόσωπό της θύμιζε τόσο πολύ τη λαίδη Χάμιλτον, με τα υγρά χείλη στο χρώμα τού κρασιού - από κείνην ήξερε τι είχε πάρει. Είχε πάρει την ομορφιά και το πάθος για την ομορφιά των άλλων. Τού γελούσε ντυμένη σαν Βακχίδα μ᾿  ένα ριχτό, φαρδύ φόρεμα. Στα μαλλιά της ήταν πλεγμένα κληματόφυλλα. Το πορφυρό κρασί ξεχείλιζε απ᾿  το κύπελλο που κρατούσε. Τα ρόδινα χρώματά της είχαν ξεθωριάσει, τα μάτια της όμως παρέμεναν υπέροχα, με βλέμμα βαθύ και χρώμα λαμπερό. Έμοιαζε να τον παρακολουθούν όπου κι αν πήγαινε.
Ωστόσο, προγόνους δεν έχει κανείς μόνο στη γενιά του αλλά και στη λογοτεχνία, και πολλοί απ᾿  αυτούς τού μοιάζουν ίσως περισσότερο στον τύπο και την ιδιοσυγκρασία, και η επίδρασή τους είναι πιο συνειδητή. Ήταν φορές που ο Ντόριαν Γκρέυ ένιωθε πως όλη η ιστορία δεν ήταν παρά η καταγραφή τής ζωής του, όχι όπως πράγματι την είχε ζήσει, αλλά όπως την είχε πλάσει η φαντασία του, όπως υπήρχε στο μυαλό και στα πάθη του. Ένιωθε ότι τις είχε γνωρίσει όλες αυτές τις παράξενες, τρομερές μορφές που είχαν περάσει απ᾿  τη σκηνή τού κόσμου κι έκαναν την αμαρτία τόσο υπέροχη, και το κακό γεμάτο λεπτότητα και χάρη. Τού φαινόταν με κάποιο μυστηριώδη τρόπο ότι τις ζωές τους τις είχε ζήσει ο ίδιος.
Ο ήρωας τού υπέροχου μυθιστορήματος που τόσο είχε επηρεάσει τη ζωή του, είχε κι εκείνος αυτή την περίεργη φαντασίωση. Στο έβδομο κεφάλαιο διηγείται πως, στεφανωμένος με δάφνες για να μην τον κάψει η αστραπή, κάθισε σαν τον Τιβέριο σ᾿  έναν κήπο στο Κάπρι, διαβάζοντας τα άσεμνα βιβλία της Ελεφαντίδας, ενώ νάνοι και παγόνια περπατούσαν καμαρωτά τριγύρω του κι ο αυλητής κορόιδευε τον υπηρέτη που κρατούσε το θυμιατό· πως σαν τον Καλιγούλα, είχε γλεντήσει στους στάβλους με τους πρασινοντυμένους  αναβάτες και είχε δειπνήσει σε ένα παχνί από ελεφαντόδοντο μαζί με ένα άλογο που φορούσε προμετωπίδιο στολισμένο με πετράδια· και σαν τον Δομιτιανό, είχε περπατήσει σ᾿  ένα διάδρομο γεμάτο μαρμάρινους καθρέφτες, ψάχνοντας γύρω με μάτια κουρασμένα την αναλαμπή τού μαχαιριού που θα ᾿δινε τέλος στη ζωή του, άρρωστος απ᾿  την πλήξη, αυτή τη φοβερή κούραση της ζωής, που καταλαμβάνει εκείνους που η ζωή δεν τούς  αρνιέται τίποτα· και είχε κοιτάξει μέσα από ένα διάφανο σμαράγδι το κόκκινο σφαγείο τού Ιππόδρομου, κι ύστερα, σ᾿  ένα ανάκλιντρο από μαργαριτάρια και πορφύρα που το έσερναν μουλάρια με ασημένια πέταλα, πέρασε την Οδό των Ροδιών για να πάει στον Οίκο τού Χρυσού, ενώ ο κόσμος ζητωκραύγαζε τον Καίσαρα Νέρωνα· και σαν τον Ηλιογάβαλο, είχε βάψει το πρόσωπό του με χρώματα, έγνεθε μαζί με τις γυναίκες και είχε φέρει τη Σελήνη από την Καρχηδόνα για να τη δώσει γυναίκα στον Ήλιο, σε γάμο μυστηριακό.
Διάβαζε και ξαναδιάβαζε ο Ντόριαν αυτό το εκπληκτικό κεφάλαιο, καθώς και τα δυο επόμενα, όπου, σαν σε κάποια ταπισερί ή σε περίτεχνα δουλεμένο σμάλτο, περιγράφονται οι φοβερές και ωραίες μορφές εκείνων που η Ανηθικότητα, το Αίμα και η Ανία τούς είχαν κάνει τέρατα ή τρελούς: ο Φίλιππος, ο δούκας τού Μιλάνου, που δολοφόνησε τη γυναίκα του κι έβαψε τα χείλη της με πορφυρό δηλητήριο για να ρουφήξει ο εραστής της το θάνατο απ᾿  το νεκρό σώμα που θα φιλούσε· ο Πιέτρο Μπάρμπι, ο  Ενετός, γνωστός σαν Παύλος Β᾿, που μες στη ματαιοδοξία του επιθυμούσε να αποκτήσει τον τίτλο τού Ωραίου και που η τιάρα του, που άξιζε διακόσιες χιλιάδες φιορίνια, πληρώθηκε μ᾿  ένα τρομερό αμάρτημα· ο Τζιάν Μαρία Βισκόντι, που χρησιμοποιούσε λαγωνικά για να κυνηγάει ανθρώπους, και που μια πόρνη που τον είχε αγαπήσει σκέπασε με τριαντάφυλλα το δολοφονημένο σώμα του· ο Βοργίας με το λευκό άλογό του, με την αδελφοκτονία καβάλα πλάι του, και το μανδύα του τον λεκιασμένο με το αίμα τού Περότο· ο Πιέτρο Ριάριο, ο νεαρός καρδινάλιος, αρχιεπίσκοπος τής Φλωρεντίας, παιδί κι ευνοούμενος τού Σίξτου Δ᾿, που η ομορφιά του ήταν ισάξια μόνο με την ακολασία του, και που υποδέχτηκε τη Ελεωνόρα τής Αραγονίας σ᾿  ένα περίπτερο από άσπρο και πορφυρό μετάξι, γεμάτο με νύμφες και κενταύρους, και έβαψε χρυσό ένα αγόρι για να τούς σερβίρει στο συμπόσιο σαν Γανυμήδης ή σαν  Ύλας· ο Ετσελίνο  που τη μελαγχολία του μπορούσε να θεραπεύσει μόνο η θέα τού θανάτου, και είχε πάθος με το κόκκινο αίμα, όπως άλλοι έχουν πάθος με το κόκκινο κρασί· ο γιος τού Δαίμονα, έτσι ήταν γνωστός, που είχε κλέψει τον πατέρα του στα ζάρια παίζοντας μαζί του την ψυχή του την ίδια· ο Τζιανμπατίστα Τσίμπο, που ονομάστηκε κοροϊδευτικά «Αθώος» και που στις άρρωστες φλέβες του ένας εβραίος γιατρός είχε μεταγγίσει το αίμα τριών αγοριών· ο Σιγισμόνδος Μαλατέστα, ο εραστής τής Ιζότα και άρχοντας τού Ρίμινι, που το ομοίωμά του κάηκε στην Ρώμη, γιατί θεωρήθηκε εχθρός τού Θεού και των ανθρώπων, που είχε στραγγαλίσει την Πολυσένα με μια πετσέτα κι έδωσε δηλητήριο στην Τζινέβρα ντ᾿  Έστε σε σμαραγδένιο κύπελλο, και προς τιμήν ενός επαίσχυντου πάθους έχτισε έναν παγανιστικό ναό για χριστιανική λατρεία· ο Κάρολος ΣΤ᾿, που είχε τόσο παράφορα λατρέψει τη γυναίκα τού αδελφού του, ώστε ένας λεπρός τον προειδοποίησε πως θα τρελαθεί, κι όταν το μυαλό του αρρώστησε και παραφρόνησε, ηρεμούσε μόνο αν τού έδειχναν σαρακηνά τραπουλόχαρτα με τις εικόνες του Έρωτα, τού Θανάτου και τής Τρέλας· και ο Γκριφονέτο Μπαλιόνι, με το στολισμένο χιτώνιο, το σκούφο με τα πετράδια και τις σγουρές μπούκλες, που δολοφόνησε τον Αστόρε με την αρραβωνιαστικιά του και τον Σιμονέτο με τον υπηρέτη του, κι είχε τέτοια ομορφιά, που καθώς πέθαινε στην Κίτρινη Πλατεία τής Περούτζια, αυτοί που τον είχαν μισήσει δεν μπόρεσαν να μην κλάψουν, και η Αταλάντα που τον είχε καταραστεί, τον ευλόγησε.
Όλες αυτές οι μορφές τον γοήτευαν τρομερά. Τις έβλεπε τη νύχτα, και τάραζαν τη φαντασία του τη μέρα. Η Αναγέννηση ήξερε παράξενους τρόπους δηλητηρίασης – σε δηλητηρίαζε μ᾿  ένα κράνος, μ᾿  έναν αναμμένο πυρσό, μ᾿  ένα κεντημένο γάντι και μια βεντάλια με πετράδια, μ᾿  ένα επίχρυσο κουτί αρωμάτων κι ένα κεχριμπαρένιο περιδέραιο. Ο Ντόριαν Γκρέυ είχε δηλητηριαστεί μ᾿  ένα βιβλίο.  Υπήρχαν στιγμές που έβλεπε το κακό απλώς σαν έναν τρόπο για να υλοποιήσει την αντίληψη τού ωραίου. 

12

Ήταν στις εννιά Νοεμβρίου, την παραμονή τής μέρας που θα έκλεινε τα τριάντα οχτώ του χρόνια,(1) όπως συχνά θυμόταν αργότερα.
Γύριζε στο σπίτι του με τα πόδια γύρω στις έντεκα η ώρα, αφού είχε δειπνήσει στο σπίτι τού λόρδου Χένρυ, και ήταν τυλιγμένος με μια βαριά γούνα, γιατί η νύχτα ήταν κρύα και γεμάτη ομίχλη. Στη γωνία της Πλατείας Γκρόσβενορ και τής Σάουθ  Όντλι Στριτ ένας άντρας τον προσπέρασε μες στην ομίχλη, περπατώντας πολύ γρήγορα, με το γιακά του γκρίζου μακριού πανωφοριού του σηκωμένο. Στο χέρι του κρατούσε μια τσάντα. Ο Ντόριαν τον αναγνώρισε. Ήταν ο Μπάζιλ Χόλγουορντ. Μια παράξενη κι ανεξήγητη αίσθηση φόβου τον κυρίεψε. Δεν έδειξε κανένα σημάδι αναγνώρισης, και συνέχισε να περπατάει γρήγορα προς την κατεύθυνση τού σπιτιού του.
Όμως ο Χόλγουορντ τον είχε δει. Ο Ντόριαν τον άκουσε πρώτα να σταματά στο πεζοδρόμιο κι έπειτα να έρχεται βιαστικά προς το μέρος του. Σε λίγα λεπτά το χέρι τού ζωγράφου ακουμπούσε στο μπράτσο του.
«Ντόριαν! Τι καταπληκτική τύχη! Σε περίμενα στη βιβλιοθήκη σου απ᾿  τις εννιά η ώρα. Στο τέλος λυπήθηκα τον κουρασμένο υπηρέτη σου και τού είπα να πάει για ύπνο. Φεύγω για το Παρίσι με το τρένο των δώδεκα κι ήθελα πολύ να σε δω πριν φύγω. Υπέθεσα ότι ήσουν εσύ, ή μάλλον το γούνινο παλτό σου, όταν πέρασες δίπλα μου, αλλά δεν ήμουν κι εντελώς σίγουρος. Εσύ δε με γνώρισες;»
«Μ᾿  αυτή την ομίχλη, αγαπητέ μου Μπάζιλ; Εδώ δυσκολεύομαι ν᾿  αναγνωρίσω ακόμη και την Πλατεία Γκρόσβενορ. Κάπου εδώ κοντά πρέπει να ᾿ναι και το σπίτι μου, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος. Λυπάμαι που φεύγεις, έχω τόσο καιρό να σε δω. Φαντάζομαι όμως ότι θα επιστρέψεις σύντομα, έτσι δεν είναι;»
«Όχι, θα λείψω έξι μήνες απ᾿  την Αγγλία. Σκοπεύω να νοικιάσω ένα ατελιέ στο Παρίσι και να κλειστώ εκεί μέσα μέχρι να τελειώσω έναν μεγάλο πίνακα που έχω στο μυαλό μου. Τέλος πάντων, δεν ήταν για μένα που ήθελα να σού μιλήσω. Μα φτάσαμε κιόλας στην πόρτα σου. Άφησέ με να περάσω μέσα για λιγάκι. Έχω κάτι να σού πω».
«Και βέβαια να ᾿ρθεις. Δε θα χάσεις όμως το τρένο σου;» είπε ράθυμα ο Ντόριαν Γκρέυ, καθώς ανέβαινε τα σκαλιά κι άνοιγε την πόρτα με το κλειδί του.
Το φως τής λάμπας ίσα που φαινόταν μες στην ομίχλη και ο Χόλγουορντ κοίταξε το ρολόι του. «Έχω άφθονο χρόνο» αποκρίθηκε. «Το τρένο φεύγει στις δώδεκα και τέταρτο, και τώρα είναι μόλις έντεκα. Μάλιστα, όταν σε συνάντησα, πήγαινα στη λέσχη για να σε βρω. Βλέπεις, δε θα καθυστερήσω καθόλου με τις αποσκευές, γιατί τα βαριά πράγματα τα έχω ήδη στείλει. Ό,τι θα πάρω μαζί μου τα έχω σ᾿  αυτή την τσάντα, και σε είκοσι λεπτά μπορώ άνετα να φτάσω στο σταθμό τής Βικτώρια».
Ο Ντόριαν τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Καταπληκτικός τρόπος για να ταξιδεύει ένας ζωγράφος τής μόδας! Μια πρόχειρη τσάντα, ένα ταξιδιωτικό πανωφόρι, κι αυτό είν᾿  όλο!  Έλα μέσα γρήγορα, μην μπει στο σπίτι η ομίχλη. Και πρόσεξε, μη μού μιλήσεις για τίποτα σοβαρό. Τίποτα δεν είναι σοβαρό στις μέρες μας. Ή τουλάχιστον, δεν πρέπει να ᾿ναι».
Ο Χόλγουορντ κούνησε το κεφάλι αρνητικά, κι ακολούθησε τον Ντόριαν στη βιβλιοθήκη. Στο μεγάλο τζάκι έκαιγε μια λαμπρή φωτιά με ξύλα. Οι λάμπες ήταν αναμμένες, και σ᾿  ένα μικρό τραπεζάκι με μαρκετερί βρισκόταν ανοιχτή μια ασημένια ολλανδική κασετίνα με μεγάλα κρυστάλλινα ποτήρια και σιφόν σόδας.
«Όπως βλέπεις, ο υπηρέτης σου μ᾿  έκανε να νιώσω σαν στο σπίτι μου, Ντόριαν. Μού πρόσφερε ό,τι ήθελα, ακόμη και τα καλύτερα τσιγάρα σου με το χρυσό επιστόμιο. Είναι πολύ φιλόξενος. Μού αρέσει πολύ περισσότερο απ᾿  τον Γάλλο που είχες κάποτε. Τι απέγινε αλήθεια εκείνος ο Γάλλος;»
Ο Ντόριαν ανασήκωσε τους ώμους. «Νομίζω πως παντρεύτηκε την καμαριέρα τής λαίδης Ράντλυ και την εγκατέστησε στο Παρίσι σαν Εγγλέζα μοδίστρα. Απ᾿  ό,τι ακούω, η αγγλομανία είναι πολύ τής μόδας εκεί. Ανόητο εκ μέρους των Γάλλων, δε συμφωνείς; Αλλά - ξέρεις; - δεν ήταν καθόλου κακός υπηρέτης. Ποτέ δεν τον συμπάθησα ιδιαίτερα, δεν είχα όμως και κανένα παράπονο. Καμιά φορά, φαντάζεται κανείς πράγματα εντελώς παράλογα. Μού ήταν πραγματικά πολύ αφοσιωμένος και στενοχωρήθηκε όταν έφυγε. Θα πάρεις άλλο ένα μπράντι με σόδα; Ή προτιμάς κρασί με μεταλλικό νερό; Εγώ πάντα αυτό πίνω. Σίγουρα πρέπει να υπάρχει στο διπλανό δωμάτιο».
«Ευχαριστώ, δε θέλω τίποτ᾿  άλλο» είπε ο ζωγράφος, βγάζοντας το ταξιδιωτικό καπέλο και το πανωφόρι του και ρίχνοντάς τα πάνω στην τσάντα που είχε αφήσει στη γωνία. «Και τώρα, αγαπητέ μου, θέλω να σού μιλήσω σοβαρά. Μην κατσουφιάζεις έτσι. Δυσκολεύεις τη θέση μου».
«Περί τίνος πρόκειται;» φώναξε ο Ντόριαν, με το ευερέθιστο ύφος που πολλές φορές έπαιρνε, ενώ έπεφτε στον καναπέ. «Ελπίζω να μην πρόκειται για μένα. Μ᾿  έχει κουράσει ο εαυτός μου απόψε. Θα ᾿ θελα να ᾿μουν κάποιος άλλος».
«Για σένα πρόκειται» αποκρίθηκε ο Χόλγουορντ, με τη σοβαρή, βαθιά φωνή του, «και είμαι υποχρεωμένος να σού το πω. Δε θα σε κρατήσω πάνω από μισή ώρα».
Ο Ντόριαν αναστέναξε κι άναψε ένα τσιγάρο. «Μισή ώρα!» μουρμούρισε.
«Δε σού ζητώ πολλά, Ντόριαν, κι εξάλλου, για το δικό σου το καλό θέλω να σού μιλήσω. Νομίζω πως πρέπει να μάθεις ότι ακούγονται απαίσια πράγματα για σένα στο Λονδίνο».
«Δε θέλω να ξέρω τίποτε γι᾿  αυτά. Μ᾿  αρέσει να μαθαίνω για τα σκάνδαλα των άλλων, αλλά τα σκάνδαλα γύρω από το άτομό μου δε μ᾿  ενδιαφέρουν καθόλου. Δεν έχουν τη γοητεία τού καινούριου».
«Πρέπει να σ᾿  ενδιαφέρουν, Ντόριαν. Κάθε τζέντλεμαν ενδιαφέρεται για το καλό του όνομα. Δε φαντάζομαι να θέλεις να μιλάει ο κόσμος για σένα σαν να ᾿σουν κάνας έκφυλος και διεφθαρμένος. Φυσικά, έχεις την κοινωνική σου θέση, τον πλούτο σου κι όλα τα σχετικά. Αλλά η κοινωνική θέση και ο πλούτος δεν είναι το παν. Κοίταξε, εγώ δεν τις πιστεύω καθόλου αυτές τις φήμες. Τουλάχιστον, δεν μπορώ να τις πιστέψω όταν σε βλέπω. Η αμαρτία είναι κάτι που ζωγραφίζεται στο πρόσωπο ενός ανθρώπου. Δεν κρύβεται. Ο κόσμος μιλάει καμιά φορά για κρυφά βίτσια. Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα. Αν κάποιος χυδαίος έχει ένα βίτσιο, αυτό φαίνεται στις γραμμές τού στόματος, στα βαριά του βλέφαρα, ακόμη και στο σχήμα των χεριών του. Κάποιος - δε θ᾿  αναφέρω τ᾿  όνομά του, αλλά τον ξέρεις - ήρθε σ᾿  εμένα πέρσι και μού ζήτησε να τού κάνω το πορτρέτο. Ποτέ δεν τον είχα ξαναδεί ούτε κι είχα ακούσει τίποτα γι᾿  αυτόν, αν και από τότε άκουσα πολλά. Μού πρόσφερε ένα τεράστιο ποσό. Αρνήθηκα. Υπήρχε κάτι στο σχήμα των δαχτύλων του που μού προκαλούσε απέχθεια. Τώρα ξέρω ότι είχα δίκιο σ᾿  όσα φαντάστηκα γι᾿  αυτόν. Η ζωή του είναι φριχτή. Όμως εσύ, Ντόριαν, με το αγνό, λαμπερό κι αθώο πρόσωπο, και την υπέροχη, ακηλίδωτη νιότη σου - δεν μπορώ να πιστέψω τίποτε κακό για σένα. Μα σε βλέπω πολύ σπάνια, δεν περνάς πια απ᾿  το ατελιέ, και όταν είμαι μακριά σου κι ακούω αυτά τα τρομερά πράγματα που ψιθυρίζει ο κόσμος για σένα, δεν ξέρω τι να πω. Για ποιο λόγο, Ντόριαν, ένας άνθρωπος σαν το δούκα τού Μπέργουικ φεύγει απ᾿  την αίθουσα τής λέσχης όταν μπαίνεις εσύ; Για ποιο λόγο τόσο πολλοί άνθρωποι τής καλής κοινωνίας δεν έρχονται ποτέ στο σπίτι σου ούτε σε προσκαλούν στο δικό τους; Κάποτε ήσουν φίλος με το λόρδο Στέιβλυ. Τον συνάντησα την περασμένη βδομάδα σε κάποιο δείπνο. Τ᾿  όνομά σου έτυχε ν᾿  αναφερθεί στη συζήτηση, σε σχέση με τις μινιατούρες που δάνεισες για να εκτεθούν στην γκαλερί Ντάντλι.  Ο Στέιβλυ, με ύφος πολύ περιφρονητικό, είπε πως μπορεί να έχεις εξαιρετικό καλλιτεχνικό γούστο, αλλά ότι είσαι ένας άντρας που καμιά ηθική κοπέλα δεν επιτρέπεται να γνωρίσει, και καμιά ενάρετη γυναίκα δεν πρέπει να βρεθεί στο ίδιο δωμάτιο μαζί σου. Τού υπενθύμισα ότι είμαι φίλος σου και τον ρώτησα τι εννοούσε. Μού είπε. Μού το είπε εκεί, μπροστά σε όλους. Ήταν φοβερό! Για ποιο λόγο η φιλία σου είναι τόσο μοιραία για τους νέους; Ήταν εκείνο το δυστυχισμένο παιδί τής Φρουράς που αυτοκτόνησε. Ήσουν ο καλύτερος φίλος του. Ήταν ο Σερ Χένρυ Άστον που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αγγλία με το όνομά του κηλιδωμένο. Ήσασταν αχώριστοι. Και ο Άντριαν Σίνγκλετον, που είχε τόσο φριχτό τέλος; Και ο μοναχογιός τού λόρδου Κεντ, που η καριέρα του καταστράφηκε; Συνάντησα τον πατέρα του χθες στην Σαιντ Τζέιμς Στριτ. Ήταν ερείπιο απ᾿  την ντροπή και τον πόνο. Κι ο νεαρός δούκας τού Περθ; Τι ζωή είν᾿  αυτή που κάνει τώρα; Ποιος καθωσπρέπει άνθρωπος θα δεχόταν να ᾿χει σχέση μαζί του;»
«Σταμάτα, Μπάζιλ. Μιλάς για πράγματα που δεν ξέρεις» είπε ο Ντόριαν Γκρέυ δαγκώνοντας τα χείλη του, μ᾿  έναν τόνο απέραντης περιφρόνησης στη φωνή του. «Με ρωτάς για ποιο λόγο ο Μπέργουικ φεύγει απ᾿  το δωμάτιο μόλις μπαίνω εγώ. Το κάνει γιατί εγώ ξέρω τα πάντα για τη ζωή του, κι όχι γιατί εκείνος ξέρει κάτι για τη δική μου. Με τέτοιο αίμα που κυλάει στις φλέβες του, πώς θα μπορούσε το παρελθόν του να είναι καθαρό; Με ρωτάς για τον Χένρυ Άστον και τον νεαρό Περθ. Εγώ ήμουν αυτός που δίδαξε στον έναν τα βίτσια του και στον άλλον τις ακολασίες του; Αν ο ανόητος γιος τού Κεντ παίρνει για γυναίκα του μια τού δρόμου, σε τι φταίω εγώ; Αν ο Άντριαν Σίνγκλετον πλαστογραφεί την υπογραφή τού φίλου του σε μια επιταγή, εγώ είμαι υπεύθυνος γι᾿  αυτό; Ξέρω πώς κουτσομπολεύει ο κόσμος στην Αγγλία. Οι μεσαίες τάξεις εκφράζουν τις ηθικές τους προκαταλήψεις ενώ κάθονται και δειπνούν στα κακόγουστα τραπέζια τους, και ψιθυρίζουν για τις ασωτίες, όπως τις ονομάζουν, των ανώτερων τάξεων, προσπαθώντας να δείξουν ότι ανήκουν κι αυτοί στην καλή κοινωνία κι έχουν στενές σχέσεις με τούς ανθρώπους που συκοφαντούν. Σ᾿  αυτή τη χώρα αρκεί ένας άνθρωπος να έχει κάποια ιδιαίτερα προσόντα, κοινωνικά ή πνευματικά, για ν᾿ αρχίσει κάθε χυδαία γλώσσα να κουτσομπολεύει εναντίον του. Και τι ζωή κάνουν αυτοί οι άνθρωποι που μάς ποζάρουν για ηθικοί; Αγαπητέ μου, ξεχνάς, μού φαίνεται, ότι ζούμε στη γενέτειρα τής υποκρισίας».
«Ντόριαν» φώναξε ο Χόλγουορντ, «δεν είναι αυτό το θέμα. Η Αγγλία είναι άθλια χώρα, το ξέρω, και η εγγλέζικη κοινωνία σάπια. Αυτός είναι ο λόγος που θέλω να είσαι άμεμπτος. Κι εσύ δεν υπήρξες άμεμπτος. Νομίζω πως έχει κανείς το δικαίωμα να κρίνει έναν άνθρωπο απ᾿ την επίδραση που έχει στους φίλους του. Οι δικοί σου φίλοι φαίνεται να χάνουν κάθε αίσθηση τιμής, καλοσύνης και αγνότητας. Τούς γέμισες με μια παράφορη μανία για απολαύσεις. Κυλίστηκαν χαμηλά, πολύ χαμηλά. Εσύ τούς οδήγησες εκεί. Ναι, εσύ τούς οδήγησες εκεί, κι όμως μπορείς να χαμογελάς, όπως χαμογελάς τώρα. Και υπάρχουν κι άλλα, χειρότερα. Ξέρω ότι εσύ κι ο Χάρυ είσαστε αχώριστοι. Και μόνο γι᾿  αυτό, αν όχι για τίποτ᾿  άλλο, δεν έπρεπε να διασύρεις τ᾿  όνομα τής αδελφής του».
«Πρόσεχε, Μπάζιλ. Το πας πολύ μακριά».
«Πρέπει να σού μιλήσω, κι εσύ πρέπει να μ᾿  ακούσεις. Και θα μ᾿ ακούσεις. Όταν συνάντησες τη λαίδη Γκουέντολιν, τ᾿  όνομά της δεν είχε αναμειχθεί ούτε καν σε υποψία σκανδάλου. Υπάρχει τώρα έστω και μια καθωσπρέπει γυναίκα στο Λονδίνο που θα δεχτεί να εμφανιστεί μαζί της στο Πάρκο; Για τ᾿  όνομα τού Θεού, δεν τής επιτρέπεται να ζήσει ούτε καν στο ίδιο σπίτι με τα παιδιά της! Αλλά υπάρχουν κι άλλες ιστορίες - σ᾿  έχουνε δει, λένε, να βγαίνεις χαράματα από κακόφημα σπίτια και να κυκλοφορείς μεταμφιεσμένος στα χειρότερα καταγώγια τού Λονδίνου. Είναι αλήθεια; Είναι δυνατόν να ᾿ναι αλήθεια; Όταν τις πρωτάκουσα, έβαλα τα γέλια. Τώρα τις ακούω κι ανατριχιάζω. Και στο εξοχικό σου σπίτι, τι ζωή κάνεις εκεί; Αχ, Ντόριαν, δεν ξέρεις τι λέει ο κόσμος για σένα. Δε θα σού πω ότι δε θέλω να σού κάνω κήρυγμα. Θυμάμαι ότι ο Χάρυ είπε μια φορά πως κάθε ερασιτέχνης ιεροκήρυκας ξεκινάει μ᾿ αυτήν ακριβώς τη φράση, για να παραβεί στη συνέχεια το λόγο του. Εγώ όμως θέλω να σού κάνω κήρυγμα. Θέλω να ζεις μια ζωή που να κάνει τον κόσμο να σε σέβεται. Θέλω να έχεις όνομα καθαρό και παρελθόν ακηλίδωτο. Θέλω να ξεφορτωθείς τούς απαίσιους ανθρώπους που σχετίζεσαι. Μη σηκώνεις έτσι τούς ώμους σου. Μην είσαι τόσο αδιάφορος. Ασκείς μια καταπληκτική επιρροή πάνω στους άλλους. Ας είναι για καλό κι όχι για κακό. Λένε ότι διαφθείρεις όποιον σε πλησιάσει και ότι αρκεί να μπεις σ᾿ ένα σπίτι, για ν᾿  ακολουθήσει αμέσως κάποια ντροπή. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ή όχι. Πώς θα μπορούσα να ξέρω; Όμως αυτό κυκλοφορεί για σένα. Μού είπαν πράγματα που δεν μπορώ να αμφισβητήσω. Ο λόρδος Γκλόστερ ήταν ένας από τούς καλύτερους φίλους μου στην Οξφόρδη. Μου έδειξε ένα γράμμα που τού είχε γράψει η γυναίκα του όταν πέθαινε ολομόναχη στη βίλα της στο Μεντόν. Τ᾿  όνομά σου ήταν μπλεγμένο στην πιο φοβερή εξομολόγηση που διάβασα ποτέ. Τού είπα ότι ήταν παράλογο - ότι σε ήξερα πολύ καλά κι ότι ήσουν ανίκανος για μια τέτοια πράξη. Σε ξέρω; Αναρωτιέμαι, σε ξέρω άραγε; Πριν απαντήσω, θα ᾿πρεπε να δω την ψυχή σου».
«Να δεις την ψυχή μου!» μουρμούρισε ο Ντόριαν Γκρέυ, και πετάχτηκε πάνω ενώ το πρόσωπό του γίνηκε άσπρο από το φόβο του.
«Ναι» αποκρίθηκε ο Χόλγουορντ σοβαρά, με βαθιά, λυπημένη φωνή - «να δω την ψυχή σου. Αλλά μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει αυτό».
Ένα πικρό, κοροϊδευτικό γέλιο ξέφυγε απ᾿  τα χείλη του νέου. «Θα τη δεις λοιπόν την ψυχή μου, απόψε!» φώναξε, αρπάζοντας μια λάμπα απ᾿  το τραπέζι. «Έλα, δικό σου έργο είναι. Γιατί να μην το δεις; Μπορείς κατόπιν, αν θέλεις, να πεις αυτό που θα δεις και στους άλλους. Σ᾿  όλο τον κόσμο. Κανείς δε θα σε πιστέψει. Αν σε πίστευαν, θα με συμπαθούσαν περισσότερο. Ξέρω την εποχή μας καλύτερα από σένα, παρ᾿  όλες τις ανιαρές πολυλογίες σου γι᾿  αυτήν. Έλα, σού λέω. Φλυάρισες αρκετά για τη διαφθορά. Τώρα θα την αντικρίσεις καταπρόσωπο».
Σε κάθε λέξη που ξεστόμιζε υπήρχε η παραφροσύνη τής περηφάνιας. Χτύπησε το πόδι του στο πάτωμα μ᾿  εκείνο τον προκλητικό, παιδικό τρόπο του. Ένιωθε μια τρομερή χαρά στη σκέψη ότι θα μοιραζόταν το μυστικό του με κάποιον άλλον, κι ότι ο άνθρωπος που είχε ζωγραφίσει το πορτρέτο, πηγή όλης τής ντροπής του, θα σήκωνε σ᾿  όλη την υπόλοιπη ζωή του το βάρος τής απαίσιας ανάμνησης τής πράξης του.
«Ναι» συνέχισε, πλησιάζοντάς τον και καρφώνοντας το βλέμμα στα αυστηρά του μάτια, «θα σού δείξω την ψυχή μου. Θα δεις αυτό που φαντάζεσαι ότι μόνο ο Θεός μπορεί να δει».
Ο Χόλγουορντ έκανε λίγο πίσω. «Αυτό είναι βλασφημία, Ντόριαν!» φώναξε. «Δεν πρέπει να λες τέτοια πράγματα. Είναι φριχτά και δεν έχουν κανένα νόημα».
«Έτσι νομίζεις;» Ο Ντόριαν γέλασε πάλι.
«Το ξέρω ότι είναι έτσι. Όσο γι᾿ αυτά που σού είπα απόψε, σού τα είπα για το καλό σου. Ξέρεις ότι πάντα ήμουν πιστός σου φίλος».
«Μη μ᾿  αγγίζεις. Τελείωσε ό,τι έχεις να πεις».
Μια έκφραση φοβερής οδύνης σχηματίστηκε στο πρόσωπο τού ζωγράφου. Σώπασε για λίγο, κι ένα παράφορο αίσθημα οίκτου τον κυρίεψε. Στο κάτω κάτω, τι δικαίωμα είχε να ανακατεύεται στη ζωή τού Ντόριαν Γκρέυ; Αν πράγματι είχε κάνει έστω κι ένα δέκατο απ᾿  όσα ψιθυρίζονται γι᾿  αυτόν, πόσο πρέπει να είχε υποφέρει! Ύστερα προχώρησε ως το τζάκι και στάθηκε εκεί, με το βλέμμα στραμμένο στα κούτσουρα που καίγονταν, με τις παλλόμενες φλόγες τους και τις στάχτες τους κάτασπρες σαν παγωνιά.
«Περιμένω, Μπάζιλ» είπε ο νέος, με φωνή σκληρή και καθαρή.
Ο ζωγράφος γύρισε και τον κοίταξε. «Να τι έχω να σού πω» φώναξε. «Θέλω να μού δώσεις μια απάντηση για τις φοβερές κατηγορίες που διατυπώνονται εναντίον σου. Αν μού πεις ότι είναι όλα ψέματα, ψέματα απ᾿ την αρχή ως το τέλος, θα σε πιστέψω. Αρνήσου τες, Ντόριαν, αρνήσου τες! Δε βλέπεις πόσο υποφέρω; Θεέ μου! Μη μού πεις ότι είσαι κακός, διεφθαρμένος κι αναίσχυντος!»
Ο Ντόριαν Γκρέυ χαμογέλασε, στραβώνοντας περιφρονητικά τα χείλη του. «Έλα πάνω, Μπάζιλ» είπε ήσυχα. «Κρατάω ένα ημερολόγιο, κάθε μέρα, και μένει πάντα στο δωμάτιο όπου το γράφω. Αν έρθεις μαζί μου, θα σ᾿  το δείξω».
«Θα έρθω μαζί σου, Ντόριαν, αν το θέλεις. Όπως βλέπω, ήδη το έχασα το τρένο μου. Δεν έχει καμιά σημασία. Μπορώ να φύγω αύριο. Όμως μη μού ζητήσεις να διαβάσω τίποτε απόψε. Το μόνο που θέλω είναι μια απλή απάντηση στην ερώτησή μου».
«Θα σού δοθεί επάνω. Δεν μπορώ να σού τη δώσω εδώ. Δε θα χρειαστεί να διαβάσεις πολλά».

(1) Στην πρώτη έκδοση, στο περιοδικό Lippncott, ο Γουάιλντ γρά­φει: «Την παραμονή τής μέρας που θα έκλεινε τα τριάντα δύο του χρό­νια». Η ηλικία αυτή έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, γιατί τριάντα δύο χρονών ήταν και ο Γουάιλντ όταν είχε την πρώτη του ομοφυλοφιλική εμπειρία, κι επιβεβαιώνει τη σχέση ανάμεσα στην «αμαρτία» ή την ενοχή του Ντόριαν και τη δική του. [Σ]

13

Βγήκε απ᾿  το δωμάτιο κι άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα, ενώ ο Μπάζιλ Χόλγουορντ τον ακολουθούσε. Περπατούσαν απαλά, όπως από ένστικτο κάνουν τη νύχτα οι άνθρωποι. Η λάμπα έριχνε φανταστικές σκιές στον τοίχο και τη σκάλα. Ένας αέρας σηκώθηκε κι έκανε τα παραθυρόφυλλα να τρίξουν.
Όταν έφτασαν στο τελευταίο κεφαλόσκαλο, ο Ντόριαν ακούμπησε τη λάμπα στο πάτωμα, και βγάζοντας το κλειδί από την τσέπη του, ξεκλείδωσε την πόρτα. «Επιμένεις να μάθεις, Μπάζιλ;» ρώτησε χαμηλόφωνα.
«Ναι».
«Χαίρομαι πολύ» απάντησε μ᾿  ένα χαμόγελο. Και κάπως πιο τραχιά, πρόσθεσε: «Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που δικαιούται να ξέρει τα πάντα για μένα. Έπαιξες μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή μου απ᾿  όσο νομίζεις» και παίρνοντας τη λάμπα, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Ένα ψυχρό ρεύμα αέρα τούς υποδέχτηκε, και η φλόγα τής λάμπας τρεμόπαιξε παίρνοντας ένα βαθύ πορτοκαλί χρώμα. Ο Ντόριαν ανατρίχιασε. «Κλείσε την πόρτα πίσω σου» ψιθύρισε, αφήνοντας τη λάμπα στο τραπέζι.
Ο Χόλγουορντ έριξε μια ματιά γύρω του με βλέμμα απορημένο. Το δωμάτιο έμοιαζε ακατοίκητο για χρόνια. Μια ξεθωριασμένη φλαμανδική ταπισερί, ένας πίνακας καλυμμένος με μια κουρτίνα, μια παλιά ιταλική κασέλα, και μια σχεδόν άδεια βιβλιοθήκη - αυτά ήταν όλα κι όλα τα έπιπλα, μαζί μ᾿  ένα τραπέζι και μια καρέκλα. Καθώς ο Ντόριαν Γκρέυ άναβε ένα μισολιωμένο κερί στο περβάζι τού τζακιού, είδε ότι το δωμάτιο ήταν γεμάτο σκόνη και το χαλί χιλιοτρυπημένο. Ένα ποντίκι έτρεξε και κρύφτηκε τρομαγμένο στην ξύλινη επένδυση τού τοίχου. Μύριζε υγρασία και μούχλα.
«Νομίζεις λοιπόν ότι μόνο ο Θεός βλέπει την ψυχή, Μπάζιλ; Τράβηξε αυτή την κουρτίνα, και θα δεις τη δική μου».
Η φωνή του ήταν ψυχρή και σκληρή. «Είσαι τρελός, Ντόριαν, ή παίζεις θέατρο» μουρμούρισε ο Χόλγουορντ σουφρώνοντας τα φρύδια.
«Δε θέλεις; Τότε θα το κάνω εγώ» είπε ο νέος, και τραβώντας την κουρτίνα απ᾿  τη βέργα της, την πέταξε στο πάτωμα.
Μια κραυγή φρίκης ξέφυγε από τα χείλη του ζωγράφου καθώς είδε μες το αχνό φως το απαίσιο πρόσωπο στο μουσαμά να τού χαμογελάει σαρκαστικά. Στην έκφρασή του υπήρχε κάτι που τον γέμισε αηδία και απέχθεια. Θεέ και Κύριε! Ήταν το πρόσωπο τού Ντόριαν Γκρέυ αυτό που αντίκριζε! Η φρίκη, ό,τι κι αν ήταν, δεν είχε καταστρέψει εντελώς την υπέροχη ομορφιά του. Υπήρχε ακόμα λίγο χρυσάφι στα μαλλιά που αραίωναν και λίγη πορφύρα στο αισθησιακό του στόμα. Τα σβησμένα μάτια διατηρούσαν λίγη απ᾿  τη γαλάζια ομορφιά τους, οι ευγενικές γραμμές τού λαιμού και των σμιλευμένων ρουθουνιών δεν είχαν εξαφανιστεί ολότελα. Ναι, ήταν ο Ντόριαν. Ποιος είχε κάνει αυτό τον πίνακα; Τού φαινόταν πως αναγνώριζε τις πινελιές του, και η κορνίζα ήταν δικό του σχέδιο. Η ιδέα που τού πέρασε απ᾿  το νου ήταν τερατώδης, φοβήθηκε. Άρπαξε το αναμμένο κερί και το κράτησε κοντά στον πίνακα. Στην αριστερή γωνία ήταν τ᾿  όνομά του, γραμμένο με μεγάλα, λαμπερά κόκκινα γράμματα.
Ήταν μια βρωμερή παρωδία, μια άτιμη, χυδαία σάτιρα. Εκείνος ποτέ δεν είχε κάνει κάτι τέτοιο. Κι όμως, ο πίνακας ήταν δικός του. Ήταν σίγουρος γι᾿  αυτό· ένιωσε το αίμα στις φλέβες του από φωτιά που ήταν να γίνεται πάγος. Ο πίνακάς του! Τι σήμαινε αυτό; Γιατί είχε αλλάξει; Στράφηκε και κοίταξε τον Ντόριαν Γκρέυ με μάτια αρρώστου. Το στόμα του έτρεμε και η ξερή του γλώσσα ήταν ανίκανη ν᾿  αρθρώσει λέξη. Πέρασε την παλάμη του στο μέτωπό του. Ήταν γεμάτο στάλες παγωμένου ιδρώτα.
Ο νέος ήταν γερμένος στο περβάζι τού τζακιού και τον παρατηρούσε μ᾿  εκείνη την παράξενη έκφραση που βλέπει κανείς στα πρόσωπα όσων παρακολουθούν απορροφημένοι έναν μεγάλο καλλιτέχνη να παίζει στη σκηνή. Στο πρόσωπό του δεν υπήρχε ούτε αληθινή λύπη ούτε αληθινή χαρά. Υπήρχε μόνο το πάθος τού θεατή, και ίσως στα μάτια του τρεμόπαιζε μια λάμψη θριάμβου. Είχε βγάλει το λουλούδι απ᾿  την μπουτονιέρα του και το μύριζε, ή προσποιόταν πως το μύριζε.
«Τι σημαίνει αυτό;» φώναξε στο τέλος ο Χόλγουορντ. Η φωνή του ήχησε παράξενη και στριγκή στα ίδια του τ᾿  αυτιά.
«Πριν από χρόνια, όταν ήμουν παιδί ακόμα» είπε ο Ντόριαν Γκρέυ, τσαλακώνοντας το λουλούδι στο χέρι του, «με συνάντησες, με κολάκεψες και μ᾿  έμαθες να είμαι ματαιόδοξος για την ομορφιά μου. Μια μέρα, μού σύστησες ένα φίλο σου που μού εξήγησε το θαύμα τής νιότης, και τέλειωσες το πορτρέτο που μού αποκάλυψε το θαύμα τής ομορφιάς μου. Σε κάποια στιγμή τρέλας, που ακόμη και τώρα δεν ξέρω αν μετανιώνω γι᾿ αυτήν ή όχι, ξεστόμισα μια ευχή, που εσύ ίσως αποκαλούσες προσευχή...»
«Το θυμάμαι! Α! Πόσο καλά το θυμάμαι! Όχι, δεν είναι δυνατόν! Το δωμάτιο είναι υγρό. Πρέπει να πέρασε μούχλα στο μουσαμά. Τα χρώματα που χρησιμοποίησα πρέπει να περιείχαν κάποιο φοβερό ορυκτό δηλητήριο. Σού λέω, είναι αδύνατον».
«Α, τι είναι αδύνατον;» μουρμούρισε ο νέος, πλησιάζοντας στο παράθυρο κι ακουμπώντας το μέτωπό του πάνω στο παγωμένο τζάμι.
«Μού είπες ότι το ᾿χες καταστρέψει».
«Έκανα λάθος. Αυτό με κατέστρεψε».
«Δεν πιστεύω ότι είναι δικός μου ο πίνακας».
«Δεν αναγνωρίζεις σ᾿  αυτόν το ιδανικό σου;» είπε ο Ντόριαν με πίκρα.
«Το ιδανικό μου, όπως τ᾿  ονομάζεις...»
«Εσύ το είπες έτσι».
«Στο ιδανικό μου δεν υπήρχε ούτε ίχνος κακίας, ούτε ίχνος ντροπής. Για μένα ήσουν ένα ιδανικό που παρόμοιο δε θα συναντήσω ποτέ ξανά. Αυτό είναι το πρόσωπο ενός σάτυρου».
«Είναι το πρόσωπο τής ψυχής μου».
«Χριστέ μου! Τι πλάσμα λάτρεψα! Έχει μάτια διαβόλου».
«Ο καθένας μας έχει και τον παράδεισο και την κόλαση μέσα του, Μπάζιλ» φώναξε ο Ντόριαν, με μιαν άγρια χειρονομία απόγνωσης.
Ο Χόλγουορντ στράφηκε ξανά στο πορτρέτο, και τα μάτια του έμειναν καρφωμένα πάνω του. «Θεέ μου! Αν είναι αλήθεια» αναφώνησε, «κι αν έτσι κατάντησες τη ζωή σου, τότε, τότε πρέπει να είσαι ακόμα χειρότερος απ᾿  ό,τι φαντάζονται και οι πιο φανατικοί εχθροί σου!» Κράτησε ξανά το κερί κοντά στο μουσαμά και τον κοίταξε προσεκτικά. Η επιφάνεια έμοιαζε λεία κι απείραχτη, ακριβώς όπως τη θυμόταν. Από τα βάθη τού πίνακα είχε βγει αυτή η φρίκη, αυτή η διαφθορά, ήταν ολοφάνερο. Μέσω κάποιας περίεργης επιτάχυνσης τής εσωτερικής ζωής, η λέπρα τής αμαρτίας κατέτρωγε αργά το πρόσωπο που απεικονιζόταν. Και το θέαμα ήταν πιο φοβερό κι από τη σήψη ενός πτώματος σ᾿  έναν υγρό τάφο.
Το χέρι του άρχισε να τρέμει, το κερί έπεσε απ᾿  το κηροπήγιο στο πάτωμα κι έμεινε εκεί να τρεμοκαίει. Το πάτησε με το πόδι του και το ᾿σβησε. Ύστερα σωριάστηκε στην ετοιμόρροπη καρέκλα δίπλα στο τραπέζι κι έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του.
«Θεέ μου, Ντόριαν, τι μάθημα! Τι φοβερό μάθημα!» Δεν πήρε καμιά απάντηση, άκουσε όμως τούς λυγμούς τού νέου που έκλαιγε κοντά στο παράθυρο. «Προσευχήσου, Ντόριαν, προσευχήσου» μουρμούρισε. «Ποια προσευχή μάς μάθαιναν όταν ήμασταν παιδιά; “Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από τού πονηρού. Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών...” Έλα να προσευχηθούμε μαζί. Η προσευχή τής περηφάνιας σου εισακούστηκε. Θα εισακουστεί και η προσευχή τής μεταμέλειάς σου. Σε λάτρεψα υπερβολικά. Τιμωρήθηκα γι᾿  αυτό. Εσύ λάτρεψες υπερβολικά τον εαυτό σου. Τιμωρηθήκαμε και οι δύο».
Ο Ντόριαν Γκρέυ γύρισε αργά και τον κοίταξε με μάτια θολωμένα από τα δάκρυα. «Είναι πάρα πολύ αργά, Μπάζιλ» τραύλισε.
«Ποτέ δεν είναι πολύ αργά, Ντόριαν. Έλα να γονατίσουμε και να προσπαθήσουμε να θυμηθούμε μια προσευχή. Δεν υπάρχει κάπου ένας στίχος που λέει, “Κι αν οι αμαρτίες σου είναι πορφυρές, εγώ θα τις κάνω λευκές σαν το χιόνι;”»
«Αυτά τα λόγια δε σημαίνουν πια τίποτε για μένα».
«Πάψε! Μην το λες αυτό. Αρκετό κακό έκανες στη ζωή σου. Θεέ μου! Δε βλέπεις πώς μάς κοροϊδεύει αυτό το καταραμένο πράγμα!
Ο Ντόριαν Γκρέυ έριξε μια ματιά στον πίνακα, και ξαφνικά ένιωσε ένα ανεξέλεγκτο μίσος για τον Μπάζιλ Χόλγουορντ, ένα μίσος που λες και τού το υπέβαλε το είδωλο τού πίνακα, σαν να τού το ψιθύρισε στ᾿  αυτί μ᾿  εκείνα τα χείλη που χαμογελούσαν σατανικά. Μέσα του ζωντάνεψαν τα τρελά πάθη τού κυνηγημένου ζώου, κι ένιωσε για τον άντρα που καθόταν στο τραπέζι μιαν απέχθεια που για τίποτα δεν είχε ξανανιώσει στη ζωή του. Κοίταξε γύρω του με βλέμμα άγριο. Κάτι γυάλιζε πάνω στη ζωγραφιστή κασέλα που είχε απέναντι του. Ήξερε τι ήταν. Ήταν ένα μαχαίρι που είχε φέρει πάνω πριν από μερικές μέρες για να κόψει ένα κομμάτι σπάγκο και το είχε ξεχάσει εκεί. Το πλησίασε αργά, προσπερνώντας τον Χόλγουορντ. Μόλις βρέθηκε πίσω του, άρπαξε το μαχαίρι και γύρισε απότομα. Ο Χόλγουορντ κινήθηκε στην καρέκλα του σαν να ετοιμαζόταν να σηκωθεί. Όρμησε πάνω του και βύθισε το μαχαίρι στη μεγάλη φλέβα πίσω απ᾿  το αυτί, πιέζοντας το κεφάλι τού άντρα πάνω στο τραπέζι και χτυπώντας τον πολλές φορές.
Ακούστηκε ένα υπόκωφο βογκητό κι ένας φριχτός ρόγχος καθώς πνιγόταν απ᾿  το αίμα του. Τρεις φορές σήκωσε σπασμωδικά τα απλωμένα του μπράτσα, κουνώντας τρελά στον αέρα τα χέρια με τα κοκαλωμένα δάχτυλα. Τον μαχαίρωσε άλλες δυο φορές, αλλά ο άντρας δε σάλεψε. Κάτι άρχισε να στάζει στο πάτωμα. Περίμενε για λίγο, εξακολουθώντας να πιέζει το κεφάλι προς τα κάτω. Ύστερα πέταξε το μαχαίρι στο τραπέζι και στάθηκε ν᾿  αφουγκραστεί.
Δεν άκουγε τίποτ᾿  άλλο εκτός από τις σταγόνες τού αίματος που έπεφταν στο φθαρμένο χαλί. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο κεφαλόσκαλο. Στο σπίτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Κανείς δεν ακουγόταν. Στάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα σκυμμένος πάνω απ᾿  τα κάγκελα, με το βλέμμα καρφωμένο στο μαύρο πηγάδι τού κοχλαστού σκοταδιού . Έπειτα πήρε το κλειδί απ᾿  την πόρτα, γύρισε στο δωμάτιο και κλειδώθηκε μέσα.
Το πλάσμα που κάποτε ήταν ο Μπάζιλ Χόλγουορντ καθόταν ακόμα στην καρέκλα, πεσμένο πάνω στο τραπέζι, με σκυμμένο το κεφάλι, κυρτωμένη ράχη και μακριά παράξενα χέρια. Αν δεν υπήρχε η κόκκινη, οδοντωτή πληγή στο λαιμό και η μαύρη πηχτή  λίμνη που όλο και μεγάλωνε πάνω στο τραπέζι, θα ᾿λεγε κανείς πως ο άντρας απλώς κοιμόταν.
Πόσο γρήγορα είχαν γίνει όλα! Ένιωθε περίεργα ήρεμος, και πλησιάζοντας στην μπαλκονόπορτα, την άνοιξε και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο άνεμος είχε διώξει την ομίχλη, κι ο ουρανός, στολισμένος με μυριάδες χρυσά  αστερωτά μάτια, έμοιαζε με τεράστια ουρά παγονιού. Κοίταξε κάτω και είδε τον αστυνομικό που έκανε τη βάρδια του στη γειτονιά, ρίχνοντας το φως τού φαναριού του στις πόρτες των σιωπηλών σπιτιών. Η κατακόκκινη κηλίδα ενός περαστικού μόνιππου έλαμψε στη γωνιά κι εξαφανίστηκε. Μια γυναίκα τυλιγμένη μ᾿  ένα σάλι που το ανέμιζε ο αέρας, προχωρούσε αργά πλάι στα κάγκελα παραπατώντας. Πότε πότε, σταματούσε και κοίταζε πίσω. Κάποια στιγμή, άρχισε να τραγουδά με βραχνή φωνή. Ο αστυνομικός πλησίασε και κάτι τής είπε. Εκείνη απομακρύνθηκε τρικλίζοντας και γελώντας. Μια παγωμένη ριπή ανέμου πέρασε πάνω απ᾿  τη πλατεία. Οι λάμπες τού γκαζιού τρεμόσβησαν, το φως τους έγινε γαλαζωπό και τα γυμνά δέντρα κούνησαν πέρα δώθε τα μαύρα, σιδερένια τους κλαδιά. Ανατρίχιασε και μπήκε πάλι στο δωμάτιο, κλείνοντας πίσω του την μπαλκονόπορτα.
Πήγε ξανά στην πόρτα τού δωματίου, γύρισε το κλειδί και την άνοιξε. Ούτε καν κοίταξε τον δολοφονημένο άντρα. Ένιωθε ότι το μυστικό σ᾿  όλη την υπόθεση ήταν να μη συνειδητοποιήσει την κατάσταση. Ο φίλος που είχε ζωγραφίσει το μοιραίο πορτρέτο, το πορτρέτο που στάθηκε αιτία όλης τής δυστυχίας του, είχε φύγει απ᾿  τη ζωή του. Αυτό ήταν αρκετό.
Έπειτα θυμήθηκε τη λάμπα. Ήταν μια μάλλον παράξενη λάμπα μαυριτανικής τέχνης, φτιαγμένη από θαμπό ασήμι με ένθετα αραβουργήματα από γυαλιστερό ατσάλι και στολισμένη με ακατέργαστες γαλαζόπετρες. Μπορεί ο υπηρέτης του να παρατηρούσε την απουσία της και να τον ρωτούσε. Δίστασε για μια στιγμή, έπειτα γύρισε και την πήρε απ᾿  το τραπέζι. Τα μάτια του έπεσαν άθελά τους πάνω στο νεκρό κορμί. Πόσο ακίνητο ήταν! Τι φριχτά λευκά που ήταν τα μακριά χέρια! Έμοιαζε με τρομακτικό κέρινο ομοίωμα.
Κλείδωσε την πόρτα πίσω του και κατέβηκε αθόρυβα τα σκαλιά. Τα σανίδια έτριζαν κι έμοιαζε να στενάζουν απ᾿  τον πόνο. Σταμάτησε αρκετές φορές και περίμενε. Όχι, όλα ήταν σιωπηλά και ακίνητα. Μόνο ο ήχος των βημάτων του ακουγόταν.
Όταν έφτασε στη βιβλιοθήκη, είδε την τσάντα και το πανωφόρι στη γωνία. Κάπου έπρεπε να τα κρύψει. Ξεκλείδωσε ένα μυστικό ντουλάπι μέσα στην ξύλινη επένδυση τού τοίχου, ένα ντουλάπι όπου έκρυβε τα ρούχα που χρησιμοποιούσε στις περίεργες μεταμφιέσεις του, και τα ᾿βαλε μέσα. Μπορούσε αργότερα να τα κάψει. Ύστερα έβγαλε το ρολόι του. Ήταν δύο παρά είκοσι.
Κάθισε κι άρχισε να σκέφτεται. Κάθε χρόνο - σχεδόν κάθε μήνα - άνθρωποι απαγχονίζονταν στην Αγγλία για πράξεις σαν τη δική του. Στον αέρα ήταν διάχυτη η τρέλα τής δολοφονίας. Κάποιο κόκκινο αστέρι πρέπει να είχε πλησιάσει υπερβολικά τη γη... Όμως, τι στοιχεία υπήρχαν εναντίον του; Ο Μπάζιλ Χόλγουορντ είχε φύγει απ᾿  το σπίτι του στις έντεκα. Κανένας δεν τον είχε δει να ξαναγυρίζει. Οι περισσότεροι υπηρέτες ήταν στο Σέλμπι  Ρόγιαλ. Ο καμαριέρης του είχε πάει για ύπνο... Στο Παρίσι! Ναι. Ο Μπάζιλ Χόλγουορντ είχε πάει στο Παρίσι, είχε πάρει το τρένο των δώδεκα, όπως ακριβώς σκόπευε να κάνει. Με την παράξενη μυστικότητα που κάλυπτε τις κινήσεις του, θα περνούσαν μήνες ώσπου ο κόσμος ν᾿  αρχίσει να θεωρεί ύποπτη την εξαφάνισή του. Μήνες! Όλα τα στοιχεία μπορούσαν να καταστραφούν σε πολύ λιγότερο χρόνο.
Μια ξαφνική σκέψη τού πέρασε απ᾿  το νου. Έβαλε το καπέλο και το γούνινο πανωφόρι του και βγήκε στο χολ. Εκεί σταμάτησε, ακούγοντας το αργό, βαρύ βήμα τού αστυνομικού στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι και βλέποντας τη λάμψη τού φαναριού του πάνω στο τζάμι. Περίμενε κρατώντας την ανάσα του.
Λίγα λεπτά αργότερα, έβγαλε το σύρτη και γλίστρησε έξω, κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω του. Ύστερα άρχισε να χτυπάει το κουδούνι. Σε πέντε λεπτά περίπου εμφανίστηκε ο καμαριέρης του μισοντυμένος και με νυσταγμένο ύφος.
«Πολύ λυπάμαι που αναγκάστηκα να σε ξυπνήσω, Φράνσις» είπε μπαίνοντας, «αλλά είχα ξεχάσει το κλειδί μου. Τι ώρα είναι;»
«Δύο και δέκα, κύριε» αποκρίθηκε ο υπηρέτης, κοιτάζοντας το ρολόι με μάτια που έκλειναν από τη νύστα.
«Δύο και δέκα! Τόσο αργά! Να με ξυπνήσεις στις εννιά αύριο. Έχω μια δουλειά να κάνω».
«Πολύ καλά, κύριε».
«Με ζήτησε κανείς το βράδυ;»
«Ο κύριος Χόλγουορντ, κύριε. Έμεινε εδώ μέχρι τις έντεκα κι έπειτα έφυγε για να προλάβει το τρένο του».
«Ω! Πολύ λυπάμαι που δεν τον είδα. Άφησε κανένα μήνυμα;»
«Όχι, κύριε, είπε μόνο ότι θα σάς γράψει απ᾿  το Παρίσι, αν δε σάς βρει στη λέσχη».
 «Εντάξει, Φράνσις. Μην ξεχάσεις να με ξυπνήσεις στις εννιά αύριο».
«Μείνετε ήσυχος, κύριε».
Ο υπηρέτης χάθηκε στο διάδρομο σέρνοντας τις παντόφλες του.
Ο Ντόριαν Γκρέυ πέταξε το πανωφόρι και το καπέλο του στο τραπέζι και μπήκε στη βιβλιοθήκη. Πέρασε ένα τέταρτο τής ώρας βηματίζοντας πάνω κάτω στο δωμάτιο, δαγκώνοντας τα χείλη του και βυθισμένος σε σκέψεις. Ύστερα πήρε, το ευρετήριο των διευθύνσεων από ένα ράφι κι άρχισε να το ξεφυλλίζει. «Άλαν Κάμπελ, Χάρτφορντ Στριτ 152, Μέηφεαρ». Ναι, αυτός ήταν ο άνθρωπος που χρειαζόταν.

14

Στις εννιά η ώρα το επόμενο πρωί, ο υπηρέτης μπήκε στην κρεβατοκάμαρά του μ᾿  ένα φλιτζάνι ζεστή σοκολάτα σ᾿  ένα δίσκο κι άνοιξε τα παντζούρια. Ο Ντόριαν κοιμόταν ήσυχα, γυρισμένος στο δεξί πλευρό με το ένα χέρι κάτω απ᾿  το μάγουλό του. Έμοιαζε με παιδί που κοιμόταν εξουθενωμένο απ᾿  τα παιχνίδια ή τη μελέτη.
Ο καμαριέρης χρειάστηκε να τον αγγίξει δυο φορές στον ώμο για να τον ξυπνήσει, και καθώς άνοιξε τα μάτια, ένα αχνό χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό του, σαν να ᾿ταν ακόμα βυθισμένος σ᾿  ένα ευχάριστο όνειρο. Κι ωστόσο, δεν είχε ονειρευτεί καθόλου. Είχε περάσει μια ήσυχη νύχτα, δίχως καμιά εικόνα απόλαυσης ή πόνου. Αλλά η νιότη χαμογελάει χωρίς κανένα λόγο. Αυτό είναι ένα από τα πιο γοητευτικά χαρακτηριστικά της.
Γύρισε απ᾿  την άλλη μεριά, και στηριγμένος στον αγκώνα του, άρχισε να πίνει τη σοκολάτα του. Ο γλυκός ήλιος τού Νοέμβρη πλημμύριζε το δωμάτιο. Ο ουρανός ήταν λαμπερός και η ατμόσφαιρα απέπνεε μια τρυφερή ζεστασιά. Όλα θύμιζαν μαγιάτικο πρωινό.
Σιγά σιγά, τα γεγονότα τής προηγούμενης νύχτας τρύπωσαν με σιωπηλά ματωμένα βήματα στο μυαλό του, και ξανασχηματίστηκαν εκεί με μια τρομερή ευκρίνεια. Το πρόσωπό του συσπάστηκε μόλις θυμήθηκε όλα όσα είχε υποφέρει, και για μια στιγμή ένιωσε ξανά εκείνη την παράξενη απέχθεια για τον Μπάζιλ Χόλγουορντ που τον είχε κάνει να τον σκοτώσει εκεί που καθόταν στην καρέκλα, και πάγωσε ολόκληρος από την ένταση τού πάθους του. Ο νεκρός καθόταν ακόμη εκεί, και τώρα τον έλουζε το φως τού ήλιου. Τι τρομερό που ήταν! Τέτοια φριχτά πράγματα ταιριάζουν μονάχα στο σκοτάδι, όχι στο φως τής μέρας.
Ένιωθε πως αν αφηνόταν να σκέφτεται όσα είχε υποφέρει, θα αρρώσταινε ή θα τρελαινόταν. Υπάρχουν αμαρτίες που η γοητεία τους έγκειται περισσότερο στο να τις θυμάσαι παρά στο να τις διαπράττεις· παράξενοι θρίαμβοι που ικανοποιούν περισσότερο την περηφάνια παρά τα πάθη, και δίνουν στο πνεύμα μια έντονη αίσθηση χαράς, πολύ μεγαλύτερη από τη χαρά που πρόσφεραν ή που θα μπορούσαν ποτέ να προσφέρουν στις αισθήσεις, Όμως η αμαρτία τής περασμένης νύχτας δεν ήταν απ᾿  αυτές. Ήταν κάτι που έπρεπε να το διώξει απ᾿  το μυαλό του, να το ναρκώσει με αφιόνι, να το στραγγαλίσει, αλλιώς η ανάμνησή του θα στραγγάλιζε τον ίδιο.
Όταν χτύπησε εννιάμισι, σκούπισε το μέτωπο με την παλάμη του, σηκώθηκε βιαστικά από το κρεβάτι και ντύθηκε με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή απ᾿ όση συνήθως, διαλέγοντας μετά από πολλή περίσκεψη τι γραβάτα και τι καρφίτσα θα φορούσε κι αλλάζοντας αρκετές φορές τα δαχτυλίδια του. Πέρασε πολλή ώρα και στο τραπέζι, παίρνοντας το πρόγευμά του, δοκιμάζοντας τα διάφορα πιάτα, κουβεντιάζοντας με τον καμαριέρη του για τις καινούριες λιβρέες που σκεφτόταν να παραγγείλει, για τούς υπηρέτες στο Σέλμπυ και διαβάζοντας την αλληλογραφία του. Με ορισμένα γράμματα χαμογέλασε. Τρία τον έκαναν να βαρεθεί. Ένα το διάβασε αρκετές φορές κι έπειτα το έσκισε κάπως ενοχλημένος. «Τι φοβερό πράγμα η μνήμη τής γυναίκας!» μονολόγησε, επαναλαμβάνοντας τα λόγια που είχε πει κάποτε ο λόρδος Χένρυ.
Αφού ήπιε ένα φλιτζάνι καφέ, σκούπισε αργά τα χείλη του με μια πετσέτα, έκανε νόημα στον υπηρέτη του να περιμένει, και πηγαίνοντας στο τραπέζι, κάθισε και έγραψε δύο γράμματα. Το ένα το έβαλε στην τσέπη, το άλλο το έδωσε στον καμαριέρη του.
«Πήγαινέ το στη Χέρτφορντ  Στριτ 152, Φράνσις, και αν ο κύριος Κάμπελ δεν είναι στην πόλη, ζήτησε τη διεύθυνσή του».
……………………………………………………………………………………………………………………..........................................................................................
Κι αν ο Άλαν Κάμπελ έλειπε στο εξωτερικό; Θα περνούσαν μέρες μέχρι να επιστρέφει. Μπορεί και ν᾿  αρνιόταν να επιστρέφει. Τι θα ᾿κανε τότε; Κάθε λεπτό είχε ζωτική σημασία. Κάποτε, πριν από πέντε χρόνια, ήταν πολύ φίλοι, σχεδόν αχώριστοι. Ξαφνικά, η φιλία τους τέλειωσε. Όταν συναντιόνταν τώρα πια σε κοσμικές συγκεντρώσεις, μόνο ο Ντόριαν Γκρέυ χαμογελούσε στον παλιό του φίλο, ο Άλαν Κάμπελ ποτέ.
Ήταν ένας εξαιρετικά έξυπνος νέος, αν και δεν έτρεφε μεγάλη εκτίμηση στις εικαστικές τέχνες, κι αυτή η μικρή αίσθηση για την ομορφιά τής ποίησης που διέθετε, οφειλόταν αποκλειστικά στην επιρροή του Ντόριαν. Το κυρίαρχο πνευματικό του πάθος ήταν η επιστήμη. Στο Κέιμπριτζ είχε περάσει τον περισσότερο χρόνο του δουλεύοντας στο εργαστήριο κι είχε διακριθεί στο διαγωνισμό για το βραβείο των Φυσικών Επιστημών τής χρονιάς του. Εξακολουθούσε μάλιστα να είναι αφοσιωμένος στη μελέτη τής χημείας και είχε ένα εργαστήριο δικό του όπου κλεινόταν όλη μέρα, προς μεγάλη απογοήτευση τής μητέρας του που ποθούσε διακαώς να δει το γιο της στο Κοινοβούλιο, και είχε την αόριστη εντύπωση ότι χημικός είναι αυτός που εκτελεί ιατρικές συνταγές. Παρ᾿  όλα αυτά, ο Άλαν Κάμπελ ήταν και εξαιρετικός μουσικός κι έπαιζε βιολί και πιάνο καλύτερα απ᾿  τούς περισσότερους ερασιτέχνες. Για την ακρίβεια, η μουσική ήταν αυτή που τον είχε πρωτοφέρει κοντά στον Ντόριαν Γκρέυ - η μουσική κι εκείνη η απροσδιόριστη έλξη που ο Ντόριαν μπορούσε να ασκεί όποτε ήθελε, και πράγματι, την ασκούσε συχνά χωρίς καν να το συνειδητοποιεί. Είχαν γνωριστεί στο σπίτι της λαίδης Μπέρκσαϊρ το βράδυ που έπαιζε εκεί ο Ρούμπινσταϊν, (1) και από τότε τούς έβλεπαν πάντοτε μαζί στην Όπερα και όπου αλλού παιζόταν καλή μουσική. Η στενή σχέση τους κράτησε δεκαοχτώ μήνες. Γι᾿  αυτόν, όπως και για πολλούς άλλους, ο Ντόριαν Γκρέυ ήταν το πρότυπο για καθετί όμορφο και γοητευτικό στη ζωή. Κανείς δεν ήξερε αν τσακώθηκαν. Ξαφνικά όμως, ο κόσμος παρατήρησε πως όταν συναντιόνταν, σχεδόν δεν αντάλλασσαν κουβέντα, και πως ο Κάμπελ πάντα έφευγε νωρίς από τις συγκεντρώσεις όπου συμμετείχε και ο Ντόριαν Γκρέυ. Είχε αλλάξει κιόλας ο Κάμπελ - μερικές φορές ήταν παράξενα μελαγχολικός, έδειχνε σχεδόν να μη θέλει ν᾿  ακούσει μουσική κι ο ίδιος δεν έπαιζε ποτέ, φέρνοντας σαν δικαιολογία κάθε φορά που τού πρότειναν να παίξει ότι ήταν τόσο απορροφημένος απ᾿  την επιστήμη, που δεν τού έμενε καθόλου χρόνος να μελετάει. Κι αυτό ήταν αλήθεια. Μέρα με τη μέρα, αφοσιωνόταν όλο και πιο πολύ στη μελέτη τής βιολογίας, και τ᾿  όνομά του εμφανίστηκε μια δυο φορές σε επιστημονικά περιοδικά σε σχέση με διάφορα περίεργα πειράματα.
Αυτός ήταν ο άνθρωπος που περίμενε ο Ντόριαν Γκρέυ. Κοίταζε το ρολόι κάθε δευτερόλεπτο. Καθώς η ώρα περνούσε, η ταραχή του μεγάλωνε ολοένα. Κάποια στιγμή σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο, με όψη όμορφου φυλακισμένου ζώου. Περπατούσε με μεγάλες, γρήγορες δρασκελιές. Τα χέρια του ήταν παγωμένα.
Η αγωνία του έγινε αβάσταχτη. Τού φαινόταν πως ο χρόνος σερνόταν με πόδια βαριά σαν το μολύβι, ενώ τερατώδεις άνεμοι έσπρωχναν τον ίδιο ως το απόκρημνο χείλος ενός μαύρου χάσματος. Ήξερε τι τον περίμενε εκεί· το είδε, κι αναριγώντας, πίεσε με χέρια υγρά τα φλογισμένα του βλέφαρα, λες και θα μπορούσε να αρπάξει την ίδια του την όραση απ᾿  το μυαλό του και να ξαναβάλει τούς βολβούς των ματιών του στις κόχες τους. Ανώφελη προσπάθεια. Το μυαλό του τρεφόταν απ᾿  τις δικές του πηγές, και η φαντασία του, αλλόκοτη τώρα απ᾿  τον τρόμο, διαστρεβλωμένη και παραμορφωμένη απ᾿  τον πόνο, χόρευε σαν κολασμένο ανδρείκελο πάνω σ᾿  ένα βάθρο και γελούσε σαρκαστικά μέσ᾿  από κινούμενες μάσκες. Κι ύστερα, ξαφνικά, ο χρόνος σταμάτησε γι᾿  αυτόν. Ναι, αυτό το τυφλό πράγμα που βαριανάσαινε σταμάτησε να σέρνεται, και μια που ο χρόνος ήτανε πια νεκρός, τρομακτικές σκέψεις ξεπρόβαλαν γρήγορα κι ανέσυραν από τον τάφο του ένα απαίσιο μέλλον, και τού το έδειξαν. Το κοίταξε επίμονα. Κι απ᾿  τη φρίκη που αντίκρισε, πέτρωσε.
Επιτέλους, η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο υπηρέτης του. Ο Ντόριαν γύρισε και τον κοίταξε με γυάλινα μάτια.
«Ο κύριος Κάμπελ, κύριε» είπε ο υπηρέτης.
Ένας αναστεναγμός ανακούφισης ξέφυγε απ᾿  τα ξερά του χείλη, και τα μάγουλά του ξαναβρήκαν το χρώμα τους.
«Πες του να περάσει, Φράνσις, να περάσει αμέσως». Ένιωσε πως ήταν πάλι ο εαυτός του. Η κρίση δειλίας είχε περάσει.
Ο υπηρέτης υποκλίθηκε και αποσύρθηκε. Σε λίγα λεπτά μπήκε στο δωμάτιο ο Άλαν Κάμπελ, με ύφος αυστηρό και πρόσωπο ωχρό, που φαινόταν ακόμη ωχρότερο απ᾿  τα κατάμαυρα μαλλιά και τα σκούρα φρύδια του.
«Άλαν! Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Σ᾿  ευχαριστώ που ήρθες».
«Σκόπευα να μην ξαναπατήσω ποτέ στο σπίτι σου, Γκρέυ. Μού έγραψες όμως ότι ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου». Η φωνή του ήταν σκληρή και ψυχρή. Κι υπήρχε μια περιφρόνηση στο σταθερό κι ερευνητικό βλέμμα που έριξε στον Ντόριαν. Είχε τα χέρια στις τσέπες τού αστραχάν πανωφοριού του κι έδειξε να μην πρόσεξε το χέρι που του άπλωσε ο οικοδεσπότης του για να τον χαιρετήσει.
«Ναι, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, Άλαν, και μάλιστα για πολλούς ανθρώπους. Κάθισε».
Ο Κάμπελ κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στο τραπέζι κι ο Ντόριαν πήρε θέση απέναντι του. Τα μάτια των δύο αντρών συναντήθηκαν. Στα μάτια τού Ντόριαν υπήρχε μια άπειρη συμπόνια. Ήξερε πως αυτό που θα έκανε ήταν φοβερό.
Πέρασε ένα λεπτό σιωπής γεμάτης ένταση, κι ύστερα έσκυψε προς το μέρος τού παλιού του φίλου και είπε πολύ ήσυχα, προσέχοντας όμως την επίδραση κάθε λέξης στο πρόσωπο τού συνομιλητή του: «Άλαν, σ᾿  ένα κλειδωμένο δωμάτιο στη σοφίτα αυτού του σπιτιού, σ᾿  ένα δωμάτιο όπου δεν μπαίνει κανείς άλλος εκτός από μένα, είναι ένας νεκρός καθισμένος στο τραπέζι. Είναι νεκρός εδώ και δέκα ώρες. Μην ταράζεσαι και μη με κοιτάζεις έτσι. Ποιος είναι ο άνθρωπος αυτός, γιατί πέθανε και πώς πέθανε, είναι θέματα που δε σε αφορούν. Αυτό που έχεις να κάνεις εσύ, είναι...»
«Σταμάτα, Γκρέυ. Δε θέλω να μάθω τίποτα περισσότερο. Δε μ᾿  ενδιαφέρει αν αυτά που μού είπες είναι αλήθεια ή όχι. Αρνούμαι κατηγορηματικά να αναμειχθώ στη ζωή σου. Κράτα τα απαίσια μυστικά σου για τον εαυτό σου. Δε μ᾿  ενδιαφέρουν καθόλου».
«Άλαν, πρέπει να ενδιαφερθείς. Για το τωρινό τουλάχιστον πρέπει να ενδιαφερθείς. Λυπάμαι πολύ, Άλαν. Μα δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που μπορεί να με σώσει. Είμαι υποχρεωμένος να σ᾿  ανακατέψω στην υπόθεση. Δεν έχω άλλη επιλογή. Άλαν, είσαι επιστήμονας. Ξέρεις χημεία και τα σχετικά. Έχεις κάνει πειράματα. Αυτό που πρέπει να κάνεις τώρα, είναι να καταστρέψεις εκείνο το πράγμα που βρίσκεται πάνω - να το καταστρέψεις με τέτοιο τρόπο, που να μη μείνει ούτε το παραμικρό του ίχνος. Κανένας δεν είδε τον άνθρωπο αυτό να μπαίνει στο σπίτι. Και μάλιστα τώρα που μιλάμε, υποτίθεται ότι βρίσκεται στο Παρίσι. Θα περάσουν μήνες μέχρι να τον αναζητήσουν. Όταν συμβεί αυτό, δεν πρέπει να βρίσκεται κανένα ίχνος του εδώ. Εσύ, Άλαν, εσύ πρέπει να κάνεις τον ίδιο και τα πράγματά του μια χούφτα στάχτη που να μπορώ να τη σκορπίσω στον αέρα».
«Είσαι τρελός, Ντόριαν».
«Α! Επιτέλους, με είπες Ντόριαν».
«Είσαι τρελός σού λέω - είσαι τρελός για να φαντάζεσαι πως θα κουνούσα έστω και το μικρό μου δαχτυλάκι για να σε βοηθήσω, είσαι τρελός για να μού κάνεις αυτή την τερατώδη εξομολόγηση. Δε θέλω να ανακατευτώ καθόλου σ᾿  αυτή την ιστορία - όποια και να ᾿ναι. Νομίζεις ότι θα καταστρέφω την υπόληψή μου για χάρη σου; Τι με νοιάζουν εμένα οι διαβολοδουλειές σου;»
«Ήταν αυτοκτονία, Άλαν».
«Χαίρομαι που το μαθαίνω. Αλλά ποιος τον οδήγησε στην αυτοκτονία; Εσύ, φαντάζομαι».
«Αρνείσαι λοιπόν να μού κάνεις αυτή τη χάρη;»
«Φυσικά αρνούμαι. Δε θέλω να έχω την παραμικρή σχέση μ᾿  αυτή την ιστορία. Όποια ντροπή κι αν πέσει πάνω σου, δε με νοιάζει. Την αξίζεις. Δε θα λυπηθώ καθόλου αν σε δω να ατιμάζεσαι, να ατιμάζεσαι δημοσίως. Πώς τολμάς να μού ζητάς εμένα, εμένα ειδικά, να αναμειχθώ σ᾿ αυτή τη φρίκη; Πίστευα ότι ήξερες περισσότερο τούς χαρακτήρες των ανθρώπων. Όπως φαίνεται, ο φίλος σου, ο λόρδος Χένρυ Γουότον, σού ᾿μαθε πολλά άλλα, μα δε σού έμαθε ψυχολογία. Τίποτα δεν μπορεί να με πείσει να σε βοηθήσω. Βρήκες λάθος άνθρωπο. Ζήτα βοήθεια από κανένα φίλο σου. Όχι από μένα».
«Άλαν, ήταν δολοφονία. Τον σκότωσα. Δεν ξέρεις τι υπέφερα εξαιτίας του. Όποια κι αν είναι η ζωή μου, εκείνος ήταν πολύ πιο υπεύθυνος για τη δημιουργία της ή την καταστροφή της απ᾿  ό,τι ο καημένος ο Χάρυ. Μπορεί να μην το ᾿κανε σκόπιμα, όμως το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο».
«Δολοφονία! Για τ᾿  όνομα τού Θεού, Ντόριαν, εκεί κατάντησες; Δε θα σε καταδώσω. Δεν είναι δική μου δουλειά. Εξάλλου, και τίποτα να μην κάνω εγώ, αργά ή γρήγορα θα σε συλλάβουν. Κανένας δεν κάνει ένα έγκλημα χωρίς να κάνει και την ανοησία που θα τον προδώσει. Εγώ όμως δε θέλω να ανακατευτώ καθόλου».
«Μα πρέπει να ανακατευτείς. Περίμενε, περίμενε ένα λεπτό. Άκουσέ με. Άκουσέ με λιγάκι, Άλαν. Το μόνο που σού ζητώ είναι να εκτελέσεις ένα επιστημονικό πείραμα. Πηγαίνεις σε νοσοκομεία και νεκροτομεία, και τα φριχτά πράγματα που κάνεις εκεί δε σ᾿  επηρεάζουν καθόλου. Αν έβρισκες αυτό τον άνθρωπο σ᾿  ένα αποτρόπαιο ανατομείο ή σε κάποιο βρωμερό εργαστήριο, ξαπλωμένο σ᾿  ένα μολυβένιο τραπέζι με αυλάκια για να φεύγει το αίμα, θα τον αντιμετώπιζες απλώς σαν ένα θαυμάσιο αντικείμενο μελέτης. Δε θα ταραζόσουν καθόλου. Δε θα πίστευες ότι κάνεις κάτι κακό. Αντίθετα, ίσως και να ᾿νιωθες ότι ευεργετείς το ανθρώπινο είδος, ότι αυξάνεις τις γνώσεις τής ανθρωπότητας, ότι ικανοποιείς την επιστημονική περιέργεια, ή κάτι τέτοιο. Αυτό που σού ζητώ είναι κάτι που ήδη το ᾿χεις κάνει πολλές φορές. Θα ᾿λεγα μάλιστα πως το να καταστρέφεις ένα πτώμα πρέπει να είναι πολύ λιγότερο φριχτό από κείνα που είσαι συνηθισμένος να κάνεις. Και μην ξεχνάς, είναι το μόνο ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον μου. Αν ανακαλυφθεί, είμαι χαμένος· και σίγουρα θα ανακαλυφθεί αν δε με βοηθήσεις».
«Δεν έχω καμιά όρεξη να σε βοηθήσω. Το ξεχνάς αυτό. Απλούστατα, αδιαφορώ. Δεν έχω καμιά σχέση μ᾿  αυτή την ιστορία».
«Άλαν, σε ικετεύω. Σκέψου σε τι θέση βρίσκομαι. Λίγο πριν έρθεις, σχεδόν λιποθύμησα απ᾿  τον τρόμο. Μπορεί κι εσύ μια μέρα να νιώσεις τι είναι ο τρόμος. Όχι! Μην το σκέφτεσαι αυτό. Δες το θέμα από την καθαρά επιστημονική του άποψη. Δεν ψάχνεις την προέλευση των πτωμάτων που χρησιμοποιείς στα πειράματά σου. Αυτό να κάνεις και τώρα. Σού είπα ήδη πάρα πολλά. Αλλά σε εκλιπαρώ να με βοηθήσεις. Ήμασταν φίλοι κάποτε, Άλαν».
«Μη μιλάς για κείνες τις μέρες, Ντόριαν, έχουν πεθάνει πια».
«Οι νεκροί μερικές φορές επιμένουν να ζουν. Ο άνθρωπος εκεί πάνω δε φεύγει. Κάθεται στο τραπέζι με το κεφάλι σκυμμένο και τα χέρια απλωμένα. Άλαν! Άλαν! Αν δε με βοηθήσεις, καταστράφηκα. Για τ᾿  όνομα τού Θεού, Άλαν, θα με κρεμάσουν! Το καταλαβαίνεις; Θα με κρεμάσουν γι᾿  αυτό που έκανα».
«Δεν έχει νόημα να παρατείνουμε τη σκηνή. Αρνούμαι ν᾿  ανακατευτώ σ᾿  αυτή την υπόθεση. Είναι τρέλα να μού το ζητάς».
«Αρνιέσαι;»
«Ναι».
«Σε ικετεύω, Άλαν».
«Είναι ανώφελο».
Η ίδια έκφραση συμπόνιας ζωγραφίστηκε στα μάτια τού Ντόριαν Γκρέυ. Άπλωσε το χέρι του, πήρε ένα χαρτί κι έγραψε κάτι. Το διάβασε δυο φορές, το δίπλωσε προσεκτικά και το έσπρωξε προς την απέναντι πλευρά τού τραπεζιού. Ύστερα σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.
Ο Κάμπελ τον κοίταξε σαστισμένος κι ύστερα πήρε το χαρτί και το άνοιξε. Μόλις το διάβασε, το πρόσωπό του έγινε κάτασπρο κι έγειρε στη ράχη της καρέκλας - τον έπιασε μια τρομερή ζαλάδα. Ένιωθε ότι η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά, που δε θ᾿  άντεχε και θα σταματούσε στο κενό.
Μετά από δυο τρία λεπτά τρομακτικής σιωπής, ο Ντόριαν γύρισε, τον πλησίασε, στάθηκε πίσω του κι ακούμπησε το χέρι στον ώμο του.
«Λυπάμαι πάρα πολύ για σένα, Άλαν» μουρμούρισε, «αλλά δε μού αφήνεις άλλη λύση. Έχω ήδη γράψει ένα γράμμα. Να το. Βλέπεις τη διεύθυνση τού παραλήπτη. Αν δε με βοηθήσεις, πρέπει να το στείλω. Αν δε με βοηθήσεις, θα το στείλω. Ξέρεις ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Αλλά θα με βοηθήσεις. Δε σε παίρνει να μού το αρνηθείς τώρα. Προσπάθησα να σε γλιτώσω απ᾿ αυτή τη δοκιμασία. Πρέπει να το παραδεχτείς αυτό. Ήσουν αυστηρός, απότομος, προσβλητικός. Μού φέρθηκες έτσι όπως κανένας δεν έχει τολμήσει ποτέ να μου φερθεί - κανένας θνητός, τουλάχιστον. Τα κατάπια όλα. Τώρα είναι η σειρά μου να σού υπαγορεύσω τούς όρους μου».
Ο Κάμπελ έκρυψε το πρόσωπο μέσα στα χέρια του κι ένα ρίγος τον διαπέρασε.
«Ναι, είναι η σειρά μου να υπαγορεύσω τούς όρους μου, Άλαν. Ξέρεις ποιοι είναι. Το πράγμα είναι πολύ απλό. Έλα, μην ταράζεσαι τόσο. Πρέπει να κάνεις αυτό που σού ζητώ. Αντιμετώπισέ το με θάρρος, και καν᾿  το».
Ένα μουγκρητό ξέφυγε απ᾿  τα χείλη τού Κάμπελ κι ανατρίχιασε ολόκληρος. Το τικ τακ τού ρολογιού πάνω στο μάρμαρο τού τζακιού τού φαινόταν πως έτεμνε το χρόνο σε ξεχωριστά άτομα αγωνίας, και το καθένα τους ήταν τόσο τρομερό, που τού φαινόταν πως δε θα το άντεχε. Ένιωθε λες κι ένα σιδερένιο στεφάνι σφιγγόταν όλο και πιο πολύ γύρω απ᾿  το μέτωπό του, λες και η ατίμωση που τον απειλούσε είχε πέσει κιόλας πάνω του. Το χέρι στον ώμο του τον βάραινε σαν να ᾿ταν από μολύβι. Ήταν ανυπόφορο. Έμοιαζε να τον συνθλίβει.
«Έλα, Άλαν, πρέπει ν᾿  αποφασίσεις αμέσως».
«Δεν μπορώ να το κάνω» είπε εκείνος μηχανικά, λες και τα λόγια θα μπορούσαν να αλλάξουν την κατάσταση.
«Πρέπει να το κάνεις. Δεν έχεις άλλη επιλογή. Μην καθυστερείς».
 Ο Κάμπελ δίστασε για μια στιγμή. «Υπάρχει φωτιά στο δωμάτιο επάνω;»
«Ναι, υπάρχει μια σόμπα γκαζιού με αμίαντο».
«Θα χρειαστεί να πάω στο σπίτι για να πάρω μερικά πράγματα απ᾿  το εργαστήριο».
«Όχι, Άλαν, δεν πρέπει να φύγεις από δω. Γράψε σ᾿  ένα χαρτί τι θέλεις,  κι ο υπηρέτης μου θα πάρει ένα αμάξι να σού φέρει τα πράγματα εδώ».
Ο Κάμπελ έγραψε βιαστικά λίγες γραμμές, τις στέγνωσε με το στυπόχαρτο κι έγραψε σ᾿  ένα φάκελο το όνομα τού βοηθού του. Ο Ντόριαν πήρε το σημείωμα και το διάβασε προσεκτικά. Έπειτα χτύπησε το κουδούνι και το έδωσε στον καμαριέρη του, με την εντολή να επιστρέφει όσο πιο γρήγορα γινόταν, φέρνοντας μαζί και τα πράγματα.
Μόλις έκλεισε η πόρτα τού χολ, ο Κάμπελ πετάχτηκε πάνω νευρικά και κατευθύνθηκε προς το τζάκι. Έτρεμε ολόκληρος, σαν από θέρμη. Για είκοσι λεπτά περίπου, κανένας από τούς δυο άντρες δε μίλησε. Μια μύγα ζουζούνιζε στο δωμάτιο, και τα τικ τακ τού ρολογιού ηχούσαν σαν χτυπήματα σφυριού.
Όταν το ρολόι χτύπησε μία, ο Κάμπελ έστρεψε το κεφάλι, και κοιτάζοντας τον Ντόριαν Γκρέυ, είδε πως τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα. Υπήρχε κάτι στην αγνότητα και στη λεπτότητα αυτού τού θλιμμένου προσώπου που τον εξόργισε. «Είσαι άτιμος, είσαι παλιάνθρωπος!» μουρμούρισε.
«Σώπα, Άλαν. Μού έσωσες τη ζωή» είπε ο Ντόριαν.
«Σού έσωσα τη ζωή; Θεέ μου! Τι ζωή είν᾿  αυτή! Κατρακύλησες από διαφθορά σε διαφθορά, έφτασες ακόμη και στο έγκλημα. Κάνοντας αυτό που κάνω, αυτό που με εξαναγκάζεις να κάνω, δε σκέφτομαι καθόλου τη ζωή σου».
«Αχ, Άλαν» μουρμούρισε ο Ντόριαν με έναν αναστεναγμό, «μακάρι να ένιωθες για μένα έστω και το ένα χιλιοστό τού οίκτου που νιώθω εγώ για σένα». Τού γύρισε την πλάτη καθώς μιλούσε, και στάθηκε με το βλέμμα στραμμένο έξω στον κήπο. Ο Κάμπελ δεν είπε τίποτα.
Σε δέκα λεπτά περίπου, ακούστηκε ένα χτύπος στην πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο ο υπηρέτης κουβαλώντας ένα μεγάλο μαονένιο κουτί με χημικά, μια κουλούρα σύρμα από ατσάλι και πλατίνα και δύο σιδερένιους σφιγκτήρες με παράξενο σχήμα.
«Ν᾿  αφήσω τα πράγματα εδώ, κύριε;» ρώτησε τον Κάμπελ.
«Ναι» είπε ο Ντόριαν. «Και πολύ φοβάμαι, Φράνσις, ότι πρέπει να σε στείλω και κάπου αλλού. Πώς λέγεται αυτός ο άνθρωπος στο Ρίτσμοντ που προμηθεύει τις ορχιδέες στο Σέλμπι;»
«Χάρντεν, κύριε».
«Μάλιστα - Χάρντεν. Πρέπει να πας αμέσως στο Ρίτσμοντ, να βρεις τον ίδιο τον Χάρντεν και να τού πεις να στείλει διπλάσιες ορχιδέες απ᾿  όσες τού παράγγειλα, αλλά όσο το δυνατόν λιγότερες λευκές. Ή μάλλον, δε θέλω καθόλου λευκές ορχιδέες. Είναι πολύ ωραία μέρα σήμερα, Φράνσις, και το Ρίτσμοντ είναι θαυμάσιο μέρος, αλλιώς δε θα σ᾿  ενοχλούσα».
«Δε μού κάνει καθόλου κόπο, κύριε. Τι ώρα θέλετε να επιστρέψω;»
Ο Ντόριαν κοίταξε τον Κάμπελ. «Πόση ώρα θα πάρει το πείραμά σου, Άλαν;» είπε με φωνή ήρεμη και αδιάφορη. Η παρουσία ενός τρίτου ανθρώπου στο δωμάτιο έμοιαζε να τού δίνει πολύ κουράγιο.
Ο Κάμπελ συνοφρυώθηκε και δάγκωσε τα χείλη του. «Θα πάρει γύρω στις πέντε ώρες» αποκρίθηκε.
«Τότε μπορείς να επιστρέφεις στις εφτάμισι, Φράνσις. Ή μάλλον, όχι. Ετοίμασέ μου πρώτα τα ρούχα για το βράδυ. Σού δίνω άδεια για την υπόλοιπη μέρα. Δε θα δειπνήσω στο σπίτι, κι έτσι δε θα σε χρειαστώ».
«Σας ευχαριστώ, κύριε» είπε ο υπηρέτης, και βγήκε απ᾿  το δωμάτιο.
«Και τώρα Άλαν, δεν έχουμε ούτε λεπτό για χάσιμο. Τι βαρύ που είναι αυτό το κουτί! Θα το κουβαλήσω εγώ. Εσύ φέρε τα υπόλοιπα». Μιλούσε γρήγορα κι επιτακτικά. Ο Κάμπελ ένιωθε να βρίσκεται κάτω απ᾿  την απόλυτη εξουσία του. Βγήκαν από το δωμάτιο μαζί.
Όταν έφτασαν στο τελευταίο κεφαλόσκαλο, ο Ντόριαν έβγαλε απ᾿  την τσέπη του το κλειδί και ξεκλείδωσε την πόρτα. Ύστερα σταμάτησε και στα μάτια του φάνηκε μια ταραχή. Ανατρίχιασε. «Νομίζω ότι δεν μπορώ να μπω, Άλαν» μουρμούρισε.
«Δε με νοιάζει. Δε σε χρειάζομαι» είπε ο Κάμπελ ψυχρά.
Ο Ντόριαν μισάνοιξε την πόρτα. Είδε το πρόσωπο τού πορτρέτου να τού χαμογελάει σαρκαστικά στο φως τού ήλιου. Στο πάτωμα μπροστά του ήταν πεσμένη η κουρτίνα που το κάλυπτε.
Θυμήθηκε πως την προηγούμενη νύχτα είχε ξεχάσει, πρώτη φορά, να κρύψει τον μοιραίο πίνακα, κι έκανε να ορμήσει προς τα κει, αλλά οπισθοχώρησε τρέμοντας.
Τι ήταν εκείνες οι σιχαμερές κόκκινες σταγόνες που γυάλιζαν υγρές πάνω στο ένα χέρι, λες και ο μουσαμάς είχε ιδρώσει αίμα; Τι φριχτό που ήταν! - ακόμη πιο φριχτό, τού φάνηκε για μια στιγμή, κι από το σιωπηλό πλάσμα που ήξερε πως ήταν πεσμένο πάνω στο τραπέζι, το πλάσμα αυτό που η παράδοξη και παραμορφωμένη του σκιά στο λεκιασμένο χαλί τού φανέρωνε πως δεν είχε κουνηθεί καθόλου, αλλά παρέμενε εκεί, ακριβώς έτσι όπως το είχε αφήσει.
Πήρε μια βαθιά ανάσα, άνοιξε την πόρτα λίγο περισσότερο, και με μισόκλειστα μάτια και το κεφάλι γυρισμένο απ᾿  την άλλη μπήκε γρήγορα στο δωμάτιο αποφασισμένος να μη ρίξει ούτε μια ματιά στον νεκρό. Έπειτα έσκυψε, πήρε τη χρυσοπόρφυρη κουρτίνα και σκέπασε τον πίνακα.
Εκεί σταμάτησε, νιώθοντας φόβο να γυρίσει το κεφάλι, και τα μάτια του καρφώθηκαν στα πολύπλοκα σχέδια τής κουρτίνας μπροστά του. Άκουσε τον Κάμπελ να φέρνει μέσα το βαρύ κιβώτιο, τούς σιδερένιους σφιγκτήρες και τα άλλα αντικείμενα που είχε ζητήσει για το φριχτό του έργο. Άρχισε ν᾿  αναρωτιέται αν ο Άλαν και ο Μπάζιλ Χόλγουορντ είχαν ποτέ συναντηθεί, κι αν ναι, τι γνώμη είχαν σχηματίσει, ο ένας για τον άλλον.
«Άφησέ με μόνο τώρα» είπε μια αυστηρή φωνή πίσω του.
Γύρισε και βγήκε βιαστικά, αφού μόλις και πρόλαβε να δει ότι ο Κάμπελ είχε γείρει τον νεκρό πάνω στη ράχη τής καρέκλας και κοίταζε εξεταστικά το γυαλιστερό κίτρινο πρόσωπό του. Καθώς κατέβαινε κάτω, άκουσέ το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά.
Ήταν περασμένες εφτά όταν ο Κάμπελ επέστρεψε στην βιβλιοθήκη. Ήταν ωχρός, αλλά εντελώς ψύχραιμος. «Έκανα αυτό που μού ζήτησες» μουρμούρισε. «Και τώρα, αντίο. Ελπίζω να μην ξανασυναντηθούμε ποτέ».
«Μ᾿  έσωσες από την καταστροφή, Άλαν. Δε θα το ξεχάσω ποτέ» είπε απλά ο Ντόριαν.
Μόλις ο Κάμπελ έφυγε, ο Ντόριαν ανέβηκε πάνω. Μες στο δωμάτιο υπήρχε μια φοβερή μυρωδιά από νιτρικό οξύ. Αλλά το πλάσμα που καθόταν στο τραπέζι, δεν υπήρχε πια.

15

Εκείνο το βράδυ, στις οχτώμισι, εξαίσια ντυμένος και φορώντας στην μπουτονιέρα του μενεξέδες τής Πάρμας, ο Ντόριαν Γκρέυ έμπαινε στο σαλόνι της λαίδης Νάρμπορω συνοδευόμενος από υποκλινόμενους υπηρέτες. Στο μέτωπό του έπαλλαν σαν τρελά τα νεύρα και μέσα του ένιωθε μιαν άγρια υπερδιέγερση, αλλά ο τρόπος που φίλησε το χέρι τής οικοδέσποινας ήταν άνετος και χαριτωμένος όπως πάντα. Ίσως ποτέ δε φαίνεται κανείς τόσο ήρεμος, όσο όταν έχει να παίξει έναν συγκεκριμένο ρόλο. Κανένας απ᾿  όσους είδαν τον Ντόριαν Γκρέυ εκείνο το βράδυ δε θα μπορούσε ασφαλώς να πιστέψει ότι μόλις είχε περάσει την πιο φριχτή τραγωδία τής εποχής μας. Αυτά τα λεπτοκαμωμένα δάχτυλα δεν ήταν δυνατόν να έχουν αρπάξει ένα μαχαίρι και να έχουν βυθιστεί στην αμαρτία, ούτε αυτά τα χαμογελαστά χείλη ήταν δυνατόν να έχουν ξεστομίσει λόγια βλάσφημα για το Θεό και την αρετή. Κι ο ίδιος απορούσε με την ψύχραιμη συμπεριφορά του, και για μια στιγμή ένιωσε έντονα την τρομερή απόλαυση τής διπλής ζωής.
Η συγκέντρωση ήταν μικρή, οργανωμένη μάλλον βιαστικά από τη λαίδη Νάρμπορω, μια πολύ έξυπνη γυναίκα, που έφερε πάνω της, κατά την περιγραφή τού λόρδου Χένρυ, τα απομεινάρια μιας ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτης ασχήμιας. Είχε αποδειχτεί εξαιρετική σύζυγος ενός απ᾿  τούς πιο ανιαρούς πρεσβευτές μας, κι έχοντας θάψει με σεβασμό τον άντρα της σε ένα μαρμάρινο μαυσωλείο που είχε σχεδιάσει η ίδια, αφού πάντρεψε τις κόρες της με πλούσιους και μάλλον ηλικιωμένους άντρες, αφιέρωνε πλέον τη ζωή της στις απολαύσεις των γαλλικών μυθιστορημάτων, τής γαλλικής μαγειρικής και τού γαλλικού πνεύματος, όποτε μπορούσε να το βρει.
Ο Ντόριαν ήταν ένας από τούς ιδιαίτερα ευνοουμένους της, και πάντοτε τού έλεγε ότι ήταν πολύ ευχαριστημένη που δε τον είχε συναντήσει νωρίτερα στη ζωή της. «Ξέρω, αγαπητέ μου, ότι θα σάς ερωτευόμουν τρελά» τού έλεγε πολύ συχνά, «και θα πετούσα τη σκούφια μου πολύ ψηλά, στον αέρα  για χάρη σας. Ευτυχώς, εκείνη την εποχή εσείς δεν υπήρχατε ούτε καν στη σκέψη τής μητέρας σας. Όσο για τη σκούφια μου, τα καπέλα  μας ήταν τόσο άκομψα εκείνα τα χρόνια και ο αέρας τόσο αντίξοος, που ποτέ δε φλερτάρισα πραγματικά με κανέναν. Τέλος πάντων, γι᾿  αυτό ευθύνεται ο Νάρμπορω και κανένας άλλος. Ήταν φοβερά κοντόφθαλμος και δεν προξενεί την παραμικρή ευχαρίστηση να απατάς ένα σύζυγο που δε βλέπει τίποτα πέρα από τη μύτη του».
Οι καλεσμένοι της εκείνο το βράδυ ήταν μάλλον βαρετοί. Αιτία γι᾿  αυτό, όπως εξήγησε στον Ντόριαν πίσω από μια φθαρμένη βεντάλια, ήταν μια από τις παντρεμένες της κόρες, που είχε έρθει απροειδοποίητα να μείνει μαζί της, και για να ολοκληρωθεί η καταστροφή, είχε φέρει μαζί της και τον άντρα της. «Το θεωρώ μεγάλη αγένεια  εκ μέρους της, αγαπητέ μου» τού ψιθύρισε. «Βέβαια, πηγαίνω και μένω μαζί τους κάθε καλοκαίρι όταν γυρίζω απ᾿  το Χόμπουργκ, επειδή γριές γυναίκες σαν εμένα χρειάζονται πού και πού λίγο καθαρό αέρα, κι εκτός αυτού, ζωντανεύει το σπίτι τους όταν πηγαίνω. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ζωή κάνουν εκεί κάτω. Αγνή και ανόθευτη ζωή τής υπαίθρου. Σηκώνονται νωρίς, γιατί έχουν πάρα πολλά να κάνουν, και κοιμούνται νωρίς, γιατί δεν έχουν τίποτε απολύτως να σκεφτούν. Έχει να γίνει σκάνδαλο στην περιοχή από την εποχή τής βασίλισσας Ελισάβετ κι είναι πολύ φυσικό μετά το δείπνο να τούς παίρνει όλους ο ύπνος. Δε θα καθίσετε κοντά τους. Θα καθίσετε δίπλα μου να με διασκεδάσετε».
Ο Ντόριαν μουρμούρισε μια χαριτωμένη φιλοφρόνηση κι έριξε μια ματιά γύρω του. Ναι, η συγκέντρωση ήταν αναμφίβολα βαρετή. Δύο από τούς καλεσμένους τούς έβλεπε πρώτη φορά, και οι υπόλοιποι ήταν ο Έρνεστ Χάροντεν, μια από κείνες τις μεσόκοπες μετριότητες που αφθονούν στις λέσχες τού Λονδίνου και που δεν έχουν κανέναν εχθρό, τούς αντιπαθούν όμως πέρα για πέρα οι φίλοι τους· η λαίδη Ράξτον, μια γυναίκα σαράντα εφτά χρονών, ντυμένη φανταχτερά, με γαμψή μύτη, που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να διασυρθεί, μα ήταν τόσο άχαρη και άγευστη, που κανένας δεν πίστευε το παραμικρό εναντίον της, προς μεγάλη της απογοήτευση· η κυρία Έρλιν, ένα μηδενικό που επιδίωκε την κοινωνική καταξίωση, ψεύδιζε χαριτωμένα κι είχε κόκκινα βενετσιάνικα μαλλιά· η λαίδη Άλις Τσάπμαν, η κόρη τής οικοδέσποινας, μια άκομψη ανιαρή κοπέλα, μ᾿  ένα από κείνα τα τυπικά βρετανικά πρόσωπα που τα βλέπεις μια φορά και δεν τα ξαναθυμάσαι ποτέ· κι ο άντρας της, ένα πλάσμα με κόκκινα μάγουλα κι άσπρες φαβορίτες που, όπως και τόσοι άλλοι τής τάξης του, είχε την εντύπωση πως η άμετρη ευθυμία σε εξιλεώνει για την παντελή έλλειψη ιδεών.
Είχε σχεδόν μετανιώσει που είχε έρθει, ώσπου η λαίδη Νάρμπορω κοιτάζοντας το μεγάλο επίχρυσο ρολόι με τα σκαλίσματα που άπλωνε τις πομπώδεις καμπύλες του πάνω στο περβάζι τού τζακιού με το μαβί κάλυμμα, αναφώνησε: «Τι απαίσιο που ο λόρδος Χένρυ Γουότον αργεί τόσο πολύ! Τού έστειλα μήνυμα σήμερα το πρωί, και μού υποσχέθηκε ειλικρινά να μη με απογοητεύσει».
Το γεγονός ότι θα ερχόταν και ο Χένρυ ήταν μια παρηγοριά, κι όταν άνοιξε η πόρτα κι άκουσε την αργή, μελωδική φωνή του να προφέρει με χάρη κάποια ανειλικρινή δικαιολογία, έπαψε να νιώθει ανία.
Στο δείπνο, ωστόσο, δεν μπόρεσε να φάει τίποτα. Τα πιάτα περνούσαν από μπροστά του κι εκείνος δεν ήταν σε θέση ούτε να τα δοκιμάσει. Η λαίδη Νάρμπορω τον μάλωνε συνεχώς γι᾿  αυτό που αποκαλούσε «προσβολή για τον καημένο τον Αδόλφο, που έφτιαξε το μενού ειδικά για σάς», και πότε πότε ο λόρδος Χένρυ τού έριχνε ερευνητικές ματιές, απορώντας με τη σιωπή και την αφηρημάδα του. Κάθε τόσο, ο αρχιθαλαμηπόλος τού γέμιζε το ποτήρι με σαμπάνια. Έπινε συνέχεια, κι έμοιαζε να διψάει όλο και πιο πολύ.
«Ντόριαν» είπε ο λόρδος Χένρυ «τι σού συμβαίνει απόψε; Είσαι πολύ κακόκεφος».
«Νομίζω ότι είναι ερωτευμένος» φώναξε η λαίδη Νάρμπορω, «και φοβάται να μού το πει για να μη ζηλέψω. Έχει απόλυτο δίκιο. Σίγουρα θα ζηλέψω».
«Αγαπητή λαίδη Νάρμπορω» μουρμούρισε ο Ντόριαν χαμογελώντας, «έχω να ερωτευτώ μια ολόκληρη εβδομάδα - για την ακρίβεια, από τότε που η Μαντάμ ντε Φερόλ έφυγε απ᾿  το Λονδίνο».
«Μα πώς μπορείτε εσείς οι άντρες κι ερωτεύεστε αυτή τη γυναίκα!» αναφώνησε η γηραιά λαίδη. «Πραγματικά, δεν μπορώ να το καταλάβω».
«Απλούστατα, γιατί αυτή η κυρία σάς θυμάται από τότε που ήσασταν μικρό κοριτσάκι, λαίδη Νάρμπορω» είπε ο λόρδος Χένρυ. «Είναι ο μοναδικός συνδετικός κρίκος ανάμεσα σ᾿  εμάς και στα κοντά σας φουστανάκια».
«Δε θυμάται καθόλου τα κοντά μου φουστανάκια, λόρδε Χένρυ. Εγώ όμως τη θυμάμαι πολύ καλά στη Βιέννη πριν από τριάντα χρόνια, και θυμάμαι με πόσο ντεκολτέ κυκλοφορούσε τότε».
«Εξακολουθεί να κυκλοφορεί με ντεκολτέ» αποκρίθηκε εκείνος, παίρνοντας μια ελιά με τα μακριά του δάχτυλα, «και όταν φοράει επίσημο φόρεμα, θυμίζει έκδοση πολυτελείας ενός κακού γαλλικού μυθιστορήματος. Πραγματικά, είναι υπέροχη και γεμάτη εκπλήξεις. Η ικανότητά της για οικογενειακή στοργή είναι καταπληκτική. Όταν πέθανε ο τρίτος της σύζυγος, τα μαλλιά της γίναν χρυσά απ᾿  τη λύπη της».
«Χάρυ, πώς μπορείς να λες τέτοια πράγματα!» φώναξε ο Ντόριαν.
«Είναι μια πολύ ρομαντική εξήγηση» γέλασε η οικοδέσποινα. «Αλλά τρίτος σύζυγος, λόρδε Χένρυ! Θέλετε να πείτε ότι ο Φερόλ είναι ο τέταρτος;»
«Φυσικά, λαίδη Νάρμπορω».
«Δεν πιστεύω ούτε λέξη».
«Καλά, τότε ρωτήστε τον κύριο Γκρέυ. Είναι ένας από τους πιο στενούς της φίλους».
«Αλήθεια είναι, κύριε Γκρέυ;»
«Έτσι με διαβεβαίωσε εκείνη, λαίδη Νάρμπορω» είπε ο Ντόριαν. «Τη ρώτησα αν είχε βαλσαμώσει τις καρδιές των συζύγων της για να τις κρεμάσει στη ζώνη της, όπως η Μαργαρίτα τής Ναβάρας.(1) Μού είπε ότι δεν το έκανε, γιατί κανένας τους δεν είχε καρδιά».
«Τέσσερις σύζυγοι! Ειλικρινά, αυτό δείχνει υπερβολικό ζήλο »
«Εγώ θα ᾿λεγα υπερβολικό θράσος» είπε ο Ντόριαν.
«Α, πραγματικά, έχει πολύ θράσος, αγαπητέ μου, είναι ικανή για όλα. Και ο Φερόλ, τι άνθρωπος είναι; Δεν τον ξέρω».
«Οι σύζυγοι των πολύ ωραίων γυναικών ανήκουν στις τάξεις των εγκληματιών» είπε ο λόρδος Χένρυ πίνοντας μια γουλιά κρασί.
Η λαίδη Νάρμπορω τού έδωσε ένα χτυπηματάκι με τη βεντάλια της. «Λόρδε Χένρυ, δε μού κάνει καθόλου εντύπωση που ο κόσμος λέει ότι είστε εξαιρετικά κακός».
«Ναι, αλλά ποιος κόσμος το λέει αυτό;» ρώτησε ο λόρδος Χένρυ σηκώνοντας τα φρύδια του. «Μάλλον ο άλλος κόσμος. Με τον κόσμο εδώ έχουμε άριστες σχέσεις».
«Όλοι οι γνωστοί μου λένε ότι είστε πολύ κακός» φώναξε η γηραιά λαίδη κουνώντας το κεφάλι.
Ο λόρδος Χένρυ σοβαρεύτηκε για λίγα λεπτά. «Είναι τερατώδες» είπε στο τέλος, «ο κόσμος μάς κουτσομπολεύει πίσω από την πλάτη μας, λέγοντας πράγματα που είναι απολύτως κι εντελώς αληθινά».
«Δεν είναι αδιόρθωτος;» φώναξε ο Ντόριαν, γέρνοντας στη ράχη της καρέκλας του.
«Ελπίζω» είπε η οικοδέσποινα γελώντας. «Αλλά πραγματικά, αν όλοι σας λατρεύετε τη Μαντάμ ντε Φερόλ μ᾿  αυτό τον γελοίο τρόπο, θ᾿  αναγκαστώ να ξαναπαντρευτώ για να είμαι στη μόδα».
«Δε θα ξαναπαντρευτείτε ποτέ, λαίδη Νάρμπορω» παρεμβλήθηκε ο λόρδος Χένρυ. «Υπήρξατε πολύ ευτυχισμένη σύζυγος. Όταν μια γυναίκα ξαναπαντρεύεται, το κάνει γιατί μισούσε τον πρώτο της άντρα. Όταν ένας άντρας ξαναπαντρεύεται, το κάνει γιατί λάτρευε την πρώτη του γυναίκα. Οι γυναίκες δοκιμάζουν την τύχη τους, οι άντρες ριψοκινδυνεύουν να τη χάσουν».
«Ο Νάρμπορω δεν ήταν τέλειος» φώναξε η γηραιά κυρία.
«Αν ήταν τέλειος, δε θα τον είχατε αγαπήσει, αγαπητή μου κυρία» ήταν η απάντηση. «Οι γυναίκες μάς αγαπούν για τα ελαττώματά μας. Αν έχουμε αρκετά, μάς συγχωρούν τα πάντα, ακόμη και την εξυπνάδα μας. Πολύ φοβάμαι ότι δε θα με ξανακαλέσετε σε δείπνο ύστερα απ᾿  αυτό που είπα, λαίδη Νάρμπορω, όμως αυτή είναι η αλήθεια».
«Φυσικά είναι αλήθεια, λόρδε Χένρυ. Αν οι γυναίκες δε σάς αγαπούσαν για τα ελαττώματά σας, τι θα κάνατε όλοι σας; Δε θα παντρευόσασταν ποτέ. Θα ήσασταν όλοι μια παρέα δυστυχισμένα γεροντοπαλίκαρα. Όχι, βέβαια, πως κάτι τέτοιο θα άλλαζε και τόσο τη ζωή σας. Στις μέρες μας, όλοι οι παντρεμένου ζουν σαν εργένηδες, κι όλοι οι εργένηδες ζουν σαν παντρεμένοι».
Τέλος τού αιώνα μουρμούρισε ο λόρδος Χένρυ.
Τέλος τού κόσμου αποκρίθηκε η οικοδέσποινα.
«Μακάρι να ᾿ταν τέλος τού κόσμου» είπε ο Ντόριαν αναστενάζοντας. «Η ζωή είναι μεγάλη απογοήτευση».
«Ω, αγαπητέ μου» φώναξε η λαίδη Νάρμπορω, βάζοντας τα γάντια της, «μη μού πείτε ότι έχετε εξαντλήσει τη ζωή. Όταν το λέει αυτό ένας άντρας, καταλαβαίνεις αμέσως ότι η ζωή τον έχει εξαντλήσει. Ο λόρδος Χένρυ είναι πολύ κακός, και μερικές φορές θα ᾿θελα να ήμουν κι εγώ κακιά στα νιάτα μου, εσείς όμως είστε πλασμένος για να είστε καλός - δείχνετε τόσο καλός, πρέπει οπωσδήποτε να σάς βρω μια καλή σύζυγο. Λόρδε Χένρυ, δε νομίζετε ότι ο κύριος Γκρέυ θα ᾿πρεπε να παντρευτεί;»
«Τού το λέω συνέχεια, λαίδη Νάρμπορω» είπε ο λόρδος Χένρυ με μια υπόκλιση.
«Ωραία λοιπόν, πρέπει να του βρούμε μια γυναίκα που να τού ταιριάζει. Θα ψάξω προσεκτικά τον Debrett (Ντεμπρέ) (2) απόψε, και θα κάνω έναν κατάλογο με όλες τις δεσποινίδες που είναι κατάλληλες για τον κύριο Γκρέυ».
«Θα γράψετε και τις ηλικίες τους, λαίδη Νάρμπορω;» ρώτησε ο Ντόριαν.
«Φυσικά και θα τις γράψω, ελαφρά διορθωμένες όμως. Και τίποτα δεν πρέπει να γίνει βιαστικά. Θέλω ο γάμος σας να είναι αυτό που η Μόρνινγκ  Ποστ  αποκαλεί “ταιριαστή ένωση με τα δεσμό τού Υμεναίου και θέλω και οι δυο να ευτυχήσετε"».
«Μα τι ανοησίες λένε οι άνθρωποι για τούς ευτυχισμένους γάμους!» αναφώνησε ο λόρδος Χένρυ. «Ένας άντρας μπορεί να είναι ευτυχισμένος με οποιαδήποτε γυναίκα αρκεί να μην την αγαπά».
«Ω! Τι κυνικός που είστε!» φώναξε η οικοδέσποινα, ενώ έσπρωχνε πίσω την καρέκλα της κι έκανε νόημα στη λαίδη Ράξτον να την ακολουθήσει. «Πρέπει οπωσδήποτε να ξαναδειπνήσουμε μαζί το συντομότερο. Είστε στ᾿  αλήθεια ένα καταπληκτικό τονωτικό, πολύ καλύτερο απ᾿  αυτό που μού γράφει στις συνταγές του ο Σερ Άντριου. Πρέπει να μού πείτε όμως τι ανθρώπους θα σάς άρεσε να συναντήσετε. Θέλω η συντροφιά να είναι ευχάριστη».
«Μ᾿  αρέσουν οι άντρες που έχουν μέλλον και οι γυναίκες που έχουν παρελθόν» αποκρίθηκε εκείνος. «Ή πιστεύετε ότι με τέτοιες προδιαγραφές η συντροφιά θα ήταν αποκλειστικά γυναικεία;»
«Πολύ φοβάμαι πως ναι» είπε εκείνη γελώντας, και σηκώθηκε από το τραπέζι. «Χίλια συγνώμη, αγαπητή μου λαίδη Ράξτον» πρόσθεσε. «Δεν πρόσεξα πως δεν είχατε τελειώσει το τσιγάρο σας».
«Δεν πειράζει, λαίδη Νάρμπορω. Καπνίζω πάρα πολύ. Στο μέλλον θα το περιορίσω κάπως».
«Σάς παρακαλώ, μην το κάνετε, λαίδη Ράξτον» είπε ο λόρδος Χένρυ. «Το μέτριο είναι κάτι μοιραίο. Το αρκετό είναι κακό όσο ένα απλό γεύμα. Το υπερβολικό είναι τόσο καλό, όσο ένα συμπόσιο».
Η λαίδη Ράξτον τού έριξε μια ματιά γεμάτη περιέργεια. «Πρέπει να με επισκεφθείτε κανένα απόγευμα και να μού το εξηγήσετε αυτό, λόρδε Χένρυ. Φαίνεται πολύ ελκυστική θεωρία» μουρμούρισε βγαίνοντας απ᾿  το δωμάτιο.
Ο κύριος Τσάπμαν άρχισε να μιλάει με φωνή βροντερή για την κατάσταση στη Βουλή των Κοινοτήτων. Κάγχαζε μιλώντας για τούς αντιπάλους του. Η λέξη δογματικός - μια λέξη που γεμίζει τρόμο τη βρετανική σκέψη - ακουγόταν κάθε τόσο μες στις εκρήξεις του. Παρηχητικά προθέματα στόλιζαν τη ρητορική του. Ύψωνε την αγγλική σημαία στις απάτητες κορυφές τής σκέψης. Παρουσίαζε την κληρονομική ηλιθιότητα τής φυλής - τη στέρεη εγγλέζικη κοινή λογική, όπως εύθυμα την αποκαλούσε - σαν προμαχώνα τής κοινωνίας.
Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη τού λόρδου Χένρυ, κι έστρεψε το κεφάλι να κοιτάξει τον Ντόριαν.
«Είσαι καλύτερα, αγαπητέ μου;» ρώτησε. «Στο δείπνο φαινόσουν πολύ κακόκεφος». «Είμαι αρκετά καλά, Χάρυ. Είμαι κουρασμένος, αυτό είν᾿  όλο».
«Χτες το βράδυ ήσουν πολύ γοητευτικός. Η μικρή δούκισσα σού είναι εντελώς αφοσιωμένη. Μού είπε ότι θα ᾿ρθει στο Σέλμπυ».
«Υποσχέθηκε να έρθει στις είκοσι τού μηνός».
«Θα είναι και ο Μόνμαουθ εκεί;»
«Α, ναι, Χάρυ».
«Τον βαριέμαι τρομερά, σχεδόν όσο τον βαριέται κι εκείνη. Είναι πολύ έξυπνη, υπερβολικά έξυπνη για γυναίκα. Τής λείπει αυτή η απροσδιόριστη γοητεία τής αδυναμίας. Τα πήλινα πόδια είναι αυτά που κάνουν πολύτιμο το χρυσάφι τού αγάλματος. Τα δικά της ποδαράκια είναι πολύ χαριτωμένα, αλλά δεν είναι πήλινα. Είναι, αν θέλεις, από λευκή πορσελάνη. Έχουν περάσει απ᾿  τη φωτιά, κι ό,τι δεν καταστρέφει η φωτιά, το σκληραίνει. Είχε αρκετές εμπειρίες στη ζωή της».
«Πόσο καιρό είναι παντρεμένη;» ρώτησε ο Ντόριαν.
«Μια αιωνιότητα, λέει εκείνη. Σύμφωνα με το βιβλίο των ευγενών, πρέπει να είναι παντρεμένη γύρω στα δέκα χρόνια, αλλά δέκα χρόνια με τον Μόνμαουθ πρέπει να τής φάνηκαν μια αιωνιότητα και κάτι παραπάνω. Ποιος άλλος θα είναι στο Σέλμπυ;»
«Α, οι Γουίλομπυ, ο λόρδος Ράγκμπυ και η γυναίκα του, η οικοδέσποινά μας απόψε, ο Τζώφρεϋ Κλάουστον, η συνηθισμένη παρέα. Κάλεσα και το λόρδο Γκρότριαν».
«Τον συμπαθώ αυτόν» είπε ο λόρδος Χένρυ. «Πολύς κόσμος τον αντιπαθεί, εγώ όμως τον βρίσκω γοητευτικό. Καμιά φορά ντύνεται πολύ εξεζητημένα, εξιλεώνεται όμως πάντα με την υπερβολική του μόρφωση. Είναι ένας τύπος πολύ μοντέρνος».
«Δεν ξέρω αν θα μπορέσει να ᾿ρθει, Χάρυ. Ίσως χρειαστεί να πάει στο Μόντε Κάρλο με τον πατέρα του».
«Τι μπελάς που είναι οι δικοί μας! Προσπάθησε να τον πείσεις να έρθει. Αλήθεια, Ντόριαν, το ᾿σκασες πολύ νωρίς χτες το βράδυ. Έφυγες πριν από τις έντεκα. Πήγες κατευθείαν στο σπίτι;»
Ο Ντόριαν τού έριξε μια βιαστική ματιά και συνοφρυώθηκε. «Όχι, Χάρυ» είπε στο τέλος, «γύρισα στο σπίτι μου κατά τις τρεις».
«Πήγες στη λέσχη;»
«Ναι» αποκρίθηκε, και δάγκωσε το χείλι του. «Όχι, δεν εννοώ αυτό. Δεν πέρασα απ᾿  τη λέσχη. Περπάτησα. Δε θυμάμαι τι έκανα... Τι αδιάκριτος που είσαι, Χάρυ! Θέλεις πάντα να μαθαίνεις τι κάνουν οι άλλοι. Εγώ θέλω πάντα να ξεχνάω τι έκανα. Γύρισα στο σπίτι μου στις δυόμισι, αν θέλεις να ξέρεις την ακριβή ώρα. Είχα ξεχάσει το κλειδί μου στο σπίτι κι αναγκάστηκα να ξυπνήσω τον υπηρέτη μου για να μού ανοίξει. Αν θέλεις επιβεβαιωτικές μαρτυρίες επί του θέματος, δεν έχεις παρά να τον ρωτήσεις».
Ο λόρδος Χένρυ σήκωσε τους ώμους. «Αγαπητέ μου, φαντάζεσαι πως με νοιάζει; Ας ανέβουμε στο σαλόνι. Όχι, δε θέλω τσέρι, σάς ευχαριστώ, κύριε Τσάπμαν. Κάτι σού συνέβη, Ντόριαν. Πες μου τι είναι. Δεν είσαι ο εαυτός σου απόψε».
«Μη μού δίνεις σημασία, Χάρυ. Είμαι εκνευρισμένος και κακόκεφος. Θα περάσω να σε δω αύριο ή μεθαύριο. Ζήτα συγνώμη εκ μέρους μου από τη λαίδη Νάρμπορω. Δε θ᾿  ανέβω πάνω. Θα γυρίσω σπίτι. Πρέπει να πάω σπίτι».
«Εντάξει, Ντόριαν. Ελπίζω να σε δω αύριο στο τσάι. Θα είναι και η δούκισσα».
«Θα προσπαθήσω να ᾿ρθω, Χάρυ» είπε βγαίνοντας απ᾿  το δωμάτιο. Καθώς γύριζε με την άμαξα στο σπίτι του, ένιωσε ότι το αίσθημα τού τρόμου που πίστευε πως το είχε στραγγαλίσει, τον είχε κυριέψει πάλι. Οι τυχαίες ερωτήσεις τού λόρδου Χένρυ τον είχαν κάνει να χάσει προς στιγμήν την ψυχραιμία του, και είχε κάθε λόγο να τη χρειάζεται ακόμη. Υπήρχαν επικίνδυνα πράγματα που έπρεπε να τα καταστρέψει. Έκανε ένα μορφασμό. Αηδίαζε στη σκέψη πως έπρεπε να τ᾿  αγγίξει.
Αλλά έπρεπε να το κάνει. Το πήρε απόφαση, και μόλις κλείδωσε την πόρτα τής βιβλιοθήκης του, άνοιξε το μυστικό ντουλάπι όπου είχε πετάξει την τσάντα και το πανωφόρι τού Μπάζιλ Χόλγουορντ. Στο τζάκι έλαμπε μια τεράστια φωτιά. Έριξε άλλο ένα κούτσουρο. Η μυρωδιά απ᾿  το ύφασμα και το δέρμα που καιγόταν ήταν φριχτή. Τού πήρε τρία τέταρτα τής ώρας για να τα κάψει όλα. Στο τέλος ένιωσε ναυτία και μια φοβερή αδυναμία, κι αφού άναψε μερικές αλγερίνικες αρωματικές παστίλιες σ᾿  ένα τρυπητό μπρούντζινο θυμιατό, έβρεξε τα χέρια και το μέτωπό του με δροσερό ξίδι αρωματισμένο με μόσχο.
.........................................................................................................................................................................................................................................................
Καθώς τα μεσάνυχτα ηχούσαν με μπρούντζινους ήχους μες στο σκοτάδι, ο Ντόριαν Γκρέυ ντυμένος συνηθισμένα και μ᾿  ένα κασκόλ τυλιγμένο γύρω στο λαιμό του, γλίστρησε αθόρυβα απ᾿  το σπίτι. Στην Μποντ Στριτ βρήκε ένα μόνιππο με καλό άλογο. Το κάλεσε κι έδωσε χαμηλόφωνα τη διεύθυνση στον αμαξά.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Είναι πολύ μακριά για μένα» μουρμούρισε.
«Σου δίνω μία λίρα» είπε ο Ντόριαν. «Θα πάρεις άλλη μία αν φτάσουμε γρήγορα».
«Εντάξει, κύριε» αποκρίθηκε ο οδηγός, «θα ᾿σαστε εκεί σε μια ώρα», και μόλις ο επιβάτης του μπήκε στην άμαξα, έστριψε το άλογό του και κατευθύνθηκε ολοταχώς προς το ποτάμι.

(1). Μάλλον δεν πρόκειται για τη Μαργαρίτα τής Ναβάρας (1492-1549)  για την οποία η ίδια η μεταφράστρια στο Μεταίχμιο  Γωγώ Αρβανίτη γράφει :«Η βασίλισσα τής Ναβάρας,  ήταν μια σημαντική προσωπικότητα τής Γαλλικής Αναγέννησης, προστάτης των Ουμανιστών». Δεν ξέρω τι γράφει το αγγλικό κείμενο, αλλά μάλλον πρόκειται για τη πριγκίπισσα Μαργαρίτα ή Μαργαρίτα των Βαλουά, (1553-1615) κόρη τού Ερρίκου τού Β΄ και τής Αικατερίνης των Μεδίκων, η οποία ήταν εκπληκτικής ομορφιάς, και η οποία μάλλον άδικα κατηγορήθηκε από τούς εχθρούς της για άστατη ζωή και φιληδονισμό. Οι ιστορικοί κατά την δεκαετία τού 1990  «διερευνούν την αλήθεια τής ιστορίας της, αντί για συνειρμούς αιώνων»,  όπως διαβάζω σε κάποιο Site.
(2)
Ντεμπρέ:   ευρετήριο των μελών τής βασιλικής οικογένειας και των ευγενών τής Αγγλίας, Σκοτίας και Ιρλανδίας, τού Τζον Ντεμπρέ. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1802 και ενημερώνεται μέχρι σήμερα. [Α]

16

Μια κρύα βροχή άρχισε να πέφτει, και τα θολά φανάρια τού δρόμου έμοιαζαν με φαντάσματα μες στην υγρή καταχνιά. Τα κέντρα έκλειναν, και σκοτεινές φιγούρες αντρών και γυναικών ήταν μαζεμένες παρέες παρέες γύρω απ᾿  τις πόρτες τους. Από μερικά μπαρ ακούγονταν φριχτά γέλια. Σε άλλα οι μεθυσμένοι καβγάδιζαν και ούρλιαζαν.
Γερμένος στο κάθισμα τού μόνιππου, με το καπέλο πεσμένο χαμηλά στο μέτωπο, ο Ντόριαν Γκρέυ παρατηρούσε με μάτια άτονα την αθλιότητα και τη ντροπή τής μεγάλης πολιτείας, και κάθε τόσο μονολογούσε, επαναλαμβάνοντας τα λόγια που τού είχε πει ο λόρδος Χένρυ την πρώτη μέρα της γνωριμίας τους: «Να θεραπεύεις την ψυχή μέσω των αισθήσεων, και τις αισθήσεις μέσω τής ψυχής». Ναι, αυτό ήταν το μυστικό. Πολλές φορές είχε δοκιμάσει να το κάνει, και τώρα θα δοκίμαζε ξανά. Υπήρχαν καταγώγια όπου μπορούσε να καπνίσει όπιο και ν᾿  αγοράσει τη λησμονιά, φριχτά καταγώγια όπου η ανάμνηση των παλιών αμαρτιών μπορούσε να σβήσει μες στην τρέλα αμαρτιών καινούριων.
Το φεγγάρι κρεμόταν χαμηλά στον ουρανό σαν κίτρινο κρανίο. Κάπου κάπου, ένα τεράστιο παραμορφωμένο σύννεφο άπλωνε ένα μακρύ χέρι και το έκρυβε. Τα φανάρια τού γκαζιού άρχισαν ν᾿  αραιώνουν και οι δρόμοι ήταν τώρα στενοί και σκοτεινοί. Κάποια στιγμή, ο αμαξάς έχασε το δρόμο του κι αναγκάστηκε να γυρίσει μισό μίλι πίσω. Το άλογο άχνιζε καθώς τσαλαβουτούσε στις λιμνούλες τής βροχής. Τα πλαϊνά παράθυρα τού μόνιππου είχαν θαμπώσει απ᾿  την γκρίζα πηχτή ομίχλη.
«Να γιατρεύεις την ψυχή μέσω των αισθήσεων, και τις αισθήσεις μέσω της ψυχής!» Πώς ηχούσαν τα λόγια αυτά στ᾿  αυτιά του! Η ψυχή του σίγουρα υπέφερε από αρρώστια θανάσιμη.
Ήταν άραγε αλήθεια πως οι αισθήσεις θα μπορούσαν να τη γιατρέψουν; Είχε χυθεί αθώο αίμα. Τι θα μπορούσε να τον εξιλεώσει για την πράξη αυτή; Αχ! Δεν υπήρχε εξιλέωση· αν όμως η συγχώρεση ήταν αδύνατη, θα μπορούσε να βρει τη λησμονιά, και ήταν αποφασισμένος να λησμονήσει, να εξαφανίσει την ανάμνηση που τον κυνηγούσε, να τη συντρίψει, όπως συντρίβει κανείς την οχιά που τον τσίμπησε. Αλήθεια, τι δικαίωμα είχε ο Μπάζιλ Χόλγουορντ να τού μιλήσει όπως τού μίλησε; Ποιος τον είχε ορίσει κριτή για τις πράξεις των άλλων; Τού είχε πει πράγματα φριχτά, φοβερά, πράγματα αβάσταχτα.
Το μόνιππο συνέχιζε κουρασμένο την πορεία του, και με κάθε βήμα έμοιαζε να προχωρά όλο και πιο αργά. Άνοιξε το παραθυράκι και φώναξε στον αμαξά να πάει πιο γρήγορα. Εκείνη η τρομακτική δίψα για όπιο είχε αρχίσει να τον τυραννάει. Το λαρύγγι του έκαιγε, και τα λεπτά του χέρια έσφιγγαν σπασμωδικά το ένα τ᾿  άλλο. Χτύπησε το άλογο με το μπαστούνι του σαν τρελός. Ο αμαξάς γέλασε κι έβαλε το καμτσίκι του σε λειτουργία. Ο Ντόριαν τού αποκρίθηκε μ᾿  ένα γέλιο που έκανε τον αμαξά να σωπάσει.
Ο δρόμος έμοιαζε ατελείωτος και τα δρομάκια φάνταζαν σαν τον μαύρο ιστό μιας σερνάμενης αράχνης. Η μονοτονία ήταν τώρα αφόρητη, και καθώς η ομίχλη πύκνωνε, άρχισε να φοβάται.
Λένε ότι το πάθος σε κάνει να σκέφτεσαι κυκλικά. Και τα καταδαγκωμένα χείλη τού Ντόριαν Γκρέυ, με απαίσια επιμονή, σχημάτιζαν και ξανασχημάτιζαν εκείνες τις ύπουλες λέξεις που μιλούσαν για την ψυχή και τις αισθήσεις, ώσπου βρήκε σ᾿ αυτές την πλήρη έκφραση τής διάθεσής του, και δικαίωσε με την επιδοκιμασία τού μυαλού πάθη που χωρίς αυτή τη δικαίωση θα εξακολουθούσαν να τον εξουσιάζουν. Από κύτταρο σε κύτταρο τού εγκεφάλου του γλιστρούσε μία και μόνο σκέψη· και η άγρια επιθυμία να ζήσει, η πιο τρομερή απ᾿  όλες τις ορέξεις τού ανθρώπου, ξυπνούσε κι ερέθιζε κάθε ίνα και νεύρο τού κορμιού του. Η ασχήμια, που κάποτε τού ήταν μισητή γιατί έκανε τα πράγματα αληθινά, τού ήταν τώρα αγαπητή για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Η ασχήμια ήταν η μόνη πραγματικότητα. Οι άγριοι καβγάδες, το αηδιαστικό καταγώγιο, η ωμή βία τής παρανομίας, αυτή καθαυτή η αθλιότητα τού κλέφτη και τού απόβλητου ήταν πιο ζωντανά μέσα στην έντονη πραγματικότητα των εντυπώσεων απ᾿  όλες τις λεπτές κι ευγενικές μορφές τής τέχνης και τις ονειρικές σκιές τού τραγουδιού. Ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν για να κερδίσει τη λησμονιά. Σε τρεις μέρες θα ήταν ελεύθερος.
Ξαφνικά, ο αμαξάς σταμάτησε απότομα στην αρχή μιας σκοτεινής παρόδου. Πάνω από τις χαμηλές στέγες και τις μυτερές καμινάδες των σπιτιών υψώνονταν τα μαύρα κατάρτια πλοίων. Στεφάνια άσπρης ομίχλης κάλυπταν τα ναυπηγεία σαν φανταστικά πανιά καραβιών.
«Κάπου εδώ δεν είπατε, κύριε;» ρώτησε βραχνά μέσ᾿  απ᾿  το παραθυράκι ο αμαξάς.
Ο Ντόριαν ανακάθισε ξαφνιασμένος και κοίταξε γύρω. «Καλά είναι εδώ» αποκρίθηκε, και βγαίνοντας βιαστικά, έδωσε στον αμαξά την ιδιαίτερη αμοιβή που τού είχε υποσχεθεί και προχώρησε γρήγορα προς την αποβάθρα. Δω κι εκεί ένα φανάρι φώτιζε την πρύμνη κάποιου τεράστιου εμπορικού πλοίου. Το φως λικνιζόταν κι έσπαγε πάνω στις λιμνούλες τής βροχής. Μια κόκκινη λάμψη έβγαινε από ένα ατμόπλοιο που ετοιμαζόταν να σαλπάρει και φόρτωνε κάρβουνο. Το γλιστερό πεζοδρόμιο έμοιαζε με υγρό αδιάβροχο.
Βάδιζε βιαστικά προς τ᾿  αριστερά, ρίχνοντας κάθε τόσο ματιές πίσω του για να δει αν τον ακολουθούσε κανείς. Σ᾿  εφτά οκτώ λεπτά, έφτασε σ᾿  ένα μικρό φτωχόσπιτο που ήταν στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο στενές προσόψεις εργοστασίων. Ένα απ᾿  τα πάνω παράθυρα το φώτιζε μια λάμπα. Σταμάτησε και χτύπησε την πόρτα συνθηματικά.
Σε λίγο, άκουσε βήματα στο διάδρομο και τον ήχο τής αλυσίδας που έβγαζαν απ᾿  το γάντζο της. Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα και πέρασε μέσα δίχως να πει κουβέντα στη σκυφτή παραμορφωμένη σιλουέτα που κρύφτηκε στη σκιά καθώς εκείνος περνούσε. Στο τέρμα τού διαδρόμου κρεμόταν μια πράσινη κουρελιασμένη κουρτίνα που ανέμισε απ᾿  το ρεύμα τού αέρα που μπήκε μαζί του απ᾿  το δρόμο. Την παραμέρισε και μπήκε σ᾿  ένα μακρύ χαμηλοτάβανο δωμάτιο που έδειχνε ότι κάποτε στο παρελθόν υπήρξε αίθουσα χορού τρίτης κατηγορίας. Στους τοίχους ολόγυρα κρέμονταν λάμπες γκαζιού με δυνατές φλόγες, που φαίνονταν παραμορφωμένες και θαμπές μες στους μυγοφτυσμένους καθρέφτες απέναντι τους. Το πάτωμα ήταν σκεπασμένο με πριονίδι στο χρώμα τής ώχρας, ποδοπατημένο δω κι εκεί τόσο, που είχε γίνει λάσπη, και λεκιασμένο από σκούρους κύκλους χυμένων ποτών. Μερικοί Μαλαίοι ήταν ζαρωμένοι γύρω από μια σόμπα με κάρβουνα κι έπαιζαν με κοκάλινα ζάρια, δείχνοντας τα λευκά τους δόντια καθώς φλυαρούσαν μεταξύ τους. Σε μια γωνιά, με το κεφάλι χωμένο στα μπράτσα του, ένας ναυτικός ήταν πεσμένος σ᾿  ένα τραπέζι, και μπροστά στον φανταχτερό πάγκο τού μπαρ που έπιανε ολόκληρη τη μια πλευρά τού δωματίου, στέκονταν δυο εξαθλιωμένες γυναίκες και κορόιδευαν ένα γέρο που τίναζε το μανίκι τού πανωφοριού του με μια έκφραση αηδίας στο πρόσωπό του. «Νομίζει πως έχει κόκκινα μυρμήγκια πάνω του» γέλασε η μία, καθώς ο Ντόριαν περνούσε πλάι της. Ο άντρας την κοίταξε με τρόμο κι άρχισε να κλαψουρίζει.
Στην άλλη άκρη της αίθουσας υπήρχε μια σκαλίτσα που οδηγούσε σ᾿  ένα σκοτεινό δωμάτιο. Καθώς ο Ντόριαν ανέβαινε βιαστικά τα τρία ετοιμόρροπα σκαλοπάτια, τον πήρε η βαριά μυρωδιά τού όπιου. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τα ρουθούνια του τρεμούλιασαν από ευχαρίστηση. Μόλις μπήκε, ένας νέος άντρας με ίσια ξανθά μαλλιά που έσκυβε πάνω από μια λάμπα για ν᾿ ανάψει τη λεπτή του πίπα, σήκωσε τα μάτια, τον κοίταξε και τού έγνεψε διατακτικά.
«Εσύ εδώ, Άντριαν;» μουρμούρισε ο Ντόριαν.
«Πού  αλλού να είμαι;» αποκρίθηκε άτονα ο άλλος. «Κανένας απ᾿  τους φίλους δε μού μιλάει πια».
«Νόμιζα ότι είχες φύγει απ᾿  την Αγγλία».
«Ο Ντάρλινγκτον δεν πρόκειται να κάνει τίποτα. Ο αδελφός μου πλήρωσε τελικά το χρέος. Ούτε ο Τζωρτζ μού μιλάει πια... Δε με νοιάζει» πρόσθεσε αναστενάζοντας. «Όσο έχει κανείς αυτό το πράμα, δεν χρειάζεται φίλους. Μού φαίνεται πως είχα υπερβολικά πολλούς φίλους».
Ο Ντόριαν έκανε μια γκριμάτσα, και κοίταξε ολόγυρα τα αλλόκοτα πλάσματα που κείτονταν στα κουρελιασμένα στρώματα σε στάσεις φανταστικές. Τα συσπασμένα άκρα, τα στόματα που έχασκαν, τα θαμπά μάτια με το απλανές βλέμμα τον μάγευαν. Ήξερε σε τι παράξενους ουρανούς υπέφεραν, και ποια σκοτεινή κόλαση τούς μάθαινε το μυστικό μιας καινούριας χαράς. Η μοίρα τους ήταν καλύτερη από τη δική του. Εκείνος ήταν φυλακισμένος στις σκέψεις του. Οι αναμνήσεις, σαν μια φριχτή αρρώστια, τού κατέτρωγαν την ψυχή. Πότε πότε, τού φαινόταν πως έβλεπε τα μάτια τού Μπάζιλ Χόλγουορντ να τον κοιτάζουν. Μα ένιωθε πως δεν μπορούσε να μείνει εκεί. Η παρουσία του Άντριαν Σίνγκλετον τον ενοχλούσε. Ήθελε να βρεθεί σ᾿  ένα μέρος όπου κανένας δε θα τον ήξερε. Ήθελε να ξεφύγει απ᾿  τον εαυτό του.
«Θα πάω στο άλλο μαγαζί» είπε μετά από μια μικρή παύση.
«Στην αποβάθρα;»
«Ναι».
«Εκείνη η τρελή σίγουρα θα είν᾿  εκεί. Εδώ δεν τη βάζουνε μέσα πια».
Ο Ντόριαν ανασήκωσε τούς ώμους. «Σιχάθηκα τις γυναίκες που μ᾿ αγαπούν. Οι γυναίκες που με μισούν είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες. Εξάλλου, το πράμα εκεί είναι καλύτερο».
«Το ίδιο είναι».
«Εμένα μ᾿  αρέσει περισσότερο εκείνο. Έλα να πιούμε κάτι. Έχω ανάγκη από ένα ποτό».
«Δε θέλω να πιω τίποτα» μουρμούρισε ο νέος.
«Δεν πειράζει».
Ο Άντριαν Σίνγκλετον σηκώθηκε αργά κι ακολούθησε τον Ντόριαν στο μπαρ. Ένας μιγάς, με κουρελιασμένο σαρίκι και φθαρμένο πανωφόρι, τούς χαιρέτησε μ᾿ ένα αποκρουστικό χαμόγελο, σπρώχνοντας προς το μέρος τους ένα μπουκάλι μπράντι και δυο ποτήρια. Οι γυναίκες τούς πλησίασαν κι άρχισαν να φλυαρούν. Ο Ντόριαν τούς γύρισε την πλάτη και κάτι είπε χαμηλόφωνα στον Άντριαν Σίνγκλετον.
Ένα στραβό χαμόγελο σαν μαλαισιανό μαχαίρι παραμόρφωσε την όψη τής μιας γυναίκας. «Πολύ περήφανοι είμαστε απόψε» είπε κοροϊδευτικά.
«Για τ᾿  όνομα του Θεού, μη μού μιλάς» φώναξε ο Ντόριαν, χτυπώντας το πόδι του στο πάτωμα. «Τι θέλεις; Λεφτά; Πάρε. Και μη μού ξαναμιλήσεις ποτέ».
Δυο κόκκινες σπίθες φλόγισαν για μια στιγμή τα θολά μάτια τής γυναίκας κι αμέσως έσβησαν και τ᾿  άφησαν θαμπά και γυάλινα. Τίναξε το κεφάλι της προς τα πίσω κι άρπαξε τα κέρματα απ᾿  τον πάγκο με άπληστα δάχτυλα. Η συντρόφισσά της την κοίταξε φθονερά.
«Δεν έχει νόημα» αναστέναξε ο Άντριαν Σίνγκλετον. «Δε θέλω να γυρίσω πίσω. Είμαι πολύ ευτυχισμένος εδώ».
«Θα μού γράψεις αν χρειαστείς κάτι, εντάξει;» είπε ο Ντόριαν σε λίγο.
«Ίσως».
«Καληνύχτα, τότε».
«Καληνύχτα» αποκρίθηκε ο νέος, ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια και σκουπίζοντας το ξερό του στόμα μ᾿  ένα μαντίλι.
Ο Ντόριαν προχώρησε προς την πόρτα με μια έκφραση πόνου στο πρόσωπό του. Καθώς παραμέριζε την κουρτίνα, ένα απαίσιο γέλιο ακούστηκε απ᾿ τα βαμμένα χείλη τής γυναίκας που είχε πάρει τα χρήματά του.
«Φεύγει το παιδί τού διαβόλου!» φώναξε βραχνά, ενώ η φωνή της έσπαγε απ᾿  το λόξιγκα.
«Καταραμένη!» τής είπε. «Μη με λες έτσι!»
Εκείνη τού έκανε μια περιφρονητική χειρονομία. «Προτιμάς να σε φωνάζουν Χαριτωμένο Πρίγκιπα, έτσι;» ούρλιαζε πίσω του.
Ο μισοκοιμισμένος ναυτικός πετάχτηκε πάνω ξαφνιασμένος κι έριξε γύρω ένα άγριο βλέμμα. Άκουσε το θόρυβο της πόρτας που έκλεινε. Όρμησε έξω λες και κυνηγούσε κάποιον.
Ο Ντόριαν Γκρέυ προχωρούσε βιαστικά στην αποβάθρα μέσα στο ψιλόβροχο. Η συνάντησή του με τον Άντριαν Σίνγκλετον τον είχε συγκινήσει παράξενα, κι αναρωτιόταν αν η καταστροφή τού νεαρού οφειλόταν πράγματι σ᾿  αυτόν, όπως τόσο προσβλητικά και σκληρά τού είχε πει ο Μπάζιλ Χόλγουορντ. Δάγκωσε τα χείλη του, και για μερικά δευτερόλεπτα τα μάτια του πήραν μια θλιμμένη έκφραση. Αλλά, στο κάτω κάτω, τι τον ένοιαζε; Η ζωή μας είναι τόσο σύντομη, που δεν μπορούμε να φορτωθούμε και τα λάθη των άλλων στην πλάτη μας. Κάθε άνθρωπος ζει τη ζωή του και πληρώνει το τίμημα που τού αναλογεί για τη ζωή που διαλέγει. Το κακό είναι μόνο ότι πληρώνει πολλές φορές για ένα και μόνο σφάλμα. Πραγματικά, στη ζωή μας πληρώνουμε και ξαναπληρώνουμε. Στις συναλλαγές της με τούς ανθρώπους η μοίρα δεν κλείνει ποτέ τούς λογαριασμούς της.
Υπάρχουν στιγμές, μάς λένε οι ψυχολόγοι, που το πάθος για την αμαρτία, ή γι᾿  αυτό που ο κόσμος αποκαλεί αμαρτία, κυριαρχεί τόσο πάνω, σ᾿  έναν άνθρωπο, που κάθε ίνα τού κορμιού, όπως και κάθε κύτταρο τού εγκεφάλου, μοιάζει με ένστικτο γεμάτο φοβερές παρορμήσεις. Άντρες και γυναίκες σε τέτοιες στιγμές χάνουν την ελευθερία τής βούλησής τους. Προχωρούν προς το τρομερό τους τέλος σαν ανδρείκελα. Η δυνατότητα τής επιλογής τούς έχει αφαιρεθεί και η συνείδησή τους σκοτώνεται, μα κι αν ακόμα ζήσει, ζει μονάχα για να δώσει στην εξέγερση τη γοητεία της και στην ανυπακοή τη χάρη της. Γιατί όλα τα αμαρτήματα - οι θεολόγοι δεν κουράζονται ποτέ να μάς το θυμίζουν - είναι αμαρτήματα ανυπακοής. Όταν εκείνο το υψηλό πνεύμα, ο Εωσφόρος  τού κακού, έπεσε από τον ουρανό, έπεσε σαν επαναστάτης.
Σκληρός, με τη σκέψη συγκεντρωμένη στο κακό, με το μυαλό κηλιδωμένο και την ψυχή διψασμένη για εξέγερση, ο Ντόριαν Γκρέυ προχωρούσε βιαστικά, επιτάχυνε το βήμα του όλο και πιο πολύ, και στρίβοντας μέσα σε μια σκοτεινή στοά, που χρησιμοποιούσε συχνά για να κόβει δρόμο πηγαίνοντας στο κακόφημο καταγώγιο που ήταν ο προορισμός του και τώρα, ένιωσε να τον αρπάζουν από πίσω, και πριν προλάβει να αμυνθεί, βρέθηκε με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο κι ένα κτηνώδες χέρι γύρω απ᾿  το λαιμό του.
Πάλεψε με λύσσα για να σωθεί, και με μια τρομερή προσπάθεια κατάφερε να τραβήξει από πάνω του τα δάχτυλα που τον έσφιγγαν. Την ίδια στιγμή, άκουσε το κλικ ενός περιστρόφου, κι είδε τη λάμψη τής γυαλιστερής κάνης να σημαδεύει το κεφάλι του και τη σκοτεινή μορφή ενός κοντού γεροδεμένου άντρα να στέκεται μπροστά του.
«Τι θέλεις;» κατάφερε να πει λαχανιασμένος.
«Κάτσε ήσυχα» είπε ο άντρας. «Αν κουνηθείς, πυροβολώ».
«Είσαι τρελός. Τι σού έκανα;»
«Κατέστρεψες τη ζωή τής Σίμπυλ Βέιν» τού απάντησε, «και η Σίμπυλ Βέιν ήταν αδελφή μου. Αυτοκτόνησε. Το ξέρω. Εσύ φταις για το θάνατό της. Ορκίστηκα πως θα σε σκότωνα. Χρόνια ολόκληρα σε ψάχνω. Δεν είχα κανένα στοιχείο, δεν ήξερα τίποτε για σένα. Οι δύο άνθρωποι που θα μπορούσαν να σε περιγράψουν, ήταν νεκροί. Δεν ήξερα τίποτ᾿  άλλο εκτός απ᾿  το χαϊδευτικό όνομα που σε φώναζε εκείνη. Απόψε το άκουσα τυχαία. Ζήτα συγχώρεση απ᾿  το Θεό, γιατί απόψε θα πεθάνεις».
Ο Ντόριαν Γκρέυ ένιωσε να λιγοθυμάει απ᾿  το φόβο του. «Δεν τη γνώρισα ποτέ» τραύλισε. «Ούτε καν τ᾿  όνομά της δεν έχω ακούσει. Είσαι τρελός».
«Καλύτερα να εξομολογηθείς την αμαρτία σου, γιατί να μη λένε Τζέιμς Βέιν, απόψε θα πεθάνεις». Η στιγμή ήταν τρομερή. Ο Ντόριαν δεν ήξερε τι να πει ή τι να κάνει. «Πέσε στα γόνατα!» γρύλισε ο άντρας. «Σού δίνω ένα λεπτό να κάνεις την προσευχή σου - ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Σαλπάρω απόψε για την Ινδία, και πρέπει να τελειώνω. Ένα λεπτό σού δίνω μόνο».
Τα χέρια του Ντόριαν έπεσαν άτονα στα πλευρά του. Παραλυμένος απ᾿  τον τρόμο, δεν ήξερε τι να κάνει. Ξαφνικά, μια τρελή ελπίδα πέρασε σαν αστραπή απ᾿  το μυαλό του. «Σταμάτα!» φώναξε. «Πόσο καιρό έχει που πέθανε η αδελφή σου; Γρήγορα, πες μου!» , «Δεκαοχτώ χρόνια» είπε ο άντρας. «Γιατί με ρωτάς; Τι σημασία έχουν τα χρόνια;»
«Δεκαοχτώ χρόνια» γέλασε ο Ντόριαν Γκρέυ, μ᾿  έναν τόνο θριάμβου στη φωνή του. «Δεκαοχτώ χρόνια! Πήγαινέ με κάτω απ᾿  τη λάμπα και δες το πρόσωπό μου».
Ο Τζέιμς Βέιν δίστασε για μια στιγμή, μην καταλαβαίνοντας τι ήθελε ο Ντόριαν να τού πει. Έπειτα τον άρπαξε και τον τράβηξε έξω απ᾿  τη στοά.
Όσο αχνό και τρεμάμενο κι αν ήταν το φως τής λάμπας που τη χτυπούσε ο άνεμος, έφτανε για να τού δείξει το φοβερό λάθος που ως φαίνεται είχε κάνει, γιατί το πρόσωπο τού άντρα που ήθελε να σκοτώσει είχε όλο το σφρίγος τής εφηβείας, όλη την ακηλίδωτη αγνότητα τής νιότης. Έδειχνε λίγο μεγαλύτερος από έναν έφηβο είκοσι χρονών, ελάχιστα μεγαλύτερος ή στην ίδια ηλικία που είχε η αδελφή του όταν χώρισαν πριν από τόσα χρόνια. Ήταν φανερό πως δεν ήταν αυτός ο άνθρωπος που τής είχε καταστρέψει τη ζωή.
Τον άφησε κι έκανε λίγο πίσω. «Θεέ μου! Θεέ μου!» φώναξε, «κι εγώ θα σε σκότωνα!»
Ο Ντόριαν Γκρέυ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Παραλίγο να κάνεις ένα φοβερό έγκλημα, άνθρωπέ μου» είπε, κοιτάζοντάς τον αυστηρά. «Αυτό πρέπει να σού γίνει μάθημα και να μην ξαναπάρεις την εκδίκηση με τα χέρια σου».
«Συγχωρέστε με, κύριε» μουρμούρισε ο Τζέιμς Βέιν. «Γελάστηκα. Μια λέξη που άκουσα τυχαία σ᾿  εκείνο το καταραμένο καταγώγιο μ᾿  έστειλε σε λάθος άνθρωπο».
«Καλά θα κάνεις να πας στο σπίτι σου και να κρύψεις αυτό το πιστόλι, αλλιώτικα θα ᾿χεις μπλεξίματα» είπε ο Ντόριαν Γκρέυ, έκανε μεταβολή και κατηφόρισε αργά το δρόμο.
Ο Τζέιμς Βέιν έμεινε στο πεζοδρόμιο κοκαλωμένος απ᾿  τη φρίκη. Έτρεμε ολόκληρος. Σε λίγο, μια μαύρη σκιά που περπατούσε αργά δίπλα στον υγρό τοίχο βγήκε στο φως και τον πλησίασε αθόρυβα. Ένιωσε ένα χέρι ν᾿  ακουμπάει στο μπράτσο του κι έστρεψε ξαφνιασμένος το κεφάλι του. Ήταν μια από τις δυο γυναίκες που έπιναν στο μπαρ.
«Γιατί δεν τον σκότωσες;» σφύριξε, πλησιάζοντας το τσακισμένο της πρόσωπο στο δικό του. «Το ήξερα ότι τον είχες πάρει από πίσω όταν έφυγες τρέχοντας από τού Ντάλι. Ηλίθιε! Έπρεπε να τον σκοτώσεις. Έχει πολλά λεφτά και είναι πιο κακός κι από το σατανά».
«Δεν είναι ο άνθρωπος που γυρεύω» αποκρίθηκε εκείνος, «και δε θέλω τα λεφτά κανενός. Αυτό που θέλω είναι η ζωή ενός άντρα. Κι ο άντρας που θέλω να σκοτώσω πρέπει να ᾿ναι γύρω στα σαράντα τώρα. Αυτός εδώ είναι σχεδόν παιδί. Δόξα τω Θεώ, δεν έβαψα τα χέρια μου με το αίμα του».
Η γυναίκα γέλασε πικρά. «Σχεδόν παιδί!» γέλασε σαρκαστικά. «Για τ᾿  όνομα του Θεού, άνθρωπέ μου, κοντεύουν δεκαοχτώ χρόνια από τότε που ο Χαριτωμένος Πρίγκιπας μ᾿  έκανε αυτό που είμαι τώρα».
«Λες ψέματα!» φώναξε ο Τζέιμς Βέιν.
Εκείνη σήκωσε το χέρι της προς τον ουρανό. «Ορκίζομαι στο Θεό πως λέω την αλήθεια» φώναξε.
«Ορκίζεσαι στο Θεό;»
«Να με χτυπήσει αστροπελέκι και να μού κόψει τη μιλιά. Είναι ο χειρότερος απ᾿  όσους έρχονται εδώ. Λένε ότι πούλησε την ψυχή του στο διάβολο για ένα ωραίο πρόσωπο. Πάνε δεκαοχτώ χρόνια που τον γνώρισα και σχεδόν δεν έχει αλλάξει από τότε. Εγώ όμως άλλαξα πολύ» πρόσθεσε, κοιτάζοντάς τον λοξά μ᾿  ένα πολύξερο, αρρωστιάρικο βλέμμα.
«Τ᾿  ορκίζεσαι;»
«Τ᾿  ορκίζομαι» ακούστηκε σαν βραχνή ηχώ η απάντηση από το πλαδαρό της στόμα. «Μη με προδώσεις όμως» κλαψούρισε, «τον φοβάμαι. Δώσ᾿  μου λίγα λεφτά για να κοιμηθώ κάπου το βράδυ».
Έφυγε από κοντά της με μια βρισιά κι έτρεξε στη γωνιά τού δρόμου, αλλά ο Ντόριαν Γκρέυ είχε εξαφανιστεί. Όταν γύρισε να κοιτάξει πίσω, είχε εξαφανιστεί και η γυναίκα.

17

Μια βδομάδα αργότερα, ο Ντόριαν Γκρέυ καθόταν στο θερμοκήπιο τού Σέλμπι Ρόγιαλ και μιλούσε με τη χαριτωμένη δούκισσα τού Μόνμαουθ, που μαζί με τον άντρα της, έναν κουρασμένο εξηντάρη, συμπεριλαμβανόταν στην παρέα των φίλων που είχε προσκαλέσει στο εξοχικό του. Ήταν ώρα για το απογευματινό τσάι, και το απαλό φως τής τεράστιας λάμπας με το δαντελένιο αμπαζούρ πάνω στο τραπέζι φώτιζε τη λεπτή πορσελάνη και τα σφυρήλατα ασημικά τού σερβίτσιου καθώς η δούκισσα σερβίριζε το τσάι. Τα λευκά της χέρια έπιαναν με λεπτότητα τα φλιτζάνια, και τα σαρκώδη κόκκινα χείλη της χαμογελούσαν με κάτι που τής είχε ψιθυρίσει ο Ντόριαν. Ο λόρδος Χένρυ ήταν ξαπλωμένος σε μια ψάθινη πολυθρόνα με μεταξωτό κάλυμμα και τούς κοιτούσε. Σ᾿  ένα ντιβάνι στο χρώμα τού ροδάκινου καθόταν η λαίδη Νάρμπορω κι έκανε πως ακούει το δούκα που τής περιέγραφε το τελευταίο σκαθάρι τής Βραζιλίας που είχε προσθέσει στη συλλογή του. Τρεις νεαροί με κομψά σμόκιν πρόσφεραν βουτήματα σε μερικές από τις κυρίες τής συντροφιάς. Οι φιλοξενούμενοι ήταν δώδεκα, και την επόμενη μέρα θα κατέφταναν κι άλλοι.
«Τι συζητάτε εσείς οι δύο;» είπε ο λόρδος Χένρυ, πλησιάζοντας κι αφήνοντας το φλιτζάνι του στο τραπέζι. «Ελπίζω, Γκλάντις, ο Ντόριαν να σού μίλησε για το σχέδιό μου να ξαναβαφτίσω τα πάντα. Είναι μια υπέροχη ιδέα».
«Εγώ όμως δε θέλω να ξαναβαφτιστώ, Χάρυ» αποκρίθηκε η δούκισσα, κοιτάζοντάς τον με τα υπέροχα μάτια της. «Είμαι πολύ ικανοποιημένη με τ᾿  όνομά μου, και είμαι σίγουρη πως και ο κύριος Γκρέυ είναι ικανοποιημένος με το δικό του».
«Αγαπητή μου Γκλάντις, για τίποτα στον κόσμο δε θ᾿  άλλαζα τα δικά σας ονόματα. Είναι και τα δύο τέλεια. Στο νου μου είχα κυρίως τα λουλούδια. Χτες έκοψα μια ορχιδέα για την μπουτονιέρα μου. Ήταν ένα υπέροχο πραγματάκι όλο κηλίδες, κι ελκυστικό σαν τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα. Σε μια στιγμή απερισκεψίας ρώτησα έναν κηπουρό πώς το λένε. Μου είπε πως είναι ένα πολύ καλό δείγμα Ροβινσωνιάνας, ή κάτι παρόμοιο εξίσου απαίσιο. Είναι μια θλιβερή αλήθεια, αλλά έχουμε χάσει την ικανότητα να δίνουμε όμορφα ονόματα στα πράγματα. Τα ονόματα είναι το παν. Δεν έχω ποτέ αντίρρηση για τις πράξεις. Η μοναδική μου αντίρρηση αφορά τις λέξεις. Αυτός είναι και ο λόγος που απεχθάνομαι τον χυδαίο ρεαλισμό στη λογοτεχνία. Τον άνθρωπο που λέει τη σκάφη "σκάφη¨, θα ᾿πρεπε να τον αναγκάσουν να κάνει τη μπουγάδα. Μόνο γι᾿  αυτό είναι κατάλληλος».
«Εσένα τότε πώς έπρεπε να σε φωνάζουμε, Χάρυ;» ρώτησε εκείνη.
«Τ᾿  όνομά του είναι Πρίγκιπας τού Παράδοξου» είπε ο Ντόριαν.
«Τον αναγνωρίζω αμέσως» αναφώνησε η δούκισσα.
«Δε θέλω ούτε να τ᾿  ακούω» γέλασε ο λόρδος Χένρυ, βουλιάζοντας σε μια πολυθρόνα. «Απ᾿  τη συκοφαντία δεν ξεφεύγει κανείς! Αρνούμαι τον τίτλο».
«Οι βασιλείς δεν μπορούν να παραιτηθούν» τού υπενθύμισαν δυο χαριτωμένα χείλη.
«Θέλεις λοιπόν να υπερασπιστώ το θρόνο μου;»
«Ναι».
«Λέω τις αυριανές αλήθειες».
«Προτιμώ τα λάθη τού σήμερα» απάντησε εκείνη.
«Με αφοπλίζεις, Γκλάντις» φώναξε εκείνος, συλλαμβάνοντας την πεισματώδη διάθεσή της.
«Σού παίρνω την ασπίδα, Χάρυ, όχι το ακόντιο».
«Ποτέ δεν κονταρομαχώ με την Ομορφιά» είπε εκείνος με μια αβρή κίνηση τού χεριού.
«Αυτό είναι το λάθος σου, Χάρυ, πίστεψέ με. Δίνεις υπερβολική αξία στην ομορφιά».
«Πώς μπορείς να το λες αυτό; Παραδέχομαι πως πιστεύω ότι είναι καλύτερο να είσαι όμορφος παρά καλός. Απ᾿  την άλλη μεριά όμως, πρώτος απ᾿  όλους παραδέχομαι ότι είναι προτιμότερο να ᾿σαι καλός παρά άσχημος».
«Η ασχήμια είναι δηλαδή ένα απ᾿  τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα;» φώναξε η δούκισσα. «Και με την  παρομοίωσή σου με την ορχιδέα τι γίνεται;»
«Η ασχήμια είναι μια από τις εφτά θανάσιμες αρετές, Γκλάντις. Εσύ, σαν καλή συντηρητική, δεν πρέπει να τις υποτιμάς. Η μπίρα, η Βίβλος και οι εφτά θανάσιμες αρετές έκαναν την Αγγλία μας αυτό που είναι σήμερα».
«Δε σού αρέσει λοιπόν η χώρα σου;» ρώτησε εκείνη.
«Ζω σ᾿  αυτήν».
«Για να μπορείς να την κριτικάρεις πιο εύκολα».
«Θα ᾿θελες να δεχτώ την ετυμηγορία τής Ευρώπης γι᾿  αυτήν;» ρώτησε ο λόρδος Χένρυ.
«Τι λένε για μάς;»
«Ότι ο Ταρτούφος (1) μετανάστευσε στην Αγγλία κι άνοιξε μαγαζί».
«Δικό σου είν᾿  αυτό Χάρυ;»
«Σού το χαρίζω».
«Δε θα μπορούσα να το χρησιμοποιήσω. Παραείναι αληθινό».
«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Οι συμπατριώτες μας ποτέ δεν αναγνωρίζουν κάτι απ᾿  την περιγραφή του».
«Είναι πρακτικοί άνθρωποι».
«Είναι περισσότερο πανούργοι παρά πρακτικοί. Όταν κάνουν τον ισολογισμό τους, ισοζυγίζουν την ηλιθιότητα με τον πλούτο, και τη διαφθορά με την υποκρισία».
«Κι όμως, έχουμε κάνει μεγάλα πράγματα».
«Τα μεγάλα πράγματα μάς έχουν επιβληθεί, Γκλάντις».
«Κουβαλήσαμε όμως το φορτίο τους».
«Μονάχα ως το χρηματιστήριο».
Η δούκισσα κούνησε το κεφάλι της. «Εγώ πιστεύω στη φυλή μας» φώναξε.
«Αντιπροσωπεύει την επιβίωση των φιλόδοξων».
«Έχει μέσα της την ανάπτυξη».
«Η παρακμή με γοητεύει περισσότερο».
«Και η τέχνη τι είναι;»
«Μια αρρώστια».
«Ο έρωτας;»
«Μια ψευδαίσθηση».
«Η θρησκεία ;»
«Υποκατάστατο τής πίστης, πολύ τής μόδας».
«Είσαι σκεπτικιστής».
«Ποτέ! Ο σκεπτικισμός είναι η αρχή τής πίστης».
«Τι είσαι, λοιπόν;»
«Ορίζω σημαίνει περιορίζω».
«Δώσε μου ένα μίτο».
«Ο μίτος τής Αριάδνης σπάζει. Θα ᾿χανες το δρόμο σου στο λαβύρινθο».
«Με μπερδεύεις. Ας μιλήσουμε για κανέναν άλλον».
«Ο οικοδεσπότης μας είναι υπέροχο θέμα. Πριν από πολλά χρόνια βαφτίστηκε Χαριτωμένος Πρίγκιπας».
«Αχ! Μη μού το θυμίζεις» φώναξε ο Ντόριαν Γκρέυ.
«Ο οικοδεσπότης μας είναι μάλλον απαίσιος απόψε» είπε η δούκισσα κοκκινίζοντας. «Θα νομίζει ασφαλώς ότι ο Μόνμαουθ με παντρεύτηκε για αποκλειστικά επιστημονικούς λόγους, σαν το καλύτερο δείγμα μοντέρνας πεταλούδας που μπορούσε να βρει».
«Ελπίζω να μη σας τρυπάει με καρφίτσες, δούκισσα» γέλασε ο Ντόριαν.
«Α, αυτό το έχει αναλάβει η καμαριέρα μου, κύριε Γκρέυ, όταν είναι θυμωμένη μαζί μου».
«Και για ποιο λόγο θυμώνει μαζί σας, δούκισσα;»
«Για τα πιο ασήμαντα πράγματα, κύριε Γκρέυ, σας διαβεβαιώ. Συνήθως γιατί γυρίζω σπίτι στις εννιά παρά δέκα και τής λέω ότι πρέπει να είμαι ντυμένη στις οχτώμισι».
«Τι παράλογο εκ μέρους της! Θα ᾿πρεπε να την απολύσετε».
«Δεν τολμώ, κύριε Γκρέυ. Δεν τολμώ, γιατί μού φτιάχνει τα πιο υπέροχα καπέλα. Θυμάστε εκείνο που φορούσα στο γκάρντεν πάρτι της λαίδης Χίλστοουν; Δεν το θυμάστε, αλλά είναι πολύ ευγενικό που προσποιείστε ότι το θυμάστε. Ε, λοιπόν, αυτή το είχε φτιάξει, με το τίποτα. Όλα τα καλά καπέλα είναι φτιαγμένα με το τίποτα».
«Όπως και κάθε καλή φήμη, Γκλάντις» τη διέκοψε ο λόρδος Χένρυ. «Κάθε εντύπωση που προκαλεί κανείς, τού δημιουργεί κι έναν εχθρό. Για να είναι κανείς δημοφιλής, πρέπει να είναι μετριότητα».
«Αυτό δεν ισχύει για τις γυναίκες» είπε η δούκισσα κουνώντας το κεφάλι, «και οι γυναίκες κυβερνούν τον κόσμο. Σάς διαβεβαιώ ότι δεν ανεχόμαστε τις μετριότητες. Εμείς οι γυναίκες, όπως είπε κάποιος, αγαπάμε με τ᾿  αυτιά μας, ενώ εσείς οι άντρες αγαπάτε με τα μάτια σας, αν ποτέ αγαπήσετε».
«Μού φαίνεται ότι δεν κάνουμε και τίποτ᾿  άλλο» μουρμούρισε ο Ντόριαν.
«Α! Τότε δεν αγαπάτε ποτέ πραγματικά, κύριε Γκρέυ» αποκρίθηκε η δούκισσα με προσποιητή θλίψη.
«Αγαπητή μου Γκλάντις!» φώναξε ο λόρδος Χένρυ. «Πώς μπορείς να το λες αυτό; Το ρομάντζο ζει με την επανάληψη, και η επανάληψη μετατρέπει μια απλή όρεξη σε τέχνη. Άλλωστε, κάθε φορά που αγαπά κανείς είναι η μοναδική φορά που αγάπησε. Το γεγονός ότι τα αντικείμενα είναι διαφορετικά δεν αλλάζει τη μοναδικότητα τού πάθους. Απλώς την επιτείνει. Στη ζωή μπορούμε να έχουμε μόνο μια μεγάλη εμπειρία, στην καλύτερη περίπτωση, και το μυστικό τής ζωής είναι να ξαναζούμε αυτή την εμπειρία όσο πιο συχνά γίνεται».
«Ακόμα και όταν έχουμε πληγωθεί απ᾿  αυτήν, Χάρυ;» ρώτησε η δούκισσα μετά από μια μικρή παύση.
«Ειδικά όταν έχουμε πληγωθεί απ᾿  αυτήν» απάντησε ο λόρδος Χένρυ.
Η δούκισσα γύρισε και κοίταξε τον Ντόριαν Γκρέυ με μια περίεργη έκφραση στα μάτια της. «Τι  λέτε εσείς γι᾿  αυτό, κύριε Γκρέυ;» ρώτησε
Ο Ντόριαν δίστασε για μια στιγμή. Ύστερα έγειρε πίσω το κεφάλι και γέλασε. «Πάντα συμφωνώ με τον Χάρυ, δούκισσα».
«Ακόμα κι όταν κάνει λάθος;»
«Ο Χάρυ δεν κάνει ποτέ λάθος, δούκισσα».
«Και η φιλοσοφία του σας κάνει ευτυχισμένο;»
«Ποτέ δεν αναζήτησα την ευτυχία. Ποιος τη θέλει την ευτυχία; Αναζήτησα την απόλαυση».
«Και τη βρήκατε, κύριε Γκρέυ;»
«Πολλές φορές. Πάρα πολλές φορές».
Η δούκισσα αναστέναξε. «Εγώ αναζητώ τη γαλήνη» είπε, «κι αν δεν πάω να ντυθώ, δε θα βρω καθόλου τη γαλήνη μου απόψε».
«Επιτρέψτε μου να σάς φέρω μερικές ορχιδέες, δούκισσα» φώναξε ο Ντόριαν, ενώ σηκωνόταν ορμητικά και κατευθυνόταν στην άλλη άκρη τού θερμοκηπίου.
«Φλερτάρεις ξεδιάντροπα μαζί του» είπε ο λόρδος Χένρυ στην ξαδέλφη του. «Καλά θα κάνεις να προσέχεις. Είναι πάρα πολύ γοητευτικός».
«Αν δεν ήταν, δε θα γινόταν μάχη».
«Έλληνας με Έλληνα, δηλαδή;»
«Εγώ είμαι με τη μεριά των Τρώων. Πολέμησαν για μια γυναίκα».
«Και νικήθηκαν».
«Υπάρχουν και χειρότερα απ᾿  την αιχμαλωσία» είπε εκείνη.
« Καλπάζεις αχαλίνωτα».
«Η ταχύτητα δίνει ζωή» ήταν η απάντησή της.
«Θα το γράψω στο ημερολόγιό μου απόψε».
«Τι πράγμα;»
«Ότι ένα παιδί που κάηκε, αγαπάει τη φωτιά».
«Ούτε καν καψαλίστηκα. Τα φτερά μου είναι ανέγγιχτα».
«Τα φτερά σου τα χρησιμοποιείς για οτιδήποτε άλλο εκτός απ᾿  το να πετάς».
«Το θάρρος έχει φύγει από τους άντρες κι έχει έρθει στις γυναίκες. Είναι μια νέα εμπειρία για μάς».
«Έχεις μια αντίζηλο».
«Ποια;»
Εκείνος γέλασε. «Τη λαίδη Νάρμπορω» τής ψιθύρισε. «Κυριολεκτικά τον λατρεύει».
«Με γεμίζεις αγωνία. Η γοητεία τής αρχαιότητας είναι μοιραία για μάς τούς ρομαντικούς».
«Τούς ρομαντικούς; Εσύ χρησιμοποιείς όλες τις μεθόδους τής επιστήμης».
«Οι άντρες μάς μόρφωσαν».
«Αλλά δε σάς εξήγησαν».
«Κάνε μια περιγραφή τού φύλου μας» τον προκάλεσε.
«Είστε Σφίγγες χωρίς μυστικά».
Τον κοίταξε χαμογελώντας. «Πόσο αργεί ο κύριος Γκρέυ!» είπε. «Ας πάμε να τον βοηθήσουμε. Δεν τού είπα το χρώμα τού φορέματός  μου».
«Α! Πρέπει να ταιριάξεις το φόρεμά σου με τα λουλούδια του, Γλάντις».
«Αυτό θα ᾿ταν πρόωρη παράδοση».
«Η ρομαντική τέχνη αρχίζει με την κορύφωση».
«Πρέπει να κρατήσω κι ένα δρόμο υποχώρησης».
 «Όπως οι Πάρθοι;»
«Εκείνοι σώθηκαν καταφεύγοντας στην έρημο. Εγώ δε θα μπορούσα να το κάνω αυτό».
«Οι γυναίκες δεν έχουν πάντα το δικαίωμα τής επιλογής» απάντησε εκείνος, αλλά δεν είχε προλάβει να τελειώσει τη φράση του, κι απ᾿  το βάθος τού θερμοκηπίου ακούστηκε ένα πνιγμένο βογκητό κι αμέσως μετά ένας δυνατός γδούπος. Πετάχτηκαν όλοι πάνω. Η δούκισσα έμεινε παγωμένη απ᾿  τον τρόμο. Με τα μάτια γεμάτα φόβο ο λόρδος Χένρυ έτρεξε ανάμεσα στους φοίνικες και βρήκε τον Ντόριαν Γκρέυ να κείτεται μπρούμυτα στα πλακάκια λιπόθυμος, σαν πεθαμένος.
Τον μετέφεραν αμέσως στο γαλάζιο σαλόνι και τον ξάπλωσαν σ᾿  έναν καναπέ. Σε λίγο συνήλθε και κοίταξε γύρω του ζαλισμένος.
«Τι έγινε;» ρώτησε. «Α! Θυμάμαι. Είμαι ασφαλής εδώ, Χάρυ;» Άρχισε να τρέμει.
«Αγαπητέ μου Ντόριαν» αποκρίθηκε ο λόρδος Χένρυ, «απλώς λιποθύμησες. Αυτό είν᾿  όλο. Πρέπει να ᾿σαι πολύ κουρασμένος. Καλύτερα να μην κατέβεις για το δείπνο. Θα σε αντικαταστήσω εγώ».
«Όχι, θα κατέβω» είπε εκείνος, προσπαθώντας με κόπο να σηκωθεί. «Προτιμώ να κατέβω. Δεν πρέπει να μείνω μόνος».
Πήγε στο δωμάτιό του και ντύθηκε. Στο τραπέζι η συμπεριφορά του φανέρωνε μιαν άγρια και αχαλίνωτη ευθυμία, αλλά πότε πότε ένα ρίγος τρόμου τον διαπερνούσε όταν θυμόταν πως, κολλημένο στο παράθυρο τού θερμοκηπίου, σαν λευκό μαντίλι, είχε δει το πρόσωπο τού Τζέιμς Βέιν να τον παρακολουθεί.

(1) Ταρτούφος:  Ο ήρωας τού Μολιέρου. Σύμβολο τής υποκρισίας.

18

Την επόμενη μέρα, δε βγήκε καθόλου από το σπίτι. Πέρασε την περισσότερη ώρα στο δωμάτιό του, άρρωστος σχεδόν από έναν άγριο τρόμο ότι θα πέθαινε, κι ωστόσο αδιάφορος για την ίδια τη ζωή. Η αίσθηση ότι κάποιος τον κυνηγούσε, τον έψαχνε και παρακολουθούσε κάθε του κίνηση, είχε αρχίσει να τον καταδυναστεύει. Μόλις οι κουρτίνες τρέμιζαν απ᾿  τον αέρα, ανατρίχιαζε. Τα νεκρά φύλλα που τα χτυπούσε ο άνεμος πάνω στα τζάμια, τού φαίνονταν σαν τις σπαταλημένες αποφάσεις του και τις άγριες τύψεις που τον βασάνιζαν. Όταν έκλεινε τα μάτια, έβλεπε ξανά το πρόσωπο τού ναυτικού να τον κοιτάζει μέσ᾿  απ᾿  το θαμπό τζάμι, κι ο τρόμος άπλωνε γι᾿  άλλη μια φορά το χέρι του πάνω στην καρδιά του.
Ίσως όμως να ήταν η φαντασία του αυτή που είχε καλέσει την εκδίκηση από το σκοτεινό βασίλειο τής νύχτας και τού έφερνε μπροστά στα μάτια τις πιο φριχτές μορφές τής τιμωρίας. Η πραγματική ζωή είναι ένα χάος, στη φαντασία όμως υπάρχει κάτι τρομερά λογικό. Η φαντασία είναι αυτή που στέλνει τη μεταμέλεια να κυνηγήσει σαν το σκυλί τα ίχνη τής αμαρτίας. Η φαντασία είναι αυτή που σε κάθε έγκλημα φορτώνει και το βάρος των τρομερών συνεπειών του. Στον κοινό κόσμο των γεγονότων οι κακοί δεν τιμωρούνται, ούτε οι καλοί ανταμείβονται. Η επιτυχία προσφέρεται στους δυνατούς, και στους αδύναμους επιβάλλεται η αποτυχία. Αυτό είν᾿  όλο. Εξάλλου, αν κάποιος ξένος κυκλοφορούσε γύρω από το σπίτι, θα τον έβλεπαν οι υπηρέτες ή οι φύλακες. Αν είχαν βρεθεί ίχνη βημάτων στα παρτέρια των λουλουδιών, οι κηπουροί θα το είχαν αναφέρει. Ναι, φαντασία του ήταν όλα. Ο αδελφός τής Σίμπυλ Βέιν δεν είχε γυρίσει για να τον σκοτώσει. Είχε σαλπάρει με το καράβι του για να πνιγεί σε κάποια χειμωνιάτικη θάλασσα. Απ᾿  αυτόν τουλάχιστον ήταν ασφαλής. Δεν ήξερε ποιος ήταν κι ούτε μπορούσε να το μάθει. Η μάσκα τής νιότης τον είχε σώσει.
Όμως αν ήταν όλα μια ψευδαίσθηση, τι τρομερή που ήταν η σκέψη ότι η συνείδηση μπορούσε να ξυπνήσει τέτοια φοβερά φαντάσματα, να τούς δώσει μορφή ανθρώπινη και να τα κάνει να κινούνται μπροστά σου! Τι ζωή θα ήταν αυτή που θα ζούσε, αν μέρα και νύχτα οι σκιές τού εγκλήματός του τον παρακολουθούσαν από σιωπηλές γωνιές και τον κορόιδευαν μέσ᾿  απ᾿  τις κρυψώνες τους, ψιθύριζαν στ᾿  αυτί του ενώ καθόταν στο τραπέζι τού γλεντιού και τον ξυπνούσαν με τα παγωμένα τους δάχτυλα την ώρα που κοιμόταν! Μόλις η σκέψη αυτή τρύπωσε στο μυαλό του, χλώμιασε από τρόμο και τού φάνηκε ξαφνικά πως ο αέρας είχε γίνει ψυχρότερος. Σε τι άγρια στιγμή τρέλας είχε σκοτώσει το φίλο του! Πόσο φρικαλέα ήταν η ανάμνηση και μόνο τής σκηνής! Την ξανάβλεπε μπροστά του. Κάθε φριχτή λεπτομέρεια τού ξανάρθε στο μυαλό πιο αποτρόπαιη παρά ποτέ. Μέσ᾿  απ᾿  τη μαύρη σπηλιά τού χρόνου, τρομακτική και τυλιγμένη στα κόκκινα, πρόβαλε η εικόνα τής αμαρτίας του. Όταν ο λόρδος Χένρυ μπήκε στο δωμάτιό του στις έξι η ώρα, τον βρήκε να κλαίει, όπως κλαίνε αυτοί που η καρδιά τους πάει να σπάσει.
Μόνο την τρίτη μέρα τόλμησε να βγει από το σπίτι. Υπήρχε κάτι στην καθαρή, αρωματισμένη με πεύκο ατμόσφαιρα τού χειμωνιάτικου εκείνου πρωινού που τού ξανάφερε την παλιά του χαρά και το πάθος για τη ζωή. Δεν ήταν όμως μόνο το φυσικό περιβάλλον που είχε προκαλέσει την αλλαγή. Η ίδια του η φύση είχε επαναστατήσει ενάντια στην υπερβολή τής αγωνίας, που είχε προσπαθήσει να ακρωτηριάσει και να καταστρέψει την τελειότητα τής ηρεμίας του. Με τους λεπτούς κι ευαίσθητους χαρακτήρες έτσι γίνεται πάντα. Τα δυνατά τους πάθη ή θα τους συντρίψουν ή θα συντριβούν. Ή σκοτώνουν τον άνθρωπο ή πεθαίνουν τα ίδια. Οι ρηχές λύπες και οι ρηχοί έρωτες επιβιώνουν. Οι μεγάλοι έρωτες και οι μεγάλες λύπες καταστρέφονται από την ίδια τους την ένταση. Είχε πείσει άλλωστε τον εαυτό του ότι είχε πέσει θύμα τής τρομοκρατημένης του φαντασίας, και αντιμετώπιζε τώρα τούς φόβους του με κάποιο οίκτο κι αρκετή περιφρόνηση.
Μετά το πρόγευμα, περπάτησε μια ώρα στον κήπο με τη δούκισσα, κι έπειτα διέσχισε το πάρκο με την άμαξα για να συναντήσει τη συντροφιά που είχε βγει για κυνήγι. Η τριζάτη πάχνη είχε πασπαλίσει το χορτάρι σαν αλάτι. Ο ουρανός έμοιαζε με ανεστραμμένο κύπελλο από γαλάζιο μέταλλο. Ένα λεπτό στρώμα πάγου σκέπαζε τις όχθες τής καλαμόφυτης λίμνης.
Στην άκρη τού πευκοδάσους το μάτι του πήρε τον Τζώφρεϋ Κλάουστον, τον αδελφό τής δούκισσας, να πετάει απ᾿  το όπλο του δυο άδεια φυσίγγια. Πήδησε απ᾿  το αμάξι, είπε στον ιπποκόμο του να πάει τη φοράδα στο σπίτι, και προχώρησε να συναντήσει τον καλεσμένο του μέσ᾿  απ᾿  τις μαραμένες φτέρες και τ᾿  αγριόχορτα.
«Πώς πάει το κυνήγι, Τζώφρεϋ;» ρώτησε.
«Όχι πολύ καλά, Ντόριαν. Νομίζω ότι τα περισσότερα πουλιά έχουν φύγει απ᾿  το δάσος. Ελπίζω να είναι καλύτερα μετά το γεύμα, όταν θα πάμε σ᾿  άλλο μέρος».
Ο Ντόριαν περπατούσε αργά δίπλα του. Ο δροσερός, αρωματισμένος αέρας, τα καφετιά και κόκκινα φώτα που τρεμόσβηναν στο δάσος, οι βραχνές κραυγές των κυνηγών που ακούγονταν εδώ κι εκεί και οι δυνατοί πυροβολισμοί των όπλων που ακολουθούσαν, τον μάγευαν και τον πλημμύριζαν με μια υπέροχη αίσθηση ελευθερίας. Ένιωθε να τον κυριαρχεί η ανεμελιά τής ευτυχίας, η τέλεια αδιαφορία τής χαράς.
Ξαφνικά, μέσ᾿  από κάποιο σύθαμνο, κάπου είκοσι μέτρα μακριά τους, πετάχτηκε ένας λαγός με όρθια τ᾿  αυτιά, και τα πίσω πόδια τεντωμένα καθώς πηδούσε. Όρμησε να κρυφτεί σ᾿  ένα σύδεντρο από σκλήθρες. Ο Σερ Τζώφρεϋ πήρε το όπλο του κι ετοιμάστηκε να πυροβολήσει, όμως η κίνηση τού ζώου είχε τέτοια χάρη, που ο Ντόριαν Γκρέυ ένιωσε μια παράξενη γοητεία και φώναξε αμέσως: «Μην το χτυπάς, Τζώφρεϋ! Άσ᾿  το να ζήσει!»
«Τι ανοησίες, Ντόριαν!» γέλασε ο σύντροφός του, και την ώρα που ο λαγός πηδούσε μες στο σύδεντρο, πυροβόλησε. Ακούστηκαν δύο κραυγές, η κραυγή πόνου τού χτυπημένου λαγού και η κραυγή αγωνίας ενός ανθρώπου, που ήταν ακόμη πιο τρομακτική.
«Θεέ μου! Χτύπησα ένα φύλακα!» φώναξε ο Σερ Τζώφρεϋ. «Τι ανόητος, να πάει να σταθεί μπροστά στα όπλα! Σταματήστε! Μην πυροβολείτε!» φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. «Κάποιοι πληγώθηκε».
Ο αρχιεπιστάτης  εμφανίστηκε τρέχοντας μ᾿  ένα ραβδί στο χέρι. «Πού, κύριε; Πού είναι;» φώναξε. Την ίδια στιγμή, όλοι οι πυροβολισμοί σταμάτησαν.
«Εδώ» αποκρίθηκε ο Σερ Τζώφρεϋ με θυμό, τρέχοντας προς το σύδεντρο. «Γιατί στην ευχή δεν κρατάς πίσω τους άντρες σου; Πάει το κυνήγι για σήμερα».
Ο Ντόριαν τούς παρακολουθούσε καθώς έμπαιναν στις πυκνές σκλήθρες, παραμερίζοντας από μπροστά τους τα κλαριά που τούς έφραζαν το δρόμο. Σε λίγα λεπτά, ξαναβγήκαν στο φως τού ήλιου σέρνοντας πίσω τους ένα κορμί. Απομακρύνθηκε γεμάτος φρίκη. Τού φάνηκε πως όπου κι αν πήγαινε, τον ακολουθούσε η κακοτυχία. Άκουσε τον Σερ Τζώφρεϋ να ρωτάει αν ο άνθρωπος ήταν νεκρός και την καταφατική απάντηση τού φύλακα. Τού φάνηκε ξαφνικά πως το δάσος είχε γεμίσει πρόσωπα. Ακούστηκε ένα ποδοβολητό από χιλιάδες πόδια κι ένα σιγανό βουητό από φωνές. Ένας μεγάλος φασιανός με χαλκόχρωμο στήθος πέταξε ανάμεσα στα κλαδιά πάνω απ᾿  τα κεφάλια τους.
Σε λίγα λεπτά, που μέσα στην ταραχή του τού φάνηκαν σαν ατέλειωτες ώρες πόνου, ένιωσε ένα χέρι ν᾿  ακουμπά στον ώμο του. Σάστισε και γύρισε να δει.
«Ντόριαν» είπε ο λόρδος Χένρυ, «νομίζω πως είναι καλύτερα να τούς πω ότι το κυνήγι τέλειωσε για σήμερα. Θα κάνει κακή εντύπωση αν συνεχίσουμε».
«Μακάρι να σταματούσε για πάντα, Χάρυ» αποκρίθηκε πικρά. «Όλη αυτή η ιστορία τού κυνηγιού είναι απαίσια, απάνθρωπη. Ο άνθρωπος είναι...;»
Δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τη φράση του.
«Δυστυχώς, ναι» απάντησε ο λόρδος Χένρυ. «Τα σκάγια τον πήραν κατάστηθα. Πρέπει να πέθανε σχεδόν αμέσως. Έλα, πάμε στο σπίτι».
Προχώρησαν πλάι πλάι κάπου πενήντα μέτρα προς τον μεγάλο δρόμο. Στην αρχή ήταν σιωπηλοί. Κάποια στιγμή, ο Ντόριαν κοίταξε το λόρδο Χένρυ και είπε μ᾿  έναν βαρύ αναστεναγμό: «Είναι κακός οιωνός αυτός, Χάρυ, πολύ κακός οιωνός».
«Τι πράγμα;» ρώτησε ο λόρδος Χένρυ. «Α, το ατύχημα, εννοείς. Αγαπητέ μου, τι να γίνει; Ο ίδιος έφταιγε. Γιατί πήγε μπροστά στα ντουφέκια; Εξάλλου, εμείς δεν έχουμε καμιά σχέση. Για τον Τζώφρεϋ βέβαια η κατάσταση είναι μάλλον δύσκολη. Δεν είναι ωραίο ν᾿  αλατίζεις με σκάγια τούς φύλακες. Ο κόσμος θα λέει ότι είσαι πολύ κακός στο σημάδι. Κι ο Τζώφρεϋ δεν είναι καθόλου κακός· χτυπάει πάντα στο στόχο. Μα δεν έχει νόημα πια να το συζητάμε το θέμα».
Ο Ντόριαν κούνησε το κεφάλι του. «Είναι κακός οιωνός, Χάρυ. Νιώθω πως κάτι φοβερό θα συμβεί σε κάποιον από μάς. Σ᾿ εμένα, μάλλον» πρόσθεσε, περνώντας το χέρι πάνω απ᾿  τα μάτια του, σαν να πονούσε.
Ο λόρδος γέλασε. «Το μοναδικό φοβερό πράγμα στον κόσμο είναι η πλήξη, Ντόριαν. Είναι η μοναδική αμαρτία για την οποία δεν υπάρχει συγχώρεση. Μα εμείς αποκλείεται να υποφέρουμε απ᾿  αυτήν, εκτός κι αν οι φίλοι μας συνεχίσουν να μιλούν και στο δείπνο για το συμβάν. Πρέπει να τους πω ότι το θέμα αυτό είναι ταμπού. Όσο για τούς οιωνούς που λες, δεν υπάρχουν. Η μοίρα δε μάς στέλνει προάγγελους. Είναι πολύ σοφή ή πολύ σκληρή για να κάνει κάτι τέτοιο. Κι έπειτα, τι θα μπορούσε να σού συμβεί εσένα, Ντόριαν; Έχεις τα πάντα. Δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που δε θα ᾿θελε  ν᾿  αλλάξει τη θέση του με τη δική σου».
«Δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που δε θα ᾿θελα εγώ ν᾿  αλλάξω τη ζωή του με τη δική μου, Χάρυ. Μη γελάς. Σού λέω την αλήθεια. Ο δύστυχος ο χωριάτης που μόλις πέθανε, βρίσκεται σε καλύτερη θέση από μένα. Δε με τρομάζει ο θάνατος. Αυτό που με τρομάζει είναι ο ερχομός του. Νιώθω τα τερατώδη φτερά του να σκίζουν το μολυβένιο αέρα που με τυλίγει. Θεέ μου! Δε βλέπεις κάποιον εκεί, πίσω απ᾿  τα δέντρα, που με παρακολουθεί, που με περιμένει;»
Ο λόρδος Χένρυ κοίταξε προς τη μεριά που τού έδειχνε το τρεμάμενο, γαντοφορεμένο χέρι. «Ναι» είπε χαμογελώντας. «Βλέπω τον κηπουρό που σε περιμένει. Φαντάζομαι ότι θέλει να σε ρωτήσει τι λουλούδια επιθυμείς για το τραπέζι απόψε. Τι παράλογα νευρικός που είσαι, αγαπητέ μου! Πρέπει να πας να σε δει ο γιατρός μου όταν γυρίσουμε στην πόλη».
Ο Ντόριαν έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης βλέποντας τον κηπουρό να τούς πλησιάζει. Αυτός μόλις έφτασε κοντά τους, άγγιξε το καπέλο του, έριξε μια διστακτική ματιά στο λόρδο Χένρυ, κι ύστερα έβγαλε ένα γράμμα και το ᾿δωσε στον κύριό του. «Η υψηλότητά της μού είπε να περιμένω απάντηση» μουρμούρισε.
Ο Ντόριαν έβαλε το γράμμα στην τσέπη του. «Πες στην υψηλότητα της ότι έρχομαι» είπε ψυχρά. Ο κηπουρός έκανε μεταβολή και προχώρησε βιαστικά προς το σπίτι.
«Πόσο αρέσουν στις γυναίκες τα επικίνδυνα πράγματα!» γέλασε ο λόρδος Χένρυ. «Είναι ένα απ᾿  τα προσόντα τους που θαυμάζω περισσότερο απ᾿  όλα. Μια γυναίκα είναι πρόθυμη να φλερτάρει με τον οποιονδήποτε, αρκεί να έχει θεατές».
«Πόσο σού αρέσει να λες επικίνδυνα πράγματα, Χάρυ! Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως πέφτεις πολύ έξω. Η δούκισσα μού αρέσει πολύ, αλλά δεν την αγαπώ».
«Και η δούκισσα σ᾿  αγαπάει πάρα πολύ κι ας μην τής αρέσεις και τόσο, άρα ταιριάζετε υπέροχα».
«Κουτσομπολεύεις, Χάρυ, και ποτέ δεν υπάρχει βάση για οποιοδήποτε κουτσομπολιό!»
«Η βάση κάθε σκανδάλου είναι μια ανήθικη βεβαιότητα» είπε ο λόρδος Χένρυ, ανάβοντας ένα τσιγάρο.
«Αχ, Χάρυ, θα θυσίαζες τον καθένα για χάρη ενός αποφθέγματος».
«Ο κόσμος πηγαίνει στο βωμό τής θυσίας με τη θέλησή του» ήταν η απάντηση.
«Μακάρι να μπορούσα ν᾿  αγαπήσω» φώναξε ο Ντόριαν Γκρέυ, μ᾿  έναν βαθύ τόνο πάθους στη φωνή του.
«Φαίνεται όμως πως έχασα το πάθος και ξέχασα την επιθυμία. Είμαι υπερβολικά συγκεντρωμένος στον εαυτό μου. Η ίδια μου η προσωπικότητα μού έχει γίνει βάρος. Θέλω να δραπετεύσω, να φύγω μακριά, να ξεχάσω. Ήταν ανοησία μου να έρθω εδώ. Θα στείλω ένα τηλεγράφημα στον Χάρβεϋ να ετοιμάσει το γιωτ. Στο γιωτ είναι κανείς ασφαλής».
«Ασφαλής από τι, Ντόριαν; Κάτι σε στεναχωρεί. Γιατί δε μού λες τι τρέχει; Ξέρεις ότι θα σε βοηθούσα».
«Δεν μπορώ να σού πω, Χάρυ» αποκρίθηκε θλιμμένα. «Ίσως να ᾿ναι όλα στη φαντασία μου. Αυτό το ατύχημα με αναστάτωσε. Έχω ένα φριχτό προαίσθημα ότι κάτι ανάλογο θα μού συμβεί κι εμένα».
«Τι ανοησία!»
«Ελπίζω να είναι ανοησία, τι να κάνω, το νιώθω. Α! Να και η δούκισσα, σαν Άρτεμη, ντυμένη πανέμορφα. Όπως βλέπετε, δούκισσα, επιστρέψαμε».
 «Τα ᾿μαθα όλα, κύριε Γκρέυ» απάντησε εκείνη. «Ο καημένος ο Τζώφρεϋ είναι φοβερά ταραγμένος. Κι όπως φαίνεται, εσείς τον παρακαλέσατε να μην πυροβολήσει το λαγό. Τι περίεργο!»
«Ναι, ήταν πολύ περίεργο. Δεν ξέρω τι μ᾿  έκανε να το πω. Κάποια ξαφνική παρόρμηση, φαντάζομαι. Ήταν τόσο χαριτωμένο ζωάκι. Λυπάμαι που σάς μίλησαν για κείνο τον άτυχο. Είναι φριχτό».
«Είναι απλώς ενοχλητικό» τον διέκοψε ο λόρδος Χένρυ. «Δεν έχει την παραμικρή ψυχολογική αξία. Αν ο Τζώφρεϋ το ᾿χε κάνει επίτηδες, τι ενδιαφέρον που θα είχε! Θα ᾿θελα να γνωρίσω κάποιον που να ᾿χει κάνει έναν αληθινό φόνο».
«Τι απαίσιος που είσαι, Χάρυ!» φώναξε η δούκισσα. «Δε συμφωνείτε, κύριε Γκρέυ; Χάρυ, ο κύριος Γκρέυ δε νιώθει καλά. Θα λιποθυμήσει».
Ο Ντόριαν συνήλθε με κόπο και χαμογέλασε. «Δεν είναι τίποτα, δούκισσα» μουρμούρισε, «τα νεύρα μου έχουν τα χάλια τους. Αυτό είν᾿  όλο. Μάλλον περπάτησα πολύ σήμερα το πρωί. Δεν άκουσα τι είπε ο Χάρυ. Ήταν πολύ κακό; Θα μού πείτε μιαν άλλη φορά. Νομίζω ότι πρέπει να πάω να ξαπλώσω. Ελπίζω να με συγχωρήσετε».
Είχαν φτάσει στη μεγάλη σκάλα που οδηγούσε από το θερμοκήπιο στη βεράντα. Καθώς η τζαμωτή πόρτα έκλεισε πίσω από τον Ντόριαν, ο λόρδος Χένρυ γύρισε και κοίταξε τη δούκισσα με τα νυσταγμένα μάτια. «Είσαι πολύ ερωτευμένη μαζί του;» ρώτησε.
Πέρασε ώρα ώσπου ν᾿  απαντήσει. Στεκόταν και κοίταζε το τοπίο. «Μακάρι να ᾿ξερα» είπε στο τέλος.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Η γνώση θα ήταν μοιραία. Η αβεβαιότητα είναι που μάς γοητεύει. Η ομίχλη κάνει τα πράγματα υπέροχα».
«Μπορεί όμως να χάσεις το δρόμο σου».
«Όλοι οι δρόμοι καταλήγουν στο ίδιο σημείο, αγαπητή μου Γκλάντις».
«Και ποιο είναι αυτό;»
«Η απογοήτευση».
«Αυτό ήταν το ντεμπούτο μου στη ζωή» αναστέναξε εκείνη.
«Σού ήρθε όμως με κορόνες και διάσημα».
«Τα ᾿χω βαρεθεί».
«Σού πάνε».
«Μόνο μπροστά σε κόσμο».
«Θα σού λείψουν αν τα χάσεις» είπε ο λόρδος Χένρυ.
«Δε θα χάσω ούτε ένα».
«Ο Μόνμαουθ έχει αυτιά».
«Οι γέροι είναι βαρήκοοι».
«Δε ζήλεψε ποτέ;»
«Μακάρι να ᾿χε ζηλέψει».

Ο λόρδος Χένρυ κοίταξε γύρω του, λες κι έψαχνε κάτι. «Τι ψάχνεις;» τον ρώτησε εκείνη.
«Το κάλυμμα τής μύτης τού  ξίφος σου» αποκρίθηκε. «Σού έπεσε».
Η δούκισσα γέλασε. «Έχω τη μάσκα».
«Ομορφαίνει τα μάτια σου» τής είπε.
Εκείνη γέλασε ξανά. Τα δόντια της φάνηκαν σαν λευκοί σπόροι σε φρούτο πορφυρό.
Επάνω, στο δωμάτιό του, ο Ντόριαν Γκρέυ ήταν ξαπλωμένος σ᾿  έναν καναπέ κι ο τρόμος φώλιαζε σε κάθε ίνα τού κορμιού του. Η ζωή είχε γίνει ξαφνικά γι᾿  αυτόν ένα εφιαλτικό φορτίο που δεν άντεχε να σηκώνει. Ο φοβερός θάνατος τού άτυχου φύλακα που σκοτώθηκε στο σύδεντρο σαν αγρίμι, τού φαινόταν πως προεικόνιζε και τον δικό του θάνατο. Λίγο έλειψε να λιποθυμήσει όταν άκουσε τα λόγια που είπε τυχαία ο λόρδος Χένρυ κάνοντας ένα κυνικό αστείο.
Στις πέντε η ώρα, φώναξε τον υπηρέτη του και τού έδωσε οδηγίες να ετοιμάσει τις βαλίτσες του, να τις στείλει στην πόλη με τη νυχτερινή ταχεία και να ειδοποιήσει να βρίσκεται το μόνιππο στην είσοδο στις οχτώμισι το βράδυ. Ήταν αποφασισμένος να μην κοιμηθεί άλλη νύχτα στο Σέλμπυ Ρόγιαλ. Το μέρος ήταν δυσοίωνο. Εκεί τριγυρνούσε ο θάνατος μέσα στο φως τής μέρας. Το χορτάρι τού δάσους είχε κηλιδωθεί με αίμα.
Ύστερα έγραψε ένα σημείωμα στο λόρδο Χένρυ, λέγοντάς του ότι πήγαινε στην πόλη για να συμβουλευτεί το γιατρό του, και παρακαλώντας τον να διασκεδάσει αυτός τούς καλεσμένους του κατά τη διάρκεια τής απουσίας του. Καθώς έβαζε το σημείωμα στο φάκελο, ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα, και ο καμαριέρης του τον πληροφόρησε πως ήθελε να τον δει ο αρχιφύλακας. Συνοφρυώθηκε και δάγκωσε τα χείλη του. «Πες του να περάσει» μουρμούρισε, αφού δίστασε για λίγο.
Μόλις ο άνθρωπος μπήκε στο δωμάτιο, ο Ντόριαν έβγαλε το βιβλιάριο των επιταγών του απ᾿  το συρτάρι και το άνοιξε μπροστά του.
«Υποθέτω ότι ήρθες για κείνο το ατύχημα που συνέβη το πρωί, έτσι δεν είναι, Θόρντον;» είπε, παίρνοντας μια πένα.
«Μάλιστα, κύριε» είπε ο φύλακας.
«Ήταν παντρεμένος ο άτυχος που σκοτώθηκε; Είχε ανθρώπους που συντηρούσε»; ρώτησε ο Ντόριαν με βλέμμα βαριεστημένο. «Αν είναι έτσι, δε θα ᾿θελα να βρεθούν οι δικοί του σε ανάγκη και θα τούς στείλω όποιο χρηματικό ποσό κρίνεις εσύ αναγκαίο».
«Δεν ξέρουμε ποιος είναι, κύριε. Γι᾿  αυτό πήρα το θάρρος να σάς ενοχλήσω».
«Δεν ξέρετε ποιος είναι;» ρώτησε άτονα ο Ντόριαν. «Τι θέλεις να πεις; Δεν ήταν ένας από τούς άντρες σου;»
«Όχι, κύριε. Δεν τον έχω ξαναδεί. Μοιάζει με ναυτικό, κύριε».
Η πένα έπεσε απ᾿  το χέρι του Ντόριαν Γκρέυ κι ένιωσε λες και η καρδιά του είχε σταματήσει να χτυπά. «Με ναυτικό;» φώναξε. «Είπες μοιάζει με ναυτικό;»
«Ναι, κύριε. Φαίνεται ότι κάποτε ήταν ναυτικός. Έχει τατουάζ και στα δυο του μπράτσα, κι όλα τα σχετικά».
«Δε βρέθηκε τίποτε πάνω του;» είπε ο Ντόριαν, σκύβοντας μπροστά και κοιτάζοντας το φύλακα με μάτια ταραγμένα. «Τίποτα που να φανερώνει την ταυτότητά του;»
«Λίγα χρήματα, κύριε - όχι πολλά, κι ένα εξάσφαιρο. Όνομα δε βρήκαμε πουθενά. Πρέπει να ᾿ταν τίμιος άνθρωπος, κύριε, λίγο χοντροκομμένος μόνο. Εμείς λέμε ότι ήταν ναυτικός».
Ο Ντόριαν σηκώθηκε απότομα. Μια τρομερή ελπίδα φτερούγισε μέσα του. Αρπάχτηκε απ᾿  αυτήν σαν τρελός. «Πού είναι το πτώμα;» φώναξε. «Γρήγορα! Πρέπει να το δω αμέσως».
«Βρίσκεται σ᾿  έναν άδειο στάβλο στο υποστατικό, κύριε. Οι άνθρωποι δε θέλουν νεκρούς στα σπίτια τους. Λένε ότι ένα πτώμα φέρνει γρουσουζιά».
«Στο υποστατικό! Πήγαινε αμέσως εκεί και θα ᾿ρθω κι εγώ. Πες σ᾿  έναν ιπποκόμο να φέρει το άλογό μου. Όχι, άσε. Θα πάω μόνος μου στους στάβλους. Ας μη χάνουμε χρόνο».
Σε λιγότερο από ένα τέταρτο τής ώρας, ο Ντόριαν Γκρέυ κάλπαζε στη δημοσιά όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τα δέντρα έμοιαζε να χάνονται πίσω του σε μια φασματική παρέλαση και τρελές σκιές έπεφταν μπροστά στα πόδια τού αλόγου του που έτρεχαν μανιασμένα. Κάποια στιγμή, η φοράδα σταμάτησε απότομα μπροστά σ᾿  έναν άσπρο στύλο και παρά λίγο να ρίξει κάτω τον αναβάτη της. Τη χτύπησε στο λαιμό με το καμτσίκι του. Ξανάρχισε να σκίζει σαν βέλος τον αέρα τού δειλινού. Οι πέτρες τινάζονταν δω κι εκεί κάτω απ᾿  τις οπλές της.
Επιτέλους, έφτασε στο υποστατικό. Δύο άντρες χάζευαν στην αυλή. Πήδηξε απ᾿  τη σέλα και πέταξε τα χαλινάρια στον έναν απ᾿  αυτούς. Στον τελευταίο στάβλο τρεμόπαιζε ένα φως. Κάτι τού έλεγε πως το πτώμα ήταν εκεί. Πήγε βιαστικά στην πόρτα κι έβαλε το χέρι του στο μάνταλο.
Εκεί σταμάτησε για μια στιγμή, νιώθοντας πως βρίσκεται μπροστά σε μια ανακάλυψη που ή θα τού έσωζε τη ζωή ή θα την κατέστρεφε. Άνοιξε απότομα την πόρτα και μπήκε.
Πάνω σ᾿  ένα σωρό σακιά σε μια γωνιά ήταν ξαπλωμένο το πτώμα ενός άντρα που φορούσε ένα τραχύ πουκάμισο και μπλε παντελόνι. Είχαν σκεπάσει το πρόσωπό του μ᾿  ένα βρώμικο μαντίλι. Ένα χοντρό κερί, μπηγμένο σε μια μποτίλια, έκαιγε αδύναμα πλάι του.
Ο Ντόριαν Γκρέυ ανατρίχιασε. Ένιωθε ότι δεν μπορούσε να σηκώσει ο ίδιος το μαντίλι και φώναξε έναν υπηρέτη τού υποστατικού.
«Βγάλε αυτό πράμα απ᾿  το πρόσωπό του. Θέλω να το δω» είπε, και στηρίχτηκε στην πόρτα.
Όταν ο υπηρέτης πήρε το μαντίλι, έκανε ένα βήμα μπροστά. Μια κραυγή χαράς ξέφυγε απ᾿  τα χείλη του. Ο άντρας που είχε σκοτωθεί στο σύδεντρο ήταν ο Τζέιμς Βέιν.
Στάθηκε εκεί μερικά λεπτά κοιτάζοντας το πτώμα. Καθώς γύριζε με το άλογο στο σπίτι, τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα, γιατί ήξερε πως είχε σωθεί.

19

«Δεν υπάρχει λόγος να μού λες ότι από δω και πέρα θα είσαι καλός» φώναξε ο λόρδος Χένρυ, βουτώντας τα λευκά του δάχτυλα σ᾿  ένα μπρούντζινο τάσι με ροδόνερο. «Είσαι τέλειος. Σε παρακαλώ, μην αλλάξεις».
Ο Ντόριαν Γκρέυ κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, Χάρυ, έχω κάνει πολλά φοβερά πράγματα στη ζωή μου. Δεν πρόκειται να κάνω άλλα. Άρχισα τις καλές μου πράξεις από χτες».
«Πού ήσουν χτες;»
«Στην εξοχή, Χάρυ. Έμεινα μόνος μου σ᾿  ένα μικρό πανδοχείο».
«Αγαπητό μου παιδί» είπε ο λόρδος Χένρυ χαμογελώντας, «όλοι μπορούν να είναι καλοί στην εξοχή. Δεν υπάρχουν πειρασμοί εκεί. Γι᾿  αυτόν το λόγο άλλωστε οι άνθρωποι που ζουν έξω απ᾿  την πόλη είναι εντελώς απολίτιστοι. Ο πολιτισμός δεν κατακτιέται καθόλου εύκολα. Υπάρχουν μόνο δύο τρόποι για να φτάσουμε ως εκεί. Ο ένας είναι με την καλλιέργεια κι ο άλλος με την ακολασία. Οι άνθρωποι τής υπαίθρου δεν έχουν τη δυνατότητα ούτε για το ένα ούτε για το άλλο, κι έτσι αποτελματώνονται».
«Καλλιέργεια και ακολασία»
επανέλαβε σαν ηχώ ο Ντόριαν. «Τα γνώρισα και τα δυο. Τώρα μού φαίνεται φοβερό που πάνε πάντα μαζί. Γιατί έχω ένα καινούριο ιδανικό, Χάρυ. Θ᾿  αλλάξω. Νομίζω ότι έχω αλλάξει κιόλας».
«Δε μου ᾿πες ακόμη ποια ήταν η καλή σου πράξη. Ή μήπως έκανες περισσότερες από μία;»
ρώτησε ο σύντροφός του, βάζοντας στο πιάτο του μια μικρή κόκκινη πυραμίδα φράουλες, που τις πασπάλισε με άσπρη ζάχαρη από ένα τρυπητό κουταλάκι σε σχήμα αχιβάδας.
«Σ᾿  εσένα μπορώ να το πω, Χάρυ. Σε κανέναν άλλον δε θα μπορούσα να διηγηθώ αυτή την ιστορία. Λυπήθηκα μια κοπέλα και δεν την κατέστρεψα. Ακούγεται πολύ ματαιόδοξο, καταλαβαίνεις όμως τι θέλω να πω. Ήταν πολύ όμορφη κι έμοιαζε καταπληκτικά με τη Σίμπυλ Βέιν. Νομίζω ότι αυτό ήταν που με τράβηξε κοντά της στην αρχή. Τη θυμάσαι τη Σίμπυλ; Πόσο μακρινός μού φαίνεται ο έρωτάς μου γι᾿  αυτήν! Ας είναι. Η Χέτυ δεν ήταν τής τάξης μας, φυσικά. Ήταν ένα απλό κορίτσι τού χωριού. Αλλά την αγάπησα αληθινά. Είμαι εντελώς σίγουρος πως την αγάπησα. Όλο αυτό τον υπέροχο Μάιο που πέρασε, πήγαινα και την έβλεπα δυο τρεις φορές τη βδομάδα. Χτες με συνάντησε σ᾿  έναν μικρό οπωρώνα. Τα άνθη τής μηλιάς έπεφταν πάνω στα μαλλιά της κι εκείνη γελούσε, όλο γελούσε. Θα φεύγαμε μαζί σήμερα το πρωί, το χάραμα. Ξαφνικά, αποφάσισα να φύγω μόνος μου και να την αφήσω αγνή σαν μπουμπούκι όπως τη βρήκα».
«Υποθέτω πως το αίσθημα αυτό ήταν τόσο καινούριο για σένα, που σού ᾿φερε ρίγη αληθινής απόλαυσης, Ντόριαν» τον διέκοψε ο λόρδος Χένρυ. «Μπορώ όμως να σού πω τη συνέχεια τού ειδυλλίου σου. Τής έδωσες καλές συμβουλές και τής ράγισες την καρδιά. Αυτή ήταν η αρχή τής αναμόρφωσής σου».
«Χάρυ, είσαι φριχτός! Δεν πρέπει να λες αυτά τα απαίσια πράγματα. Η καρδιά τής Χέτυ δε ράγισε. Φυσικά έκλαψε, στενοχωρήθηκε, κι όλα αυτά. Μα δεν τη βαραίνει η ατίμωση. Μπορεί να ζήσει σαν την Περντίτα,(1) μες στις μέντες και τα χρυσάνθεμα τού κήπου της».
«Και να θρηνεί για τον άπιστο Φλοριζέλ» (1) είπε ο λόρδος Χένρυ γελώντας, ενώ ξάπλωνε αναπαυτικά στην καρέκλα του. «Αγαπητέ μου Ντόριαν, έχεις τις πιο παράξενες εφηβικές παρορμήσεις. Πιστεύεις ότι αυτή η κοπέλα μπορεί τώρα πια να μείνει ικανοποιημένη μ᾿  έναν άνθρωπο τής τάξης της; Φαντάζομαι ότι κάποια μέρα θα παντρευτεί έναν άξεστο καροτσέρη ή κάναν χαμογελαστό ζευγολάτη. Ε, λοιπόν, το γεγονός ότι γνώρισε εσένα και σ᾿  αγάπησε, θα την κάνει να περιφρονεί τον άντρα της και να είναι δυστυχισμένη.
Από ηθική άποψη, δεν εκτιμώ και πολύ τη μεγάλη σου αυταπάρνηση. Ακόμη και σαν αρχή, είναι πολύ φτωχή. Κι ύστερα, πού το ξέρεις ότι η Χέτυ αυτή τη στιγμή δεν πλέει σε κάποια αστροφώτιστη λιμνούλα, με όμορφα νούφαρα τριγύρω της, σαν την Οφηλία;»
«Είσαι ανυπόφορος, Χάρυ! Κοροϊδεύεις τα πάντα κι ύστερα μιλάς για φοβερές τραγωδίες που μπορεί να ᾿χουν συμβεί. Με κάνεις να μετανιώνω που σού μίλησα. Δε με νοιάζει τι άλλο θα μού πεις. Ξέρω ότι είχα δίκιο να κάνω αυτό που έκανα. Καημένη Χέτυ! Καθώς περνούσα με το άλογό μου απ᾿  το αγρόκτημα σήμερα το πρωί, είδα το λευκό της προσωπάκι στο παράθυρο, σαν ένα κλαδάκι γιασεμί. Ας μη μιλήσουμε άλλο γι᾿  αυτό το θέμα, και μην προσπαθείς να με πείσεις ότι η πρώτη καλή πράξη που έκανα μετά από τόσα χρόνια, το πρώτο μικρό δείγμα αυτοθυσίας που γεννήθηκε ποτέ μέσα μου, είναι στην πραγματικότητα μια αμαρτία. Θέλω να είμαι καλύτερος. Θα γίνω καλύτερος. Πες μου κάτι για σένα. Τι γίνεται στην πόλη; Έχω μέρες να πάω στη λέσχη».
«Ο κόσμος κουβεντιάζει ακόμα την εξαφάνιση του καημένου του Μπάζιλ».
«Φανταζόμουν ότι θα ᾿χαν βαρεθεί πια να κουβεντιάζουν γι᾿  αυτό το θέμα» είπε ο Ντόριαν, βάζοντας στο ποτήρι του λίγο κρασί και σουφρώνοντας ελαφρά τα φρύδια.
«Αγαπητό μου παιδί, είναι μόνο έξι βδομάδες που το συζητούν, και το βρετανικό κοινό αδυνατεί ν᾿ ανταπεξέλθει στην πνευματική προσπάθεια  να αλλάζει θέμα συχνότερα  από κάθε τρεις μήνες. Τελευταία, βέβαια, οι συμπολίτες μας στάθηκαν πολύ τυχεροί. Είχαν θέματα όπως το δικό μου διαζύγιο και την αυτοκτονία τού Άλαν Κάμπελ. Τώρα έχουν τη μυστηριώδη εξαφάνιση ενός καλλιτέχνη. Η Σκότλαντ Γυαρντ επιμένει ότι ο άνθρωπος με το γκρίζο πανωφόρι που έφυγε για το Παρίσι στις εννιά Νοεμβρίου με το τρένο των δώδεκα ήταν ο καημένος ο Μπάζιλ, ενώ η γαλλική αστυνομία δηλώνει ότι ο Μπάζιλ δεν έφτασε ποτέ στο Παρίσι. Υποθέτω ότι σε δυο βδομάδες θα μάς πουν ότι κάποιοι τον είδαν στο Σαν Φραντσίσκο. Είναι πολύ περίεργο, αλλά για όποιον εξαφανίζεται, λένε ότι τον είδαν στο Σαν Φραντσίσκο. Πρέπει να είναι μια υπέροχη πόλη και να έχει όλα τα θέλγητρα τού άλλου κόσμου».
«Τι λες να συνέβη στον Μπάζιλ;» ρώτησε ο Ντόριαν, σηκώνοντας στο φως το ποτήρι του με το κρασί τής Βουργουνδίας, και απορώντας που ήταν σε θέση να συζητά το θέμα τόσο ψύχραιμα.
«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Αν ο Μπάζιλ αποφάσισε να εξαφανιστεί από προσώπου γης, δεν είναι δική μου δουλειά. Αν είναι νεκρός, δε θέλω να τον σκέφτομαι. Ο θάνατος είναι το μόνο πράγμα που με τρομάζει. Τον μισώ».
«Γιατί»  ρώτησε κουρασμένα ο Ντόριαν.
«Γιατί;» είπε ο λόρδος Χένρυ, περνώντας κάτω απ᾿  τα ρουθούνια του το επίχρυσο πλέγμα ενός ανοιχτού μυροδοχείου, «στις μέρες μας μπορεί κανείς να τα αντέξει όλα εκτός απ᾿  αυτό. Ο θάνατος και η χυδαιότητα είναι τα μοναδικά πράγματα τού δέκατου ένατου αιώνα που δεν μπορεί κανείς να εξηγήσει. Ας πιούμε τον καφέ μας στο δωμάτιο τής μουσικής, Ντόριαν. Πρέπει να μού παίξεις λίγο Σοπέν. Ο άντρας που μαζί του το ᾿σκασε η γυναίκα μου έπαιζε εξαίσια Σοπέν. Καημένη Βικτώρια! Τη συμπαθούσα πολύ. Το σπίτι είναι έρημο χωρίς αυτήν. Φυσικά, η έγγαμη ζωή είναι απλώς μια συνήθεια, και μάλιστα μια κακή συνήθεια. Ωστόσο, πάντα στενοχωριόμαστε όταν χάνουμε τις συνήθειές μας, ακόμη και τις χειρότερες. Ίσως μάλιστα η απώλεια αυτών των τελευταίων να είναι και πιο οδυνηρή για μάς. Αποτελούν τόσο σημαντικό κομμάτι τής προσωπικότητάς μας».
Ο Ντόριαν δεν είπε τίποτα. Σηκώθηκε από το τραπέζι, και περνώντας στο διπλανό δωμάτιο, κάθισε στο πιάνο κι άφησε τα δάχτυλά του να ταξιδέψουν στα ασπρόμαυρα φιλντισένια πλήκτρα. Μόλις ήρθε ο καφές, σταμάτησε να παίζει, και κοιτάζοντας το λόρδο Χένρυ, είπε: «Χάρυ, σού πέρασε ποτέ η ιδέα ότι ο Μπάζιλ δολοφονήθηκε;»
Ο λόρδος Χένρυ χασμουρήθηκε. «Ο Μπάζιλ ήταν πολύ δημοφιλής, και φορούσε πάντα ρολόι Γουώτερμπερυ.(2) Γιατί να τον δολοφονήσουν; Δεν ήταν αρκετά έξυπνος για να έχει εχθρούς. Φυσικά, ήταν μια υπέροχη ζωγραφική ιδιοφυΐα. Αλλά μπορεί κανείς να ζωγραφίζει σαν τον Βελάσκεθ και στην προσωπική του ζωή να είναι ασύλληπτα βαρετός. Ο Μπάζιλ ήταν όντως πολύ βαρετός. Μόνο μια φορά μού κίνησε το ενδιαφέρον, πριν από χρόνια, όταν μού είπε ότι σε λάτρευε παράφορα κι ότι ήσουν το σημαντικότερο κίνητρο τής τέχνης του».
«Τον συμπαθούσα πολύ τον Μπάζιλ» είπε ο Ντόριαν, μ᾿  έναν τόνο θλίψης στη φωνή του. «Ο κόσμος όμως δε λέει ότι μπορεί να δολοφονήθηκε;»
«Ω, μερικές εφημερίδες κάνουν κάτι τέτοιους υπαινιγμούς. Εμένα δε μού φαίνεται καθόλου πιθανό. Ξέρω ότι υπάρχουν φοβερά μέρη στο Παρίσι, αλλά ο Μπάζιλ δεν ήταν άνθρωπος που θα πήγαινε εκεί. Δεν είχε καμιά περιέργεια. Αυτό ήταν το κυριότερο ελάττωμά του».
«Τι θα ᾿λεγες, Χάρυ, αν σού ομολογούσα πως εγώ δολοφόνησα τον Μπάζιλ;» είπε ο Ντόριαν. Τελειώνοντας τη φράση του, κοίταξε επίμονα το συνομιλητή του στα μάτια.
«Θα ᾿λεγα, αγαπητέ μου, ότι πας να παραστήσεις κάτι που δε σού ταιριάζει. Κάθε έγκλημα είναι χυδαίο, όπως και κάθε χυδαιότητα είναι έγκλημα. Δεν το ᾿χεις μέσα σου, Ντόριαν, να κάνεις φόνο. Λυπάμαι αν σού πληγώνω τη ματαιοδοξία, αλλά σε διαβεβαιώ ότι είναι αλήθεια. Το έγκλημα ανήκει αποκλειστικά στις κατώτερες τάξεις. Δεν τούς κατηγορώ καθόλου. Θα ᾿λεγα πως το έγκλημα είναι γι᾿  αυτούς ό,τι είναι για μάς η τέχνη, ένας τρόπος, δηλαδή, που προκαλεί έντονες συγκινήσεις».
«Ένας τρόπος που προκαλεί συγκινήσεις; Πιστεύεις, λοιπόν, ότι ένας άνθρωπος που έκανε κάποτε ένα έγκλημα θα μπορούσε να κάνει το ίδιο έγκλημα ξανά; Μη μου πεις ότι πιστεύεις κάτι τέτοιο».
«Α! Το καθετί γίνεται απόλαυση αν το κάνεις πολύ συχνά» φώναξε γελώντας ο λόρδος Χένρυ. «Αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά μυστικά τής ζωής. Θα ᾿λεγα, ωστόσο, ότι ο φόνος είναι πάντα ένα σφάλμα. Ποτέ δεν πρέπει να κάνεις κάτι που να μην μπορείς να το κουβεντιάσεις μετά το δείπνο. Μα ας μη μιλήσουμε άλλο για τον καημένο τον Μπάζιλ. Μακάρι να μπορούσα να πιστέψω ότι είχε τόσο ρομαντικό τέλος σαν αυτό που υπέθεσες. Δεν μπορώ όμως. Το πιο πιθανό είναι πως έπεσε απ᾿  το λεωφορείο στον Σηκουάνα κι ο εισπράκτορας αποσιώπησε το σκάνδαλο. Ναι, ναι, αυτό πρέπει να ήταν το τέλος του. Λες και τον βλέπω να κείτεται ανάσκελα μες στα θολά, πράσινα νερά τού Σηκουάνα, από πάνω του περνούν βαριές μαούνες και στα μαλλιά του είναι μπλεγμένα μακριά νερόχορτα. Ξέρεις κάτι; Δε νομίζω ότι θα ζωγράφιζε άλλα ωραία έργα. Τα τελευταία δέκα χρόνια η ζωγραφική του είχε χαλάσει πολύ».
Ο Ντόριαν αναστέναξε, και ο λόρδος Χένρυ διέσχισε αργά το δωμάτιο κι άρχισε να χαϊδεύει το κεφάλι ενός περίεργου παπαγάλου τής Ιάβας, ενός μεγάλου πουλιού με γκρίζο φτέρωμα, με ροζ λοφίο και ροζ ουρά, που ισορροπούσε πάνω σε μια βέργα από μπαμπού. Όταν τα λεπτά δάχτυλα τού λόρδου Χένρυ τον άγγιξαν, χαμήλωσε τα λευκά ρυτιδωμένα του βλέφαρα πάνω στα μαύρα γυάλινα μάτια του κι άρχισε να κουνιέται μπρος πίσω.
«Ναι» συνέχισε ο λόρδος Χένρυ, στρέφοντας το κεφάλι και βγάζοντας ένα μαντίλι απ᾿  την τσέπη του, «η ζωγραφική του είχε χαλάσει. Μού φαινόταν πως είχε χάσει κάτι. Είχε χάσει το ιδανικό της. Όταν εκείνος κι εσύ πάψατε να είστε πολύ φίλοι, έπαψε κι ο Μπάζιλ να είναι μεγάλος καλλιτέχνης. Τι σάς έκανε να χωρίσετε; Φαντάζομαι ότι άρχισες να τον βαριέσαι. Αν είναι έτσι, δε σού το συγχώρεσε ποτέ. Είναι συνήθεια όλων των βαρετών ανθρώπων. Μα για πες μου, τι έγινε εκείνο το υπέροχο πορτρέτο που σού έκανε; Δε νομίζω ότι το ᾿χω ξαναδεί από τότε που ο Μπάζιλ το τελείωσε. Α! Μάλιστα. Θυμάμαι που μού είπες πριν από χρόνια ότι το έστειλες στο Σέλμπυ κι ότι στο δρόμο χάθηκε ή το κλέψανε. Δεν το ξαναβρήκες ποτέ; Τι κρίμα! Ήταν πραγματικά ένα αριστούργημα. Θυμάμαι που ήθελα να το αγοράσω. Μακάρι να το είχα αγοράσει. Ανήκε στην καλύτερη περίοδο τού Μπάζιλ. Από τότε, τα έργα του γίναν εκείνο το περίεργο μείγμα κακής ζωγραφικής και καλών προθέσεων, που δίνει το δικαίωμα σ᾿  έναν άνθρωπο να φέρει τον τίτλο τού αντιπροσωπευτικού βρετανού καλλιτέχνη. Έβαλες καμιά αγγελία για να τον ξαναβρείς; Θα ᾿πρεπε να βάλεις».
«Δε θυμάμαι» είπε ο Ντόριαν. «Υποθέτω ότι έβαλα μερικές. Ωστόσο, ποτέ δε μού άρεσε στ᾿  αλήθεια. Μετανιώνω που ποζάρισα γι᾿  αυτό. Ως και η ανάμνησή του μού είναι μισητή. Γιατί μού μιλάς γι᾿  αυτόν; Μού θύμιζε πάντα εκείνους τούς παράξενους στίχους ενός θεατρικού έργου - τού Άμλετ, νομίζω - πώς ήταν ακριβώς;

Σαν τη ζωγραφιά μιας θλίψης,
Ένα πρόσωπο χωρίς καρδιά
.

Ναι, κάπως έτσι ήταν».        
Ο λόρδος Χένρυ γέλασε. «Αν ένας άνθρωπος αντιμετωπίζει τη ζωή καλλιτεχνικά, το μυαλό του είναι η καρδιά του» αποκρίθηκε, και βούλιαξε σε μια πολυθρόνα.
Ο Ντόριαν Γκρέυ κούνησε το κεφάλι του κι έπαιξε στο πιάνο μερικές απαλές συγχορδίες. «Σαν τη ζωγραφιά μιας θλίψης» επανέλαβε, «ένα πρόσωπο χωρίς καρδιά».
Ο λόρδος Χένρυ έγειρε πίσω και τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Για πες μου, Ντόριαν» είπε, αφού έμεινε για λίγο σιωπηλός, «τι ωφεληθήσεται άνθρωπος εάν τον κόσμον κερδίση, την δε ψυχήν αυτού - πώς συνεχίζει το ρητό; - ζημιωθή;»
Η μουσική ήχησε παράφωνα, ο Ντόριαν Γκρέυ ταράχτηκε και γύρισε να κοιτάξει το φίλο του.«Γιατί το ρωτάς αυτό, Χάρυ;» «Αγαπητέ μου» είπε ο λόρδος Χένρυ, ανασηκώνοντας έκπληκτος τα φρύδια του, «ρώτησα, γιατί πίστευα ότι ίσως μπορούσες να μού δώσεις μια απάντηση. Αυτό είν᾿  όλο. Περνούσα απ᾿  το Πάρκο την Κυριακή, και κοντά στη Μαρμάρινη Αψίδα ήταν μαζεμένο ένα μπουλούκι φτωχοντυμένοι άνθρωποι που άκουγαν έναν άθλιο ιεροκήρυκα τού δρόμου. Καθώς περνούσα λοιπόν, άκουσα τον ιεροκήρυκα να βροντοφωνάζει αυτή την ερώτηση στο ακροατήριό του. Η σκηνή μού φάνηκε αρκετά δραματική. Το Λονδίνο είναι πλούσιο σε κάτι τέτοια περίεργα θεάματα. Μια βροχερή Κυριακή, ένας παράξενος χριστιανός με αδιάβροχο, ένας κύκλος αρρωστιάρικα χλωμά πρόσωπα κάτω από μια σπασμένη στέγη από ομπρέλες που στάζουν, και μια υπέροχη φράση που δονεί τον αέρα, σαν στριγκλιά από υστερικά χείλη - η σκηνή ήταν πραγματικά ωραία στο είδος της, κι αρκετά υποβλητική. Σκέφτηκα να πω στον προφήτη πως η τέχνη έχει ψυχή, ενώ ο άνθρωπος δεν έχει. Φοβάμαι, όμως, ότι δε θα με καταλάβαινε».
«Όχι, Χάρυ, δεν είναι έτσι. Η ψυχή είναι μια τρομερή πραγματικότητα. Μπορείς να την αγοράσεις, να την πουλήσεις και να την παζαρέψεις. Μπορεί να δηλητηριαστεί ή να γίνει τέλεια. Ο καθένας μας έχει μέσα του μια ψυχή. Το ξέρω».
«Είσαι σίγουρος γι᾿  αυτό που λες, Ντόριαν;»
«Απόλυτα».
«Α! Τότε θα πρέπει να είναι μια αυταπάτη. Τα πράγματα για τα οποία νιώθουμε απολύτως σίγουροι, δεν είναι ποτέ αληθινά. Αυτή είναι η μοιραία απώλεια για τους οπαδούς τής Πίστης και το δίδαγμα που μάς προσφέρει καθετί ρομαντικό. Τι σοβαρός που είσαι! Μην είσαι τόσο σοβαρός. Τι σχέση έχουμε εσύ κι εγώ με τις δεισιδαιμονίες τής εποχής μας; Όχι, εμείς έχουμε εγκαταλείψει οριστικά  την πίστη μας για την ύπαρξη ψυχής. Παίξε μου κάτι. Παίξε μου ένα νοτούρνο, Ντόριαν, και καθώς θα παίζεις, λέγε μου με χαμηλή φωνή πώς διατήρησες τη νιότη σου. Πρέπει να ᾿χεις κάποιο μυστικό. Είμαι μόνο δέκα χρόνια μεγαλύτερος σου, κι είμαι γεμάτος ρυτίδες, κουρασμένος και χλωμός. Εσύ είσαι πραγματικά υπέροχος, Ντόριαν. Κι απόψε είσαι πιο γοητευτικός παρά ποτέ. Μού θυμίζεις τη μέρα που σε πρωτογνώρισα. Ήσουν κάπως αναιδής και λιγάκι ντροπαλός μαζί, μα εντελώς ασυνήθιστος. Άλλαξες από τότε, φυσικά, αλλά όχι στην εμφάνιση. Θα ᾿θελα να μού πεις το μυστικό σου. Για να ξαναβρώ τη νιότη μου, θα έκανα τα πάντα, εκτός απ᾿  το να κάνω γυμναστική, να σηκώνομαι νωρίς το πρωί ή να φέρομαι σαν αξιοσέβαστος πολίτης... Νιότη! Τίποτα δε συγκρίνεται μαζί της. Κι είναι παράλογο να μιλάμε για την άγνοια τής νιότης. Οι μόνοι άνθρωποι που σέβομαι τώρα τη γνώμη τους είναι άνθρωποι πολύ νεότεροι μου. Μού φαίνεται πως βρίσκονται πολύ πιο μπροστά από μένα. Η ζωή τούς έχει αποκαλύψει το τελευταίο της θαύμα. Όσο για τούς ηλικιωμένους, πάντα διαφωνώ μαζί τους. Είναι ζήτημα αρχής. Αν τούς ζητήσεις τη γνώμη τους για κάτι που συνέβη χτες, σού λένε πολύ επίσημα την άποψη που ήταν τού συρμού το 1820, όταν ο κόσμος φορούσε ψηλά κολάρα, πίστευε στα πάντα και δεν ήξερε απολύτως τίποτα. Τι όμορφο είν᾿  αυτό που παίζεις! Αναρωτιέμαι αν ο Σοπέν το έγραψε στη Μαγιόρκα, με τη θάλασσα να θρηνεί γύρω απ᾿  το σπίτι και την αρμύρα να σκάει πάνω στα τζάμια. Είναι θαυμάσια ρομαντικό. Τι ευλογία που μάς έχει μείνει τουλάχιστον μια τέχνη που δεν είναι μιμητική! Μη σταματάς. Θέλω μουσική απόψε. Νιώθω σαν να ᾿σαι εσύ ο νεαρός Απόλλωνας, κι εγώ ο Μαρσύας (3) που σ᾿  ακούει. Έχω στη ζωή μου λύπες, Ντόριαν, που κι εσύ ακόμη αγνοείς. Η τραγωδία των γηρατειών δεν είναι ότι είσαι γέρος, αλλά ότι νιώθεις ακόμη νέος. Μένω κατάπληκτος καμιά φορά με την ειλικρίνειά μου. Αχ, Ντόριαν, τι ευτυχισμένος που είσαι! Τι εξαίσια ζωή έχεις ζήσει! Ήπιες τα πάντα αχόρταγα. Έστυψες τα σταφύλια τής ζωής και τα γεύτηκες στον ουρανίσκο σου. Δεν έχει μείνει τίποτα κρυφό για σένα. Και όλα τα δέχτηκες τόσο απλά, σαν τον ήχο τής μουσικής. Δε σε χάλασαν. Είσαι ακόμη ο ίδιος».
«Δεν είμαι ο ίδιος, Χάρυ».
«Ναι, είσαι ο ίδιος. Αναρωτιέμαι πώς θα κυλήσει η υπόλοιπη ζωή σου. Μην την καταστρέφεις με την αυταπάρνηση. Τώρα είσαι ένας τύπος ανθρώπου τέλειος. Μη χάσεις αυτή την τελειότητα. Δεν έχεις κανένα ψεγάδι. Μην κουνάς το κεφάλι, το ξέρεις πως έχω δίκιο. Κι ύστερα, Ντόριαν, μην έχεις αυταπάτες. Τη ζωή δεν την κυβερνάει η θέληση ούτε η πρόθεση. Η ζωή είναι ζήτημα νεύρων, ινών, και κυττάρων που χτίζονται σιγά σιγά και μέσα τους κρύβεται η σκέψη, και το πάθος φωλιάζει τα όνειρά του. Μπορεί να φαντάζεσαι τον εαυτό σου ασφαλή και να πιστεύεις πως είσαι δυνατός. Αλλά ένας τυχαίος χρωματισμός σ᾿  ένα δωμάτιο ή στον πρωινό ουρανό, ένα συγκεκριμένο άρωμα που κάποτε είχες αγαπήσει και που φέρνει μαζί του αμυδρές αναμνήσεις, ένας στίχος από κάποιο ξεχασμένο ποίημα που έτυχε να ξανακούσεις, η καντέντσα ενός μουσικού κομματιού που έπαψες πια να παίζεις - σού λέω, Ντόριαν, από πραγματάκια σαν αυτά εξαρτάται η ζωή μας. Ο Μπράουνινγκ κάπου το γράφει αυτό· εμείς το φανταζόμαστε μόνο με τις αισθήσεις μας. Υπάρχουν στιγμές που συναντώ ξαφνικά το άρωμα από άσπρες πασχαλιές, και ξαναζώ απ᾿  την αρχή τον πιο παράξενο μήνα τής ζωής μου. Πολύ θα ᾿θελα ν᾿  αλλάξω τη θέση μου με τη δική σου, Ντόριαν. Ο κόσμος μάς έχει κατηγορήσει και τούς δυο, εσένα όμως πάντα σε λάτρευε. Και πάντα θα σε λατρεύει. Είσαι ο τύπος τού ανθρώπου που η εποχή μας αναζητά και που φοβάται ότι επιτέλους τον ανακάλυψε. Χαίρομαι που ποτέ δεν έκανες τίποτα, ποτέ δε σμίλεψες ένα άγαλμα, ποτέ δε ζωγράφισες έναν πίνακα, ποτέ δε δημιούργησες τίποτα έξω απ᾿  τον εαυτό σου! Η ζωή ήταν η δική σου τέχνη. Έκανες τον εαυτό σου μουσική. Οι μέρες που έζησες είναι τα σονέτα σου».
Ο Ντόριαν σηκώθηκε απ᾿  το πιάνο και πέρασε το χέρι στα μαλλιά του. «Ναι, η ζωή μου υπήρξε εξαίσια» μουρμούρισε, «μα δε θα συνεχίσω την ίδια ζωή, Χάρυ. Κι εσύ δεν πρέπει να μού λες αυτά τα εξωφρενικά πράγματα. Δεν ξέρεις τα πάντα για μένα. Νομίζω ότι αν τα ᾿ξερες, ακόμα κι εσύ θα μού γύριζες την πλάτη. Γελάς. Μη γελάς».
«Γιατί σταμάτησες να παίζεις, Ντόριαν; Πήγαινε στο πιάνο και ξαναπαίξε μου το νοτούρνο. Κοίτα τη μελένια σελήνη που κρέμεται στον σκοτεινό ουρανό. Περιμένει να τη μαγέψεις, κι αν παίξεις, θα ᾿ρθει πιο κοντά στη γη. Δε θέλεις; Πάμε στη λέσχη, τότε. Η βραδιά ήταν πολύ γοητευτική και πρέπει να την τελειώσουμε το ίδιο γοητευτικά. Υπάρχει κάποιος στου Γουάιτ που επιθυμεί διακαώς να σε γνωρίσει - ο νεαρός λόρδος Πουλ, ο πρωτότοκος γιος του Μπόρνμαουθ. Ήδη έχει αντιγράψει τις γραβάτες σου και με ικετεύει να σού τον συστήσω. Είναι υπέροχος τύπος και μού θυμίζει εσένα».
«Ελπίζω όχι» είπε ο Ντόριαν, με μια έκφραση θλίψης στα μάτια. «Μα είμαι κουρασμένος απόψε, Χάρυ. Δε θα πάω στη λέσχη. Κοντεύει έντεκα και θέλω να πέσω νωρίς στο κρεβάτι».
«Μείνε λίγο. Ποτέ δεν έπαιξες τόσο καλά όσο απόψε. Υπήρχε κάτι υπέροχο στον τρόπο που άγγιζες τα πλήκτρα. Έπαιξες πιο εκφραστικά παρά ποτέ».
«Είναι επειδή στο μέλλον θα γίνω καλός» αποκρίθηκε χαμογελώντας. «Έχω κιόλας αλλάξει λίγο».
«Για μένα δε θ᾿  αλλάξεις, Ντόριαν» είπε ο λόρδος Χένρυ. «Εσύ κι εγώ θα ᾿μαστε πάντα φίλοι».
«Κάποτε όμως με δηλητηρίασες μ᾿  ένα βιβλίο (4). Δε θα ᾿πρεπε να σ᾿  το συγχωρήσω αυτό. Χάρυ, δώσε μου το λόγο σου ότι δε θα δανείσεις το βιβλίο αυτό σε κανέναν. Είναι θλιβερό».
«Αγαπητό μου παιδί, αρχίζεις πραγματικά να ηθικολογείς. Σε λίγο θα τρέχεις από δω κι από κει σαν τους προσήλυτους ή τούς ευαγγελιστές και θα προειδοποιείς τούς ανθρώπους για τούς κινδύνους των αμαρτιών που εσύ έχεις βαρεθεί πια. Είσαι πολύ γοητευτικός για να καταντήσεις εκεί. Κι έπειτα, είναι άσκοπο. Εσύ κι εγώ είμαστε αυτό που είμαστε, και θα είμαστε αυτό που θα είμαστε. Όσο για το ότι σε δηλητηρίασε ένα βιβλίο, δε γίνονται τέτοια πράγματα. Η τέχνη δεν έχει καμιά επίδραση στη δράση. Εκμηδενίζει την επιθυμία για δράση. Είναι εξαίσια στείρα. Τα βιβλία που ο κόσμος αποκαλεί ανήθικα είναι αυτά που δείχνουν στον κόσμο τη διαφθορά του. Αυτό είν᾿  όλο. Μα δε θα συζητήσουμε τώρα για λογοτεχνία. Έλα από δω αύριο. Θα πάω για ιππασία στις έντεκα. Μπορούμε να πάμε μαζί κι έπειτα θα σε πάρω μαζί μου να γευματίσουμε με τη λαίδη Μπράνκσομ. Είναι πολύ γοητευτική γυναίκα και θέλει να σε συμβουλευτεί για κάτι χαλιά που σκέφτεται ν᾿  αγοράσει. Ελπίζω να ᾿ρθεις. Ή προτιμάς να γευματίσουμε με τη μικρή μας δούκισσα; Λέει ότι έχει πολύ καιρό να σε δει. Μήπως σε κούρασε η Γκλάντις; Το φανταζόμουν. Η έξυπνη γλωσσίτσα της γίνεται μερικές φορές εκνευριστική. Τέλος πάντων, έλα από δω στις έντεκα».
«Πρέπει οπωσδήποτε να ᾿ρθω, Χάρυ;»
«Βεβαίως. Το Πάρκο είναι στις μεγάλες του ομορφιές. Δε νομίζω ότι ξαναείδα τέτοιες πασχαλιές απ᾿  τη χρονιά που σε γνώρισα». «Πολύ καλά. Θα ᾿μαι εδώ στις έντεκα» είπε ο Ντόριαν. «Καληνύχτα Χάρυ». Φτάνοντας στην πόρτα, κοντοστάθηκε για μια στιγμή σαν να ᾿θελε να πει κάτι ακόμα. Ύστερα αναστέναξε κι έφυγε.
 
(1)
Περντίτα, Φλοριζέλ: Είναι ήρωες στο "Χειμωνιάτικο παραμύθι" τού Σαίξπηρ . Λίγα λόγια. Το έργο διαδραματίζεται στη Σικελία και ο βασιλιάς Λεόντιος επειδή υποπτεύεται άδικα ότι το παιδί που κυοφορεί η γυναίκα του Ερμιόνη,  δεν είναι δικό του, αλλά τού  επιστήθιου φίλου του τού  Πολύξενου, βασιλιά μιας σαιξπηρικής Βοϊμίας,  την κλείνει στη φυλακή, όπου αυτή γεννάει ένα κοριτσάκι την Περντίτα, το οποίο διατάζει τον έμπιστο του, να το εγκαταλείψει στην ερημιά. Η Περντίτα, σώζεται σε μια ακτή τής «Βοϊμίας» από ένα βοσκό και το γιο του.  Αργότερα την έφηβη  Περντίτα την ερωτεύεται ο γιος τού βασιλιά Πολύξενου ο Φλοριζέλ, και με τις ευχές και των δύο βασιλιάδων  οι νέοι θα σμίξουν.  Εδώ ο Χάρυ με τη συνήθη παραδοξολογία του ταυτίζει το  Ντόριαν Γκρέυ με το Φλοριζέλ αλλά σαν άπιστο επειδή εγκατέλειψε την Χέτυ.
(2)  Γουώτερμπερυ: Το περίφημο ρολόι «τού ενός δολαρίου», πολύ δημοφιλές ρολόι τσέπης. [Σ]
(3) Μαρσύας:
Ο Μαρσύας προκάλεσε τον Απόλλωνα σε μουσικό διαγωνισμό και για το θράσος του αυτό γδάρθηκε ζωντανός. Είναι μια από τις αγα­πημένες μυθολογικές μορφές τού Γουάιλντ. [Σ]

20

 νύχτα ήταν υπέροχη, και τόσο ζεστή, που δε φόρεσε το πανωφόρι του ούτε το μεταξωτό φουλάρι του. Καθώς περπατούσε αργά προς το σπίτι καπνίζοντας ένα τσιγάρο, τον προσπέρασαν δυο νεαροί με βραδινό κοστούμι. Άκουσε τον έναν απ᾿  αυτούς να ψιθυρίζει στον άλλον, «Να ο Ντόριαν Γκρέυ». Θυμήθηκε πόσο χαιρόταν κάποτε όταν ο κόσμος τον έδειχνε, τον κοίταζε με θαυμασμό ή μιλούσε γι᾿  αυτόν. Τώρα πια είχε κουραστεί ν᾿  ακούει τ᾿  όνομά του. Η μισή γοητεία τού μικρού χωριού όπου τόσο συχνά πήγαινε τελευταία ήταν ότι εκεί κανένας δεν τον ήξερε. Πολλές φορές είχε πει στην κοπέλα που την είχε πλανέψει και την είχε κάνει να τον αγαπήσει πως ήταν φτωχός, κι εκείνη τον είχε πιστέψει. Μια φορά τής είχε πει πως ήταν κακός, κι εκείνη είχε γελάσει και τού είχε απαντήσει πως οι κακοί άνθρωποι είναι πάντα γέροι κι άσχημοι. Τι όμορφο γέλιο που είχε! - σαν το κελάηδημα τής τσίχλας. Και τι χαριτωμένη που ήταν με τα βαμβακερά της φορεματάκια και τα μεγάλα ψάθινα καπέλα! Δεν ήξερε τίποτε, αλλά είχε όλα αυτά που εκείνος είχε χάσει. Όταν έφτασε στο σπίτι, βρήκε τον υπηρέτη του να τον περιμένει. Τον έστειλε για ύπνο, βούλιαξε στον καναπέ τής βιβλιοθήκης κι άρχισε να ξανασκέφτεται αυτά που τού είχε πει ο λόρδος Χένρυ.
Ήταν άραγε αλήθεια ότι δεν μπορεί κανείς ν᾿  αλλάξει; Ένιωθε μιαν άγρια νοσταλγία για την άσπιλη αγνότητα τής εφηβείας του - τη λευκορόδινη εφηβεία του, όπως την είχε αποκαλέσει κάποτε ο λόρδος Χένρυ. Ήξερε ότι είχε βρωμίσει τον εαυτό του, είχε γεμίσει το μυαλό του διαφθορά και τη φαντασία του με φρίκη. Ήξερε ότι είχε ασκήσει κακή επιρροή στους άλλους κι είχε νιώσει μια τρομερή χαρά γι᾿  αυτό. Ήξερε ότι απ᾿  όλες τις ζωές που είχαν διασταυρωθεί με τη δική του, τις πιο αγνές κι εκείνες που έκρυβαν τις περισσότερες υποσχέσεις, τις είχε οδηγήσει στην ντροπή. Ήταν άραγε ανεπανόρθωτα όλ᾿  αυτά; Δεν υπήρχε πια καμιά ελπίδα; Αχ! Σε τι τερατώδη στιγμή πάθους και περηφάνιας είχε προσευχηθεί να σηκώσει το πορτρέτο το βάρος των ημερών του, κι ο ίδιος να κρατήσει την αγνή λαμπρότητα τής αιώνιας νιότης! Όλη η αποτυχία τής ζωής του οφειλόταν σ᾿  εκείνη τη στιγμή. Θα ᾿ταν προτιμότερο κάθε αμαρτία τής ζωής του να έφερνε μαζί της και την άμεση, σίγουρη τιμωρία. Η τιμωρία εξαγνίζει. Όχι «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών», αλλά «Σύντριψέ μας για τ᾿  ανομήματά μας» - αυτή θα ᾿πρεπε να είναι η προσευχή τού ανθρώπου σε έναν απόλυτα δίκαιο Θεό.
Ο καθρέφτης με τα παράξενα σκαλίσματα που τού είχε χαρίσει ο λόρδος Χένρυ πριν από τόσα χρόνια βρισκόταν στο τραπέζι, και οι ερωτιδείς με τα λευκά μέλη γελούσαν γύρω του όπως παλιά. Τον πήρε, όπως είχε κάνει κι εκείνη τη νύχτα τής φρίκης όταν είχε παρατηρήσει για πρώτη φορά την αλλαγή στο μοιραίο πορτρέτο, και με μάτια αγριεμένα, θολά απ᾿  τα δάκρυα, κοίταξε στη γυαλιστερή του επιφάνεια. Κάποτε, κάποιος που τον είχε αγαπήσει φοβερά, τού είχε γράψει ένα παράφορο γράμμα που τελείωνε μ᾿ αυτά τα ειδωλολατρικά λόγια: «Ο κόσμος άλλαξε, γιατί εσύ είσαι φτιαγμένος από φίλντισι και χρυσάφι. Οι καμπύλες των χειλιών σου ξαναγράφουν την Ιστορία». Οι φράσεις ξαναγύρισαν στη μνήμη του και τις έλεγε και τις ξανάλεγε μέσα του. Μίσησε τότε την ομορφιά του, και πετώντας τον καθρέφτη στο πάτωμα, τον έσπασε σε χιλιάδες ασημένια κομματάκια με το τακούνι του.  Η ομορφιά του ήταν αυτή που τον είχε καταστρέψει, η ομορφιά και η νιότη που είχε προσευχηθεί να κρατήσουν για πάντα. Χωρίς αυτά η ζωή του μπορεί να κυλούσε ακηλίδωτη. Η ομορφιά δεν ήταν γι᾿  αυτόν παρά μια μάσκα, η νιότη του μια κοροϊδία. Τι είναι η νιότη στην καλύτερη περίπτωση; Μια εποχή πράσινη, ανώριμη, μια εποχή ρηχών διαθέσεων κι αρρωστημένων σκέψεων. Γιατί είχε φορέσει τη λιβρέα της; Η νιότη τον είχε καταστρέψει.
Καλύτερα να μη σκέφτεται κανείς το παρελθόν. Τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει. Τον εαυτό του και το μέλλον του, αυτά έπρεπε να σκεφτεί. Ο Τζέιμς Βέιν ήταν θαμμένος σ᾿  έναν ανώνυμο τάφο στην αυλή τής εκκλησίας τού Σέλμπυ. Ο Άλαν Κάμπελ είχε αυτοκτονήσει μια νύχτα στο εργαστήριό του, δεν αποκάλυψε όμως ποτέ το μυστικό που έμαθε παρά τη θέλησή του. Ο θόρυβος για την εξαφάνιση του Μπάζιλ Χόλγουορντ πολύ γρήγορα θα καταλάγιαζε. Ήδη είχε αρχίσει να σβήνει. Ως προς αυτό, ήταν απόλυτα ασφαλής. Κι ούτε ένιωθε το θάνατο τού Μπάζιλ Χόλγουορντ να τού βαραίνει τη σκέψη. Αυτό που τον γέμιζε αγωνία ήταν ο ζωντανός θάνατος τής ψυχής του. Ο Μπάζιλ είχε ζωγραφίσει το πορτρέτο που τού κατέστρεψε τη ζωή. Δεν μπορούσε να τού το συγχωρήσει αυτό. Το πορτρέτο έφταιγε για όλα. Ο Μπάζιλ τού είχε πει πράγματα αφόρητα κι αυτός τα είχε ανεχτεί με υπομονή. Ο φόνος δεν ήταν παρά η τρέλα τής στιγμής. Όσο για τον Άλαν Κάμπελ, η αυτοκτονία του ήταν δική του υπόθεση. Μόνος του το ᾿χε διαλέξει. Αυτός δεν είχε καμία σχέση.
Μια καινούρια ζωή! Αυτό ήταν που ήθελε. Αυτό ήταν που περίμενε. Την είχε κιόλας αρχίσει, σίγουρα. Είχε σώσει ένα αθώο πλάσμα απ᾿  την ατίμωση. Ποτέ ξανά δε θα  ᾿βαζε σε πειρασμό την αθωότητα. Θα ήταν καλός. Με τη σκέψη τής Χέτυ Μέρτον, άρχισε ν᾿  αναρωτιέται αν το πορτρέτο στο κλειδωμένο δωμάτιο είχε αλλάξει. Δεν μπορεί να ήταν τόσο απαίσιο όσο πριν.  Ίσως, αν η ζωή του γινόταν αγνή, να μπορούσε να εξαλείψει όλα τα σημάδια τού σατανικού πάθους απ᾿  το πρόσωπο τού πίνακα. Ίσως τα σημάδια τού κακού να είχαν ήδη φύγει. Θα πήγαινε να δει. Πήρε τη λάμπα απ᾿  το τραπέζι κι ανέβηκε αθόρυβα τη σκάλα. Καθώς ξεμαντάλωνε την πόρτα, ένα χαμόγελο χαράς πέρασε από το παράξενα νεανικό του πρόσωπο κι έμεινε για λίγο χαραγμένο γύρω στα χείλη του. Ναι, θα ήταν καλός, και το απαίσιο πράγμα που είχε κρύψει εκεί θα έπαυε πια να τού προκαλεί τρόμο. Ένιωσε σαν να ᾿χε φύγει κιόλας από πάνω του το βάρος.
Μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο, κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του όπως συνήθιζε, και τράβηξε απ᾿  το πορτρέτο την πορφυρή κουρτίνα που το έκρυβε. Μια κραυγή πόνου και αγανάκτησης ξέφυγε απ᾿  τα χείλη του. Δεν έβλεπε καμιά αλλαγή, μόνο τα μάτια του είχαν τώρα μια έκφραση πανουργίας και η ρυτίδα τής υποκρισίας κύρτωνε το στόμα του. Το πορτρέτο παρέμενε σιχαμερό ακόμη πιο σιχαμερό από πριν - και οι κόκκινες στάλες που κηλίδωναν το χέρι φαίνονταν εντονότερες, έμοιαζαν περισσότερο με φρεσκοχυμένο  αίμα. Άρχισε να τρέμει. Ήταν άραγε σκέτη ματαιοδοξία αυτό που τον είχε ωθήσει να κάνει τη μοναδική καλή του πράξη; Ή η επιθυμία για μια καινούρια συγκίνηση, όπως είχε υπαινιχθεί ο λόρδος Χένρυ με το κοροϊδευτικό του γέλιο; Ή μήπως από πάθος να υποδυθεί ένα ρόλο, πάθος που μερικές φορές μάς ωθεί να κάνουμε πράγματα πιο ευγενικά απ᾿  αυτά που μάς επιτάσσει η φύση μας; Ή μήπως ήταν όλ᾿  αυτά μαζί; Και για ποιο λόγο η κόκκινη κηλίδα ήταν μεγαλύτερη από πριν; Έμοιαζε να ᾿χει απλωθεί σαν μια φριχτή αρρώστια πάνω στα ζαρωμένα δάχτυλα. Υπήρχε αίμα και πάνω στα ζωγραφισμένα πόδια, λες και οι στάλες είχαν κυλήσει ως κάτω - αίμα ακόμη και στο χέρι που δεν είχε πιάσει το μαχαίρι. Να ομολογήσει; Μήπως όλ᾿  αυτά σήμαιναν ότι έπρεπε να ομολογήσει; Να παραδοθεί και να οδηγηθεί στο θάνατο; Γέλασε. Ένιωσε πως η ιδέα ήταν τερατώδης. Άλλωστε, ακόμη κι αν ομολογούσε, ποιος θα τον πίστευε; Δεν υπήρχε πουθενά το παραμικρό ίχνος τού δολοφονημένου άντρα. Ό,τι τού ανήκε, είχε καταστραφεί. Το είχε κάψει ο ίδιος στη βιβλιοθήκη. Ο κόσμος θα έλεγε πως ήταν τρελός. Θα τον έκλειναν στο φρενοκομείο αν επέμενε στην ιστορία του... Κι όμως, ήταν καθήκον του να ομολογήσει, να υποστεί τη δημόσια ταπείνωση και να εξιλεωθεί δημόσια για την πράξη του. Υπάρχει ένας Θεός που καλεί τούς ανθρώπους να ομολογούν τις αμαρτίες τους και στη γη και στον ουρανό. Καμιά πράξη δε θα μπορούσε να τον εξαγνίσει αν δεν ομολογούσε πρώτα την αμαρτία του. Την αμαρτία του; Σήκωσε τούς ώμους. Ο θάνατος τού Μπάζιλ Χόλγουορντ τού φάνηκε κάτι ασήμαντο. Τη Χέτυ Μέρτον σκεφτόταν. Αυτός ο  καθρέφτης που είχε μπροστά του, ο καθρέφτης τής ψυχής του, ήταν ένας  ο καθρέφτης άδικος. Ματαιοδοξία; Περιέργεια; Υποκρισία; Πίσω απ᾿  την αυταπάρνησή του λοιπόν δεν κρυβόταν τίποτ᾿  άλλο; Κι όμως, κρυβόταν. Τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Αλλά ποιος θα μπορούσε να το πει;... Όχι. Δεν υπήρχε τίποτ᾿  άλλο. Η ματαιοδοξία τον είχε σπρώξει να μην την ατιμάσει. Υποκριτικά είχε φορέσει τη μάσκα τής καλοσύνης. Από περιέργεια είχε δοκιμάσει την αυταπάρνηση. Το αναγνώριζε τώρα.
Ωστόσο, ο φόνος αυτός - θα τον κυνηγούσε σ᾿  όλη του τη ζωή; Θα τον βάραινε για πάντα το παρελθόν του; Μήπως έπρεπε να ομολογήσει; Ποτέ. Μόνο ένα επιβαρυντικό στοιχείο υπήρχε εναντίον του. Το ίδιο το πορτρέτο - αυτό ήταν. Θα το κατέστρεφε. Γιατί το είχε κρατήσει τόσον καιρό; Κάποτε ήταν γι᾿  αυτόν μια απόλαυση να το παρακολουθεί ν᾿  αλλάζει και να γερνάει. Τώρα τελευταία, δεν ένιωθε πια την ίδια ευχαρίστηση. Τον κρατούσε ξάγρυπνο τις νύχτες. Όταν έλειπε, τον έπιανε τρόμος στη σκέψη ότι θα μπορούσαν να τον αντικρίσουν μάτια άλλα από τα δικά του. Τού ᾿φερνε τη μελαγχολία εμπόδιο στα πάθη του. Και η ανάμνησή του μονάχα είχε καταστρέψει πολλές στιγμές χαράς.  Ήταν γι᾿  αυτόν κάτι σαν τη συνείδησή του. Ναι, ήταν η συνείδησή του. Θα το κατέστρεφε.
Κοίταξε γύρω του κι είδε το μαχαίρι που είχε χρησιμοποιήσει για να σκοτώσει τον Μπάζιλ Χόλγουορντ. Το είχε καθαρίσει πολλές φορές, ώσπου δεν έμεινε ο παραμικρός λεκές πάνω του.
Ήταν λαμπερό και γυάλιζε. Όπως είχε σκοτώσει το ζωγράφο, θα σκότωνε και το έργο τού ζωγράφου κι όλα όσα συμβόλιζε. Θα σκότωνε το παρελθόν, και όταν το παρελθόν θα ᾿ταν νεκρό, εκείνος θα ήταν ελεύθερος. Θα σκότωνε αυτή την τερατώδη ψυχή - ζωή, κι απαλλαγμένος απ᾿  τις φριχτές προειδοποιήσεις της, θα ζούσε ήρεμος πια. Άρπαξε το μαχαίρι και το κάρφωσε στο πορτρέτο.
Ακούστηκε μια κραυγή κι ένας γδούπος. Η κραυγή ήταν τόσο τρομακτική κι εναγώνια, που οι υπηρέτες ξύπνησαν τρομαγμένοι και βγήκαν απ᾿  τα δωμάτιά τους. Δυο κύριοι που περνούσαν απ᾿  την πλατεία σταμάτησαν και κοίταξαν το μεγάλο σπίτι. Προχώρησαν ώσπου βρήκαν έναν αστυφύλακα και τον έφεραν μαζί τους πίσω. Ο αστυνομικός χτύπησε το κουδούνι αρκετές φορές, αλλά κανείς δεν ήρθε ν᾿  ανοίξει. Εκτός από ένα φως σ᾿  ένα από τα πάνω παράθυρα, το σπίτι ήταν θεοσκότεινο. Σε λίγο, απομακρύνθηκε, στάθηκε σε μια γειτονική είσοδο κι έμεινε να παρακολουθεί το σπίτι.
«Τίνος είναι το σπίτι αυτό, αστυφύλαξ;» ρώτησε ο πιο ηλικιωμένος από τους δυο κυρίους.
«Τού κυρίου Ντόριαν Γκρέυ» αποκρίθηκε ο αστυνομικός.
Οι άντρες κοιτάχτηκαν και συνέχισαν το δρόμο τους μ᾿  ένα περιφρονητικό γέλιο. Ο ένας απ᾿  αυτούς ήταν ο θείος τού Σερ Χένρυ Άστον.
Μέσα, στα διαμερίσματα τού προσωπικού, οι μισοντυμένοι υπηρέτες μιλούσαν ψιθυριστά μεταξύ τους. Η γριά κυρία Ληφ έκλαιγε κι έσφιγγε τα χέρια της σπασμωδικά. Ο Φράνσις ήταν ωχρός σαν το θάνατο.
Σ᾿ ένα τέταρτο περίπου, πήρε τον αμαξά κι έναν υπηρέτη κι ανέβηκαν πάνω. Χτύπησαν την πόρτα, αλλά δεν πήραν απάντηση. Φώναξαν πολλές φορές. Όλα ήταν σιωπηλά. Στο τέλος, αφού προσπάθησαν μάταια να παραβιάσουν την πόρτα, σκαρφάλωσαν στη στέγη και πήδηξαν στο μπαλκόνι τού δωματίου. Οι μπαλκονόπορτες υποχώρησαν εύκολα. Οι σύρτες τους ήταν παλιοί και φθαρμένοι.
Όταν μπήκαν στο δωμάτιο, βρήκαν κρεμασμένο στον τοίχο ένα λαμπρό πορτρέτο τού κυρίου τους όπως ήταν την τελευταία φορά που τον είχαν δει, σ᾿  όλο το θαύμα τής εξαίσιας νιότης κι ομορφιάς του. Στο πάτωμα κειτόταν ένας άντρας νεκρός, ντυμένος με βραδινό κοστούμι και μ᾿  ένα μαχαίρι καρφωμένο στην καρδιά του. Ήταν μαραμένος, ρυτιδιασμένος κι αποκρουστικός στην όψη. Μόνο όταν κοίταξαν προσεκτικά τα δαχτυλίδια του, τον αναγνώρισαν.